14/4/09

Η μείωση της περιττής δυστυχίας

H οικονομική κρίση που έπληξε τον κόσμο το 2008 οδήγησε πολλούς αναλυτές να αναρωτιούνται αν η φαινομενική ευημερία που προηγήθηκε ήταν αληθινή. Γνωρίζουμε ότι σε διαφορετικές χώρες, όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο αριθμός των δισεκατομμυριούχων εκτινάχθηκε στα ύψη. Αλλά το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών διευρύνθηκε και τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες τα εισοδήματα των κατώτερων και μεσαίων τάξεων έμειναν στάσιμα. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν με δυσπιστία την κρατική χρηματοδότηση των τραπεζών, των ασφαλιστικών εταιρειών, ακόμη και των αυτοκινητοβιομηχανιών. Αποτελεί αυτό άραγε απόδειξη ότι οι πολιτικοί φροντίζουν, ακόμη και σε δύσκολους καιρούς, η πλούσια ελίτ που τους υποστηρίζει να «τη βγάλει καθαρή»;

Ωτόσο, εκτιμώντας τα πλεονεκτήματα της οικονομικής ανάπτυξης, είναι λάθος να εστιάζουμε στο αν το χάσμα εισοδημάτων πλουσίων και φτωχών διευρύνθηκε ή μειώθηκε. Αν το εισόδημα ενός εργαζομένου αυξήθηκε από 300 σε 500 δολάρια ετησίως, αυτό είναι αρκετό για να τον βγάλει από την υπερβολική ανέχεια και να βελτιώσει τη διαβίωση του ιδίου και της οικογένειάς του. Αν την ίδια στιγμή το εισόδημα ενός ανθρώπου που κερδίζει εκατομμύρια αυξηθεί κατά 100.000 δολάρια, το εισοδηματικό χάσμα θα έχει διευρυνθεί. Αλλά από τη στιγμή που οι 100.000 δολάρια δεν προκαλούν μεγάλη διαφορά στον τρόπο διαβίωσης του πλουσίου, το χάσμα ευημερίας θα έχει μειωθεί.

Θεωρώ ότι ούτε στην ανισότητα πρέπει να εστιάζουμε. Αντιθέτως, πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στη μείωση της περιττής δυστυχίας. Επομένως η σωστή ερώτηση είναι: Η οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών βελτίωσε τη θέση των φτωχών; Σε παγκόσμιο επίπεδο ναι. Το 1981 περίπου τέσσερις στους δέκα ανθρώπους στον πλανήτη ζούσαν σε συνθήκες που η Παγκόσμια Τράπεζα ορίζει ως έσχατη ένδεια. Σήμερα η αντίστοιχη αναλογία είναι ένας στους τέσσερις. Ακόμη και με απόλυτους όρους, παρά την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, ο αριθμός των υπερβολικά φτωχών ανθρώπων μειώθηκε από 1,9 δισ. σε 1,4 δισ. Υπήρξε μεγάλη μείωση της φτώχειας σε χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα. Εχει σημασία που λίγοι Ινδοί και Κινέζοι έγιναν δισεκατομμυριούχοι αν στην πορεία εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι ξέφυγαν από την έσχατη ένδεια;

Ωστόσο οι προοπτικές για περαιτέρω μείωση της παγκόσμιας φτώχειας είναι δυσοίωνες. Αν η ύφεση στα αναπτυγμένα κράτη συνεχιστεί, πολλοί εργαζόμενοι θα χάσουν τη δουλειά τους. Πολλές οικογένειες δεν μπορούν πλέον να πληρώσουν τα δάνεια και χάνουν τα σπίτια τους. Ολα αυτά προκαλούν πραγματική δυστυχία. Οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να ζουν με ένα βασικό επίπεδο άνεσης και ελπίζουν σε κάτι καλύτερο. Οταν αυτές οι προσδοκίες διαψεύδονται, είναι δύσκολο κάποιος να δεχθεί να ζήσει με λιγότερα από όσα είχε στο παρελθόν. Δημιουργείται ένα αίσθημα ντροπής και μειωμένης αυτοεκτίμησης.

Εν τούτοις, οι φτωχοί στα βιομηχανικά κράτη θα παραμείνουν φτωχοί μόνο συγκριτικά με όσους βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το 97% εκείνων που χαρακτηρίζονται φτωχοί διαθέτει έγχρωμη τηλεόραση και αυτοκίνητο. Οταν οι Αμερικανοί χάνουν τις δουλειές τους, ακόμη και
αν δεν έχουν καθόλου περιουσία, έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη και κουπόνια φαγητού.

Η κατάσταση του 1,4 δισεκατομμυρίου που ζει σε συνθήκες έσχατης ένδειας είναι διαφορετική. Δεν μπορούν να ικανοποιήσουν ούτε τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες τους. Αν η οικονομική ύφεση μειώσει τις εισαγωγές των αναπτυγμένων κρατών από τα αναπτυσσόμενα, ακόμη πιο πολλοί άνθρωποι σε αυτές τις χώρες θα χάσουν τη δουλειά τους. Δεν διαθέτουν κοινωνική ασφάλιση στην οποία μπορούν να στηριχθούν. Δεν θα μπορούν να συντηρήσουν την οικογένειά τους. Οταν το εισόδημα των φτωχών μειώνεται, μία από τις ελάχιστες δαπάνες που μπορούν να περικόψουν είναι αυτή της μόρφωσης των παιδιών τους. Ακόμη και η βασική ιατρική περίθαλψη είναι πέρα από τις δυνατότητές τους.

Μερικοί θα θεωρήσουν ότι για αυτή την κατάσταση ευθύνεται η παγκοσμιοποίηση: αν οι φτωχοί δεν συνδέονταν με τους πλούσιους μέσω του εμπορίου, δεν θα επηρεάζονταν από την οικονομική ύφεση. Πράγματιπαράλληλα όμως δεν θα είχαν επωφεληθεί από την οικονομική ανάπτυξη που βοήθησε πολλούς να ξεφύγουν από την ανέχεια. Σε έναν κόσμο με διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό η αυτάρκεια δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο. Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες τι θα κάνουν τα πλούσια κράτη; Αν και σε αρκετές περιπτώσεις έχουν δεσμευθεί να αυξήσουν τη βοήθεια προς τις φτωχές χώρες, μπορεί με τη δικαιολογία της οικονομικής ύφεσης να υπαναχωρήσουν.

Ο νεοεκλεγείς αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα προεκλογικά δεσμεύθηκε να διπλασιάσει την εξωτερική βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών και να την καταστήσει πιο αποτελεσματική. Οταν όμως ξέσπασε η οικονομική κρίση και το κόστος της «διάσωσης» έγινε αισθητό, υποδήλωσε ότι η υλοποίηση της εν λόγω δέσμευσης ενδεχομένως να καθυστερήσει. Ο λόγος που ένας υποψήφιος πρόεδρος εν μέσω προεκλογικής εκστρατείας υποσχέθηκε κάτι τέτοιο είναι φυσικά κατανοητός. Ακόμη και με τον διπλασιασμό του, το ποσό της αμερικανικής εξωτερικής βοήθειας δεν θα ξεπερνά τα 50 δισ. δολάρια τον χρόνο - ταπεινό, αν συγκριθεί με τα 685 δισ. δολάρια που δαπάνησαν οι ΗΠΑ για την άμυνα μέσα στο 2008. Αμφιβάλλω για το ότι 50 δισ. δολάρια από τον προϋπολογισμό του Πενταγώνου θα μπορούσαν να κάνουν τον κόσμο περισσότερο ασφαλή από ό,τι ο διπλασιασμός της βοήθειας προς τα φτωχότερα κράτη. Για ένα τέτοιο βήμα δεν χρειάζεται να περιμένουμε την επιστροφή της ευημερίας.

* Ο κ. Ρ
eter Singer είναι καθηγητής Βιοηθικής στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον.

Βαρβάρα Τερζάκη

Άρθρο Peter Singer - εφ. To Βήμα, 04.01.2009


Mηνύματα καπνού

Η νεανική εξέγερση του Δεκεμβρίου σφραγίζει τη χρονιά που κλείνει. Για την Ελλάδα, αυτό το ξέσπασμα οργής και βίας, με αφορμή τον φόνο του 15χρονου, είναι το Γεγονός της Χρονιάς, που σκεπάζει ακόμη και την επελαύνουσα ύφεση και την πλανητική αναθεώρηση οικονομικών και πολιτικών μοντέλων. Μοιραία, το τραγικό πρόσωπο του έφηβου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου είναι το Πρόσωπο της Χρονιάς, εκφράζοντας τη βίαιη διακοπή της ελπίδας, το πλήγμα στη νιότη, σε μια χώρα υπογεννητικότητας, γερόντων και μεταναστών. Ο ακούσιος μάρτυρας αφήνει πίσω τον Μπαράκ Ομπάμα και την ελπίδα αλλαγής που εξέφρασε, αφήνει πίσω και τον ηγούμενο Εφραίμ, που εξέφρασε την απληστία και την αλαζονεία της Ελλάδας του real estate, των «αγνοούντων» και ανεύθυνων υπουργών, της γενικευμένης διαφθοράς και του κυνισμού. Υπό μία έννοια, ο Αλέξης είναι η ομπαμική ελπίδα, το υποσχόμενο Νέο, που δολοφονείται από τη διαφθορά και τον κυνισμό του Παλαιού, της παρακμιακής Ελλάδας.

Εκεί ακριβώς, στο οδυνηρό μεταίχμιο, στεκόμαστε τώρα. Πίσω μας σωρεύονται ερείπια και σκάνδαλα, αποκαΐδια παρακμής. Μπροστά μας ανοίγεται η έρημος του πραγματικού, στρωμένη με φτώχεια και δυσχέρεια. Κι εμείς, στο χείλος, στο δυσοίωνο πέρασμα, σαστισμένοι και απαράσκευοι.

Αναζητούμε αναλογίες των σημερινών Δεκεμβριανών, στην εγχώρια και τη διεθνή παράδοση. Ακούγονται ήδη τα Ιουλιανά του ’65, το Πολυτεχνείο του ’73, οι ελληνικές καταλήψεις του ’79-’80, ο γαλλικός Μάης του ’68, το ιταλικό «φθινόπωρο» του ’77. Ορθώς προστρέχουμε στο παρελθόν, για να βρούμε αναλογίες, αλλά χρειάζεται προσοχή στις αναγωγές, τις προβολές και τους αναπόφευκτους αναχρονισμούς. Καταρχάς, να διακρίνουμε τις βαθιές ποιοτικές διαφορές των σημερινών συμβάντων με τα συμβάντα του παρελθόντος. Οι διαφορές προέρχονται αφενός από το ριζικά νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπως διαμορφώνεται μετά τα ορόσημα του ’89, της 9/11 και της πρόσφατης κατάρρευσης των οικονομιών. Το παγκοσμιοποημένο περιβάλλον κατοικείται από άλλα κοινωνικά υποκείμενα, άλλο πλήθος, και απαιτεί άλλη διάνοια για την προσέγγισή του.

Από το ’60 και το ’70 έως σήμερα έχει εν τω μεταξύ μετασχηματισθεί βαθιά η φύση της εργασίας και των επικοινωνιών, και συνακόλουθα η σχέση με την εργασία και τον χρόνο, μετασχηματίζονται δηλαδή οι σχέσεις με τα συμβάντα και με τον εαυτό. Η μεσογειακή γενιά των 700 ευρώ και η Generazione 1.000 δεν ορίζεται μόνο από την υλική μιζέρια του κατώτατου μισθού, αλλά και από το ριζικά νέο φαντασιακό· είναι η γενιά που μεγάλωσε ψηφιακά, με κινητή τηλεφωνία, διαρκή ταξίδια, κοσμοπολιτισμό αλλά και ρευστότητα και ανασφάλεια, ανάμεσα σε ερείπια παρελθόντος και διαψευσμένες υποσχέσεις μέλλοντος· είναι η γενιά του ρίσκου και της επισφάλειας· είναι το πολύμορφο, πολυσθενές «πρεκαριάτο» (precarious=επισφαλής), που παίρνει τη θέση του προλεταριάτου σε ένα τοπίο αποβιομηχάνισης, συγκεντροποίησης και καινοφανών υπηρεσιών.

Αυτό το πρεκαριάτο απλώνεται από τα σπλάχνα της νεόπτωχης μεσαίας τάξης των προαστίων έως τους ήδη αποκλεισμένους των εργατικών συνοικιών και των γκέτο· από τους διδακτορούχους τριαντάρηδες που υποβάλλουν CV και εισπράττουν συμπάθεια και 700 ευρώ, έως τα λαϊκά τέκνα κατεστραμμένων εργατών και μικροκαταστημαρχών που αφιονίζονται με γήπεδο και Στοίχημα, και ανταγωνίζονται στην αγορά εργασίας με μετανάστες μεροκάματου 30 ευρώ χωρίς ΙΚΑ. Κοινή ορίζουσα, οι κραυγές των πανκ και των χούλιγκαν απέναντι στον θατσερισμό: No future και Pretty vacant.

Αυτά τα υποκείμενα δεν υπήρχαν ούτε το ’65, όταν κυριαρχούσε ο εργατισμός και φούσκωνε μια άνοιξη που πνίγηκε από τη δικτατορία, ούτε το ’73 όταν οι ντεκλασέ φοιτητές συσπειρώθηκαν αυθόρμητα με αιτήματα πανεθνικά και θεμελιώδη: Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία.

Το ’68, από την άλλη, σημαδεύεται από την εξέγερση για τη χειραφέτηση του φαντασιακού, για την απόλυτη ελευθερία, όχι από υλική απόγνωση. Τέτοια ήταν και τα χαρακτηριστικά του ελληνικού αναρχοαυτόνομου μικροκινήματος του ’79, που ουσιαστικά έφερε καθυστερημένα το πνεύμα του ’68 στα πανεπιστήμια και εξουδετέρωσε ηθικά και πολιτικά την παραδοσιακή αριστερά και κυρίως το ΚΚΕ.

Οι μάχες για την ηγεμονία είναι ένα άλλο πεδίο διαφορισμού. Είπαμε για το ’79, όταν το ΚΚΕ απόλεσε την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία στη νεολαία· η ηγεμονία του ΚΚΕ έως τότε ήταν ηγεμονία ανθρώπων σφραγισμένων από την ήττα και τον σταλινισμό, σε τρανταχτή αναντιστοιχία με την ελληνική κοινωνία της μεταπολίτευσης, που έβλεπε ήδη τη μιζέρια του υπαρκτού σοσιαλισμού και ετοιμαζόταν να υποδεχτεί ως Μεσσία τον Ανδρέα Παπανδρέου, να συνεχίσει τον ανολοκλήρωτο κύκλο του ’65. Η σημερινή χιλιαστική, αγοραφοβική και αντιδραστική στάση του ΚΚΕ είναι φυσική συνέχεια του ’65, του ’73, του ’79: και τότε και τώρα βλέπει προβοκάτορες και πράκτορες, από τον σκυλευμένο Πέτρουλα έως τους προβοκάτορες του Πολυτεχνείου και των καταλήψεων ’79. Ωστόσο, το ισχνό κινηματικά ’79 διαγράφει αχνά ένα νέο στοιχείο: οι αναρχοαυτόνομοι καταστρέφουν μεν την ηγεμονία του ΚΚΕ, αλλά δεν διεκδικούν ούτε εγκαθιδρύουν τη δική τους ηγεμονία, ούτε καν ιδεολογική. Η πολιτική ηγεμονία κληροδοτείται στο αχανές ΠΑΣΟΚ, εκφραστή του αχανούς μικρομεσαίου πλήθους.

Τα Δεκεμβριανά ’08 έχουν αυτό το στοιχείο καταστροφής και μη εγκαθίδρυσης ηγεμονίας. Κανείς δεν τη διεκδικεί, κανείς δεν καθοδηγεί, δεν συντονίζει. Δεν υπάρχει κεντρική πολιτική έκφραση, δεν υπάρχουν καν τυπικά αιτήματα, πλην της λυσσαλέας και κάποτε εφευρετικής διαμαρτυρίας, της οργής, της απόγνωσης, της σύγκρουσης. Το πρεκαριάτο περνά από την εσωστρέφεια και τον μαρασμό στην άγρια αντίδραση, παρακάμπτει τα μήντια και τις διαμεσολαβήσεις, παρακάμπτει ακόμη και το Διαδίκτυο στις κρίσιμες στιγμές, και ανακαλύπτει τον δρόμο.

Αυτά τα φαινόμενα μετωπικής σύγκρουσης και συνολικής απόρριψης οποιουδήποτε διαλόγου και έλλογου μετασχηματισμού, εν τινι μέτρω προοικονομούνται στην Ιταλική Αυτονομία του ’77, η οποία όμως κατέληξε σε ένοπλους, σε άτυπο εμφύλιο, σε δεκάδες χιλιάδες φυλακισμένους, σε μια κοινωνική και ψυχική τραγωδία που άφησε βαθιές ουλές ακόμη και στη μεγάλη γειτονική μας χώρα.

Οι δικές μας αναγνώσεις του παρόντος οφείλουν να μας οδηγήσουν όχι σε επαναλήψεις, όχι σε τυφλή απόρριψη και κοινωνικό μαρασμό, αλλά σε κατανόηση του πραγματικού, με διαύγεια, θάρρος και συμπόνια. Μια μικρή χώρα μπορεί να στέλνει μηνύματα καπνού, αλλά δεν αντέχει να καεί.

Βαρβάρα Τερζάκη

Άρθρο Νίκου Γ. Ξυδάκη - εφ. Καθημερινή 28-12-2008

13/4/09

Ο πολιτισμός στο φουρτουνιασμένο Αιγαίο

Νησιά, παράκτια ζώνη και ενδοχώρα σε συνεχή πολιτισμική συνομιλία παρήγαν πλούτο, γνώσεις και νεωτερικές ιδέες


Η υδάτινη λωρίδα που χωρίζει αλλά και συνδέει Ευρώπη, Ασία και Αφρική περιβάλλεται από στεριές με μεγάλη ποικιλία στη γεωμορφολογία τους. Οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται στα διάφορα υψόμετρα ευνοούν την ανάπτυξη ποικίλων οικοσυστημάτων. Οι οροσειρές, που εκτείνονται παράλληλα με τις ακτές του Αιγαίου λειτουργούν ως χοάνη, μέσα από την οποία διοχετεύονται οι ψυχροί άνεμοι που πνέουν ορμητικά από τη ρωσική στέπα για να καλύψουν το κενό που δημιουργείται στη Σαχάρα από την ανύψωση του θερμαινόμενου αέρα. Οι οροσειρές αυτές μαζί μ' εκείνες της Κρήτης στο Νότο κατακρατούν τα νερά των βροχοφόρων δυτικών και νότιων ανέμων, θέτοντας έτσι τα νησιά, κυρίως του δυτικού Αιγαίου σε ομβροσκιά. Μέσα από το Αιγαίο, επίσης, διοχετεύονται στη Μεσόγειο οι τεράστιες ποσότητες νερού από τα μεγάλα ευρωπαϊκά ποτάμια που εκβάλλουν στη Μαύρη Θάλασσα (μόνο του Δούναβη το νερό υπολογίζεται σε 228-350 χιλιάδες εκατομμύρια τόνους το χρόνο). Το νερό αυτό, που η ταχύτητά του στα στενά του Βοσπόρου φτάνει και τους πέντε κόμβους, μέσα στο Αιγαίο κινείται ανάμεσα σε χιλιάδες νησιά και βραχονησίδες δημιουργώντας μια μοναδική θαλάσσια κυκλοφορία κυκλωνικών και αντικυκλωνικών ρευμάτων. Η γνώση όλων αυτών των περιβαλλοντικών παραμέτρων είναι αναγκαία για να μπορέσει κανείς να κατανοήσει τις συμπεριφορές των ανθρώπων που επέλεξαν να ζήσουν την περιοχή του Αιγαίου.

Ο μύθος

Γιατί όμως αυτή τη θαλάσσια λωρίδα της Μεσογείου οι κάτοικοί της την ονόμασαν Αιγαίο πέλαγος; Εχουμε διδαχθεί από τα σχολικά εγχειρίδια ότι το όνομα αυτό δόθηκε προς τιμήν του μυθικού βασιλιά της Αθήνας Αιγέα, πατέρα του Θησέα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Θησέας είχε αναλάβει να απαλλάξει την Αθήνα από την υποχρέωση να στέλνει κάθε χρόνο επτά νέους και επτά νέες βορά στον Μινώταυρο, το τέρας που γεννήθηκε από την ένωση της Πασιφάης με τον ταύρο της Κρήτης. Η συμφωνία με τον βασιλιά πατέρα του ήταν, αν καταφέρει να νικήσει, να αντικαταστήσει τα πένθιμα μαύρα πανιά του πλοίου του με λευκά. Ο νεαρός Θησέας, όμως, λησμόνησε τη συμφωνία και δεν άλλαξε τα πανιά. Ετσι, ο δύστυχος πατέρας που περίμενε αγναντεύοντας το πέλαγος, μόλις αντίκρισε το πλοίο να επιστρέφει με μαύρα πανιά, θεώρησε ότι ο μονάκριβος γιος και διάδοχός του δεν ζούσε πια και αυτοκτόνησε πέφτοντας είτε από την Ακρόπολη είτε, κατά μιαν άλλη εκδοχή, στη θάλασσα που προς τιμήν του τελικά ονομάστηκε Αιγαίον Πέλαγος.

Εχει υποστηριχθεί ότι συχνά στους μύθους απηχούνται πραγματικά γεγονότα και μια ερμηνεία του μύθου σχετικά με τον Θησέα και τον Μινώταυρο είναι ότι απηχεί την προσπάθεια της Αθήνας να απαλλαγή από την υποχρέωση να καταβάλλει φόρο υποτέλειας στην Κρήτη. Η ερμηνεία αυτή βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τον ανεπιβεβαίωτο θρύλο περί μινωικής θαλασσοκρατίας, τον οποίο φαίνεται πως υιοθέτησε η Αθήνα ως μέσον προπαγάνδας που απέβλεπε στην ανάπτυξή της σε μεγάλη ναυτική δύναμη. Ιδωμένος μέσα από το πρίσμα αυτό ο μύθος περί Αιγέα και Αιγαίου μπορεί να ερμηνευθεί ως μέρος της στρατηγικής που εφάρμοζε η Αθήνα προκειμένου να στοιχειοθετήσει δικαιώματα σε ολόκληρο το Αιγαίο, καταφεύγοντας ακόμη και στην παρετυμολόγηση του ονόματός του.

Οι... κατσίκες

Πιο πειστική φαίνεται η ετυμολογία της λέξης αιγαίον από το αιξ (κατσίκα), παράγωγο του ομηρικού ρήματος αΐσσω (πηδώ). Από τα αρχαιότερα εξημερωμένα ζώα η αίγα είναι αυτό που κατ' εξοχήν αναρριχάται, σκαρφαλώνει στους βράχους πηδώντας. Οι αρχαίοι Ελληνες συνεκδοχικά συνήθιζαν να αποκαλούν «αίγες» και τα κύματα, προφανώς επειδή κι αυτά… πηδούν όταν η θάλασσα είναι αγριεμένη. Ο παραδοξογράφος Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός από την Εφεσο (2ος αι. μ.Χ.) είναι σαφής, όταν γράφει: «…τα μεγάλα κύματα αίγας εν τη συνηθεία λέγομεν… και το φοβερώτατον πέλαγος Αιγαίον λέγεται» («Ονειροκριτικόν» II, 12). Με παρόμοια συνεκδοχή σημερινοί νησιώτες του Αιγαίου αποκαλούν «πρόβατα» τα μεγάλα κύματα, ακριβώς όπως οι Γάλλοι («moutons»), ενώ οι Αγγλοι τα αποκαλούν «άσπρα άλογα» (white horses). Τι πιο ταιριαστό όνομα θα μπορούσε, λοιπόν, να δοθεί σε μια θάλασσα σχεδόν μονίμως φουρτουνιασμένη, γεμάτη «αίγες», παρά αυτό που την περιγράφει; Προφανώς για τον ίδιο λόγο η ακτή, όπου καταλήγουν πηδώντας «οι αίγες της αλός» (τα θαλάσσια κύματα), ονομάστηκε αιγιαλός (σημ. γιαλός).

Επίθετα με κατάληξη -αιος δηλώνουν σχέση με αυτό που σημαίνει η αντίστοιχη ρίζα. Παραδείγματος χάριν αγελαίος είναι ο ανήκων σε αγέλη, αγοραίος ο της αγοράς, αρχαίος ο έχων απόσταση από την αρχή, βουλαίος ο σχετιζόμενος με τη βουλή, δίκαιος ο σεβόμενος και εφαρμόζων την δικαιοσύνη, εδραίος ο έχων έδρα, ο σταθερός, Ηραίος ο έχων σχέση με την Ηρα, θυραίος ο εκτός της θύρας, πηγαίος ο της πηγής, ωραίος ο της ώρας κ.ο.κ. Ετσι, και η πλήρης «αιγών» θάλασσα αποκλήθηκε Αιγαίον Πέλαγος.

Πολιτισμική συνομιλία

Για τους μελετητές του πολιτισμού που γεννήθηκε στην περιοχή, η έννοια Αιγαίο δεν περιορίζεται μόνο στο υγρό στοιχείο και στα νησιά του, αλλά περιλαμβάνει και όλες τις στεριές που το περιβάλλουν, αφού κανένα από τα κομμάτια αυτά δεν λειτούργησε αυτόνομα. Τις τρεις γεωγραφικές ζώνες του αιγαιακού περιβάλλοντος -την ενδοχώρα, την παράκτια ζώνη και τη νησιωτική- η ανθρώπινη παρουσία τις μετέτρεψε σε πολιτισμικές ζώνες με διαρκή συνομιλία. Οι κάτοικοι των νησιών ήταν αδύνατο να επιβιώσουν χωρίς την άμεση επαφή με τις απέναντι στεριές. Για τους νησιώτες οι στεριές αυτές αποτελούσαν πάντοτε την περαία τους, τον ζωτικό τους χώρο. Αντίστοιχα η παράκτια ζώνη είχε την ανάγκη των νησιών. Μόνο οι νησιώτες μετέφεραν εκεί εξωτικά αγαθά, καινούργιες εμπειρίες και ιδέες από τα μακρινά ταξίδια και από τις επαφές τους με άλλες κοινωνίες και άλλους πολιτισμούς. Χάρη σ' αυτή την αμφίδρομη σχέση η παράκτια ζώνη εξελίχθηκε σε αυτό που εύστοχα έχει χαρακτηριστεί «πoλιτισμικός Iαvός»: έχοντας το ένα πρόσωπό του στραμμένο προς τη συντηρητική ενδοχώρα με την παραδοσιακή αγροτική οικονομία, ενώ με το άλλο ατενίζει τη θάλασσα και τα νησιά, που με το εμπόριο και τη ναυτιλία εξασφαλίζουν πλούτο, γνώσεις και νεωτερικές ιδέες.

Βαρβάρα Τερζάκη

Άρθρο Χρ. Γ. Ντουμα - H Καθημερινή, 28-12-2008



Εχουν καταρρεύσει οι θεσμοί στην Ελλάδα;

Πρωτοφανή διάρρηξη της κοινωνικής εμπιστοσύνης –συστατικό στοιχείο της πολιτικής κρίσης– αποκαλύπτει η μέτρηση του 2008


Η εμπιστοσύνη που τρέφουν οι πολίτες στους θεσμούς της διακυβέρνησης, της οικονομίας και της κοινωνίας αποτελεί μια σημαντική παράμετρο της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας μιας χώρας. Η συνολική κατάταξη των θεσμών, με βάση τις τιμές που καταγράφουν στον δείκτη εμπιστοσύνης, δίδεται στο σχετικό διάγραμμα και είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όχι μόνο για τους θεσμούς της πολιτικής, αλλά και της οικονομίας. Με βάση τη μέτρηση του 2008, επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα ότι ελάχιστοι θεσμοί απολαμβάνουν σχετικά υψηλά ποσοστά κοινωνικής εμπιστοσύνης, ενώ οι περισσότεροι (25/48) δεν εμφανίζουν καν θετικό ισοζύγιο εμπιστοσύνης. Είναι εντυπωσιακό ότι από το σύνολο των 48 υπό διερεύνηση θεσμών, μόνο για έναν (1) καταγράφεται αξιόλογη αύξηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης και μόλις για τέσσερις (4) αύξηση, άνω των 10 μονάδων. Η πρωτοφανής διάρρηξη αυτής της εμπιστοσύνης, που πιστοποιείται σήμερα, συνιστά γεγονός με προφανή πολιτική σημασία και επιπτώσεις στις δυνατότητες άσκησης της διακυβέρνησης, αλλά και τη λειτουργία της οικονομίας.

Οι θεσμοί του Κράτους και της Διακυβέρνησης

Η Πυροσβεστική (CI=1.840, έναντι 1.500 το 2007) και η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία (CI=1.517, έναντι 1.483 το 2007) κατατάσσονται και φέτος στις πρώτες θέσεις του δείκτη εμπιστοσύνης. Η πρώτη, μάλιστα, σημειώνει όχι μόνο τη μεγαλύτερη, αλλά και τη μοναδική αξιόλογη αύξηση μεταξύ όλων των θεσμών (+340 μονάδες). Πρόκειται για θεσμούς, οι οποίοι σχετίζονται ευθέως με την εδώ και καιρό παγιωμένη ανασφάλεια στις κοινωνίες της διακινδύνευσης. Βεβαίως, σε αυτά τα αποτελέσματα, αποτυπώνεται έκδηλα και η επίδραση των οικολογικών καταστροφών που βιώνει και η Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια (πυρκαγιές καλοκαιριού, πλημμύρες, κλιματική αλλαγή). Στην ίδια ομαδοποίηση εντάσσεται και ο Στρατός, που κατατάσσεται φέτος στην 7η θέση, με δείκτη 375, ενώ το 2007 κατείχε την 6η θέση με δείκτη 435 (απώλειες 60 μονάδων).

Και το 2008, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξακολουθεί να είναι ο μοναδικός πολιτικός θεσμός που εμπιστεύονται σήμερα οι Ελληνες πολίτες (CΙ=880, 3ος στη σειρά κατάταξης), σημειώνοντας μάλιστα και μια μικρή αύξηση, έναντι της περσινής βαθμολογίας (CI 2007=860). Είναι βέβαιο, ότι στην εδραίωση αυτής της εικόνας έχει συντελέσει η εξαιρετικά υψηλή αποδοχή, τόσο του σημερινού Προέδρου Κ. Παπούλια, όσο και του προηγούμενου Κ. Στεφανόπουλου. Οφείλεται, βεβαίως, ώς ένα βαθμό και στο γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν αναμειγνύεται ενεργά στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.

Αν εξαιρέσει κανείς τους τρεις πρώτους και ελάχιστους ακόμη, η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς του κράτους και της διακυβέρνησης συνεχίζει να είναι πρωτοφανής. Πρόκειται για ανοικτή κρίση της κοινωνικής τους νομιμοποίησης. Η απαξίωση των πολιτικών κομμάτων, των κυβερνήσεων και της κρατικής διοικητικής μηχανής παραμένει παγιωμένη και ολοκληρωτική, σημειώνοντας μάλιστα και περαιτέρω επιδείνωση, σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Πρόκειται, κυριολεκτικά, για επικίνδυνη κατάρρευση: Τα πολιτικά κόμματα κατατάσσονται και φέτος στην τελευταία (48η) θέση του δείκτη (CI=10, σημειώνοντας ετήσιες απώλειες 6 μονάδων), οι κυβερνήσεις στην προτελευταία (47η), με CI=12, έναντι 22 το 2007 (-10) και η κρατική διοικητική μηχανή, δηλαδή τα υπουργεία, στην 44η (42η το 2007), με δείκτη CI=31, έναντι 45 το 2007 (-14). Η συσσωρευμένη κοινωνική δυσπιστία συμπαρασύρει και τη Βουλή, η οποία υποβιβάζεται από την 30ή θέση το 2007, στην 38η φέτος (CI=57, έναντι 81 προηγουμένως, -24). Σε οριακά επίπεδα κυμαίνεται, επίσης, και η εμπιστοσύνη στις βαθμίδες της διοίκησης, που θεωρητικά βρίσκονται πιο κοντά στον πολίτη (Δήμοι, CI=115, έναντι 113 πριν και Νομαρχίες CI=102, έναντι 84). Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (CI=267), όσο και (γενικά) οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ενωσης (CI=203), παρά τη σχετική μείωση που καταγράφεται (CI 2007=240, -37 μονάδες) καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις στη γενική κατάταξη του δείκτη (8η και 12η, αντιστοίχως). Σε σχέση με τα κόμματα, τα συνδικάτα εξακολουθούν να καταγράφουν πολλαπλάσια ποσοστά εμπιστοσύνης. Επιπλέον, η εμπιστοσύνη στην ΑΔΕΔΥ (CI=89, έναντι 88), υπερβαίνει τώρα την αντίστοιχη στη ΓΣΕΕ (CI=87, έναντι 97, -10).

Σε σύγκριση με τη θετική εικόνα που κατέγραφαν αντίστοιχες έρευνες προηγούμενων ιστορικών περιόδων, είναι εμφανής η χαμηλή εμπιστοσύνη στην Αστυνομία (CI=93) και τη Δικαιοσύνη (CI=83). Η εντεινόμενη κοινωνική αποδοκιμασία των εν λόγω θεσμών είναι πιθανό να σχετίζεται, αφενός με την αύξηση της κρατικής καταστολής, τα τρία τελευταία χρόνια (με απαρχή την κοινωνική διαμαρτυρία στον χώρο της Παιδείας), τις διενέξεις που έχει προκαλέσει η αύξηση της κοινωνικής επιτήρησης με χρήση καμερών, και αφετέρου με τα φαινόμενα της διαφθοράς, την αποκάλυψη του παραδικαστικού κυκλώματος κ.ά.

Σημαντική υποχώρηση, όχι μόνον σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, αλλά και σε σύγκριση μόνο με το προηγούμενο 12μηνο, παρουσιάζει η εμπιστοσύνη προς την Εκκλησία, ο δείκτης της οποίας κυμαίνεται πλέον σε οριακά επίπεδα (CI=107, έναντι 181 το 2007), σημειώνοντας απώλειες της τάξης των 75 μονάδων. Το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου έπληξε καίρια την εικόνα της και εξουδετέρωσε το κύμα συμπάθειας, που είχε δημιουργήσει στην κοινή γνώμη η ασθένεια του προηγούμενου Αρχιεπισκόπου, αλλά και η εκλογή του σημερινού.

Οι επιχειρήσεις και η οικονομία

Η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς δεν αφορά μόνον τη διακυβέρνηση και το κράτος. Εξίσου σημαντικό έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών - καταναλωτών παρουσιάζουν και οι περισσότερες κατηγορίες και κλάδοι των επιχειρήσεων (6 στους 8). Μάλιστα, σε σύγκριση με το 2007, καταγράφεται σημαντική επιδείνωση. H μεγαλύτερη δυσπιστία των καταναλωτών εκδηλώνεται απέναντι στις εταιρείες τροφίμων (CI=27), οι οποίες καταλαμβάνουν σταθερά την τελευταία θέση μεταξύ των επιχειρηματικών κλάδων και συνολικά την 45η θέση στον δείκτη. Ο δείκτης των ασφαλιστικών εταιρειών (CI=36), υποχωρεί κατά 17 μονάδες, ενώ των τραπεζών, που κατατάσσονται συνολικά στην 41η θέση (CI=44), κατά 4 μονάδες. Ακολουθούν οι διαφημιστικές (CI=53, έναντι 60 προηγουμένως, -7), οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας (CI=56, έναντι 71, -5) και οι κατασκευαστικές (CI=80, έναντι 83, -3). Εντυπωσιακή είναι και η θεαματική επιδείνωση της θέσης των εταιρειών πληροφορικής, οι οποίες εξακολουθούν, ωστόσο, να συγκεντρώνουν σήμερα, μεταξύ των επιχειρήσεων, τα υψηλότερα ποσοστά κοινωνικής εμπιστοσύνης (CI=250, έναντι 387 προηγουμένως, -137 μονάδες). Παρά τη σχετική επιδείνωση, υψηλή κοινωνική εμπιστοσύνη, περιβάλλει και τα ιδιωτικά νοσοκομεία και τις κλινικές (CI=184, έναντι 222 προηγουμένως, -38), τα οποία, καταλαμβάνουν την 14η θέση, έναντι της 37ης του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Η εξαιρετικά χαμηλή (47η-προτελευταία) θέση, που καταλαμβάνει το Χρηματιστήριο Αθηνών (CI=16) συνιστούν σαφή ένδειξη για το ολοκληρωτικό πλήγμα που υπέστη η αξιοπιστία του, το 2001, δηλαδή πολύ πριν ξεσπάσει η σημερινή κρίση, χωρίς έκτοτε να έχει ανακάμψει η κοινωνική εμπιστοσύνη προς αυτό. Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται σημαντική υποχώρηση της εμπιστοσύνης στην Τράπεζα της Ελλάδος (-38, CI=110).

Οι ανεξάρτητες Αρχές

Και για τις τέσσερις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, που περιελήφθησαν στον δείκτη εμπιστοσύνης, καταγράφεται σχετική μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Μεταξύ τους, ο Συνήγορος του Πολίτη παρά τη σημαντική μείωση που εμφανίζει (CI=486, έναντι 567 το 2007, -81) εξακολουθεί να είναι η μόνη αρχή που συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά εμπιστοσύνης, συνεχίζοντας να καταλαμβάνει την 4η θέση στη συνολική σειρά κατάταξης. Πρόκειται για τον θεσμό που τείνει κατ' εξοχήν να ταυτιστεί, στη συνείδηση της ελληνικής κοινής γνώμης, με την υπεράσπιση των δικαιώματων των πολιτών, απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία. Επισημαίνεται, ακόμη, ότι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (CI=130) εμφανίζει αρκετά υψηλότερο δείκτη εμπιστοσύνης, συγκριτικά με τη Δικαιοσύνη (CI=83). Τέλος, αυξανόμενο έλλειμμα εμπιστοσύνης καταγράφεται τόσο για το ΑΣΕΠ (CI=93, έναντι 108, το 2007), όσο και για την Επιτροπή Ανταγωνισμού (CI=57, έναντι 76 προηγουμένως).

Τα Μέσα Ενημέρωσης

Μεταξύ των Μέσων Ενημέρωσης, τόσο το Ραδιόφωνο (CI=232, έναντι 242 το 2007), όσο και το Ιντερνετ (CI=192), που μετρήθηκε για πρώτη φορά, δείχνουν να διαθέτουν την κοινωνική αποδοχή. Μάλιστα, συγκεντρώνουν υπερδιπλάσια ποσοστά εμπιστοσύνης από τις εφημερίδες (CI=79, έναντι 97 το 2007) και σχεδόν πενταπλάσια από την τηλεόραση (CI=37, έναντι 48 προηγουμένως). Η τελευταία δείχνει να αποδοκιμάζεται κοινωνικά, αφού καταλαμβάνει μόλις την 42η θέση, μεταξύ των 48 θεσμών του δείκτη.

Βαρβάρα Τερζάκη

Άρθρο Γιαννη Μαυρή - εφ.Καθημερινή, 28-12-2008

ΔΡΟΜΟΙ

Η αγγλική...

...«Ντέιλι Μέιλ» ήταν η πρώτη που το παρατήρησε. Ο ανταποκριτής της στη Ρώμη έγραφε απορημένος για την εκπληκτική ιταλική οικονομική ανάπτυξη: «Είναι ένα από τα οικονομικά θαύματα της ευρωπαϊκής ηπείρου». Ήταν το 1959. Ύστερα από μια τριετία μεταπολεμικής ανασυγκρότησης (1946-1948) και μια δεκαετία συσσώρευσης κεφαλαίου (1948-1958), η Ιταλία γνώριζε την ευημερία και τον καταναλωτισμό, τη δύναμη των εξαγωγών, την άνθηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την εσωτερική μετανάστευση από τον Νότο στον Βορρά. Ήταν το «μπουμ»- μια λέξη δανεισμένη από το λεξιλόγιο του Χρηματιστηρίου που ήταν συνώνυμη με την εκρηκτική ανάπτυξη, με το οικονομικό θαύμα.

Ο ιταλικός...
...Τύπος δεν θα μπορούσε να λείπει από το πανηγύρι. «Χρόνο με τον χρόνο βελτιώνεται το βιοτικό επίπεδο των πολιτών», έγραφε η εφημερίδα «Στάμπα». «Δεν έχουν πια μόνο τα απαραίτητα αλλά και τα παραπάνω». Και το περιοδικό «Εσπρέσο» έγραφε για ένα «μεγάλο άλμα προς τα εμπρός», χάρη στην ισχυροποίηση μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Μα εκείνο που ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό, αν σκεφτούμε τις δύσκολες μέρες που ζουν οι άνθρωποι σήμερα όχι μόνο στην Ιταλία αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη, ήταν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης: στην τετραετία που κράτησε το οικονομικό θαύμα, από το 1959 έως το 1963, οι οικογένειες που διέθεταν ψυγείο αυξήθηκαν από 13% σε 55% και τηλεόραση από 12% σε 49%. Για να αναγκαστεί ο κομμουνιστής ηγέτης Τζόρτζιο Αμέντολα να πει: «Εμείς δεν θα αφεθούμε να μαγευτούμε από τον πολιτισμό των ψυγείων και των τηλεοράσεων». Το οικονομικό θαύμα ήταν έργο των εργατών, που έχτιζαν τα σπίτια τους με τα ίδια τους τα χέρια, αλλά και αγόραζαν τα θρυλικά (και φθηνά) Τσινκουετσέντο της Φίατ, που συμβόλισαν μια ολόκληρη εποχή. Τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στους ιταλικούς δρόμους τριπλασιάστηκαν και αυξήθηκαν σημαντικά οι μισθοί.

Οι δημοσιογράφοι...
...έγραφαν για την «επιδημία του Σαββάτου», που έστελνε μαζικά τις νοικοκυρές στα σούπερ μάρκετ για να αδειάσουν τα ράφια. Και ο Ίταλο Καλβίνο δημοσίευε τον «Αόρατο ιππότη», μια κριτική για τον ρόλο των διανοουμένων στη μαζική κοινωνία που δημιουργούσε το «μπουμ». Κι ύστερα, μια μέρα του 1963, οι πύλες αυτής της Εδέμ έκλεισαν ξαφνικά για τους εργάτες που την είχαν πλάσει. Είχε προηγηθεί μια δήλωση του προέδρου της Ιταλικής Κεντρικής Τράπεζας, που μας θυμίζει τα σημερινά: «Η τρέχουσα συγκυρία επιβάλλει τον περιορισμό του χρέους και των δημόσιων δαπανών και την περικοπή των μισθών». Το πανηγύρι είχε τελειώσει για τους εργαζόμενους. Οι βιομηχανίες είχαν γίνει αρκετά ισχυρές. Δεν τους χρειάζονταν πια. Στρέφονταν στο εξωτερικό. Και η χώρα επέστρεφε στα παλιά.

Το σχόλιό του...
...σε όλα αυτά έβαλε ο Βιτόριο ντε Σίκα το 1963 με την ταινία του «Μπουμ»: Ένας άνθρωπος που είναι χρεωμένος μέχρι τον λαιμό (Αλμπέρτο Σόρντι) κρύβει από τη σύζυγό του το χάλι του και προσπαθεί να πουλήσει το μάτι του για να ξοφλήσει τα χρέη του.

Βαρβάρα Τερζάκη

Άρθρο Ρούσσου Βρανά - εφ. Τα Νέα 10-01-0

Μια δυστοπία σαν μιούζικαλ

Το Slumdog Millionaire κόβει την ανάσα. Με τον καταιγιστικό ρυθμό του, με το ιλιγγιώδες μοντάζ και την πληθώρα εικόνων, με τις εναλλαγές προσώπων, με τα ανεβοκατεβάσματα της συναισθηματικής έντασης. Είναι μια ταινία δύο ωρών που ξετυλίγεται με τον φρενήρη ρυθμό ενός βίντεο κλιπ, με το νεύρο ενός καλοστημένου τηλεοπτικού σόου, ενός παιχνιδιού λόγου χάριν.

Αυτό το τελευταίο κυρίως: Η ζωή ξετυλίγεται σαν ξέφρενο τηλεπαιχνίδι. Το τηλεπαιχνίδι είναι μια μεταφορά για τη ζωή. Ο παίκτης δοκιμάζεται διαρκώς, από πίστα σε πίστα, από νίκη σε νίκη, μόνος εναντίον όλων, εναντίον και του εαυτού του. Η ζωή είναι μια αδιάκοπη δοκιμασία, κι όπως σε όλα τα παιχνίδια, στο τέλος οι παίκτες χάνουν, κερδισμένος είναι μόνο ο παραγωγός του σόου, η μπάνκα. Μια μεταφορά για τη ζωή στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, όπου δεν υπάρχουν συλλογικότητες, δεν υπάρχουν κοινωνίες και φιλίες, αλλά μόνο άτομα και αγορές. Αλλά και μια ανάκληση των μεγάλων αφηγηματικών εμμονών, για το πάθος του παίκτη και του παιχνιδιού, από τον Ντοστογιέφσκι έως τις ελαφροσκοτεινές χολιγουντιανές ταινίες για τα χαρτιά και το μπιλιάρδο, με τραγικούς ή απλώς χαριτωμένους λούζερ.

Ο Ινδός έφηβος όμως, ο παρασκευαστής τσαγιού στο υπερμοντέρνο call center της αχανούς Βομβάης, δεν είναι άλλος ένας λούζερ. Γιατί πρωτίστως δεν παίζει από λαχτάρα για τη νίκη, αλλά από λαχτάρα για ζωή· παίζει γιατί μόνο έτσι μπορεί να επιζήσει, γιατί μόνο έτσι ελπίζει να τον δει το κορίτσι που μοιράστηκε την άγρια ζωή του.

Και νά ο βαθύτερος πρωταγωνιστής της ταινίες: η ζωή. Αγρια, απρόβλεπτη, σκληρή ώς το τέλος, ανελέητη, ακριβής, άδικη και δίκαιη, μισοάδεια και μισογεμάτη. Το πεισματάρικο ρομαντικό αγόρι, το υποταγμένο στη μοίρα κορίτσι, ο σκληρός και σκοτεινός ήρωας αδελφός που προσεύχεται προτού δολοφονήσει, είναι οι φορείς της ζωής· η ζωή τούς χρησιμοποιεί, περνάει από πάνω τους, ασήκωτο βάρος· όποιος την αντέξει, ίσως μείνει όρθιος, ίσως και όχι. Χρειάζεται και τύχη μαζί με τη δύναμη, δηλαδή χρειάζεται ψυχικό σθένος: σε μια από τις τελευταίες ερωτήσεις, το αγόρι δεν αντλεί απάντηση από τη βιωμένη γνώση της πικρής ζωής, αντλεί απάντηση από την αναχωνεμένη γνώση του των ανθρώπων, της συμπεριφοράς και των κινήτρων τους, έχει μάθει να μην έχει εμπιστοσύνη στα προφανή, να διαβάζει ανάποδα τα σημάδια που του προσφέρονται.

Κι όμως δεν είναι παίκτης, με τον τρόπο που οι μεγάλοι χαρτοπαίκτες διαβάζουν στα πρόσωπα των αντιπάλων τους τα φύλλα που κρατάνε. Ο Ινδός έφηβος δεν παίζει για να κερδίσει τον αντίπαλο, δεν ψυχολογεί, δεν μπλοφάρει, δεν μετράει φύλλα, δεν ποντάρει. Δεν παίζει για να κερδίσει τα λεφτά ή τη φήμη. Είναι μαχητής που αγωνίζεται για όλη τη ζωή του, έξω από το παιχνίδι· πολεμάει για να κερδίσει τη ζωή του, την αγάπη του, την ανθρωπιά του, αγωνίζεται για το Ολον. Το έπαθλο είναι η ζωή χωρίς τα σκοτάδια της.

slumdog_millionaire_3

Και η γνώση; Η γνώση του αγοριού είναι πάλι η ζωή. Κάθε απάντηση στις ψευτοεγκυκλοπαιδικές σαχλαμάρες της τηλεόρασης έρχεται όχι από τον σπασίκλα που απομνημονεύει ονόματα και αριθμούς, αλλά από έναν μαχητή που τις λιγοστές του γνώσεις τις έχει κεντήσει στο πετσί του ο άγριος βίος στις αλάνες και στο slum, στο σύνορο ζωής και θανάτου. Είναι η πικρή γνώση των παζολινικών Παιδιών της Ζωής, κυνική, γυμνή, πέραν του καλού και του κακού. Το καλό και το κακό ισχύουν αλλιώς στo slum, δεν είναι ίδιο με το καλό-κακό των προαστίων και των ιδιωτικών σχολείων.

Κι όλα, ζωή, γνώση, έρωτας, μάχες, καλό, κακό, περνούν με φόντο τον κόσμο της παγκοσμιοποίησης: ακραία φτώχια, ακραία βία, ακραία εκμετάλλευση, ακραία ανισότητα, παιδική ηλικία που τελειώνει στα πέντε, ζωή χωρίς αξία, επαιτεία και χλιδή, real estate εκσυγχρονισμός με μαφία. To κοινωνικό και ανθρωπολογικό φόντο είναι ντοκιμαντέρ για την παγκοσμιοποίηση στο 21ο αιώνα, είναι το Χόλιγουντ και το Μπόλιγουντ με τα εντόσθια βγαλμένα έξω. Είναι ο κόσμος της άγριας συσσώρευσης και της κτηνώδους ασυμμετρίας. Ο κόσμος που εισβάλλει ορμητικά στην Ινδία, και ο κόσμος που απλώνεται παντού. Μια δυστοπία. Που τελειώνει ειρωνικά με μιούζικαλ.

Βαρβάρα Τερζάκη

Άρθρο Νίκου Γ. Ξυδάκη -Ένα βλέμμα, Καθημερινή 15.03.2009

Διάλειμμα παιγνιώδους αδολεσχίας

Μια ιδέα παιγνιώδης, πρόσφορη για διάλειμμα διαφυγής από τον πνιγμό και την κατάθλιψη του πολιτικού αδιεξόδου:

Κατά το πρότυπο της Ομάδας των Οχτώ πλουσιότερων χωρών του κόσμου (G8) να αναλάμβανε η Ελλάδα την πρωτοβουλία συγκρότησης ανάλογης ομάδας των χωρών με την πλουσιότερη κληρονομιά πολιτισμού στην ανθρώπινη Ιστορία.

Πολλές χώρες θα φιλοδοξούσαν αυτή τη διάκριση. Ομως να τη δικαιούνται μόνο εκείνες που η ιδιαιτερότητα του πολιτισμού τους δεν έμεινε κλεισμένη σε εθνοφυλετικά σύνορα, είχε ευρύτερη επίδραση, επηρέασε, περισσότερο ή λιγότερο, την παναθρώπινη εξέλιξη.

Ο σκοπός συγκρότησης αυτής της ομάδας να είναι αντίστοιχος με εκείνον της G8: Οι πλουσιότερες χώρες του κόσμου έχουν το συμφέρον (κυρίως) και την ευθύνη (ως πρόσχημα) να μεριμνούν για τη λειτουργία της οικονομίας σε διεθνές επίπεδο. Οι χώρες με την πλουσιότερη κληρονομιά πολιτισμού έχουν (εκ των πραγμάτων) την ευθύνη να μεριμνούν για τον σεβασμό, την προστασία και την ενεργό αξιοποίηση των παραδόσεων πολιτισμού, των μνημείων πολιτισμού, της σπουδής των πολιτισμών σε πανανθρώπινη κλίμακα. Να μεριμνούν και να ενεργούν όχι απλώς σαν θεματοφύλακες ιστορικών - μουσειακών θησαυρισμάτων, αλλά με τη διευρυμένη έγνοια και ευαισθησία του αθέλητα προνομιούχου και εθελοντικά υπεύθυνου:

Να θυμίζουν τον πλούτο ζωής που κομίζει η επιδίωξη της ποιότητας, η προαγωγή τής κατά κεφαλήν καλλιέργειας, ο σεβασμός της μεταφυσικής αναζήτησης ως μήτρας πάντοτε των κορυφωμάτων του πολιτισμού. Να ενθαρρύνουν τις αντιστάσεις της ποικιλότητας των παραδόσεων πολιτισμού στην ομοιομορφοποιητική δυναμική της «παγκοσμιοποίησης».

Τα μέλη της ομάδας των πλουσιότερων χωρών δεν πρέπει να τα όρισε κάποια διεθνής θεσμική αρχή ή αυθεντία. Η ομάδα μάλλον θα συγκροτήθηκε με συνεννοήσεις μεταξύ των πρόδηλα υποψήφιων χωρών και το κύρος της ομάδας προφανώς βασίζεται στη δυναμική των λόγων που οδήγησαν την καθεμιά στον ουσιώδη για την παγκόσμια οικονομία ρόλο της. Αντίστοιχα και το κύρος της ομάδας των χωρών με την πλουσιότερη παράδοση πολιτισμού δεν μπορεί να αντλείται παρά μόνο από τη σοβαρότητα καθεμιάς στη διαχείριση της κληρονομιάς της, την ευφυΐα, την ειλικρίνεια σχεδιασμού και οργάνωση της συνεργασίας τους.

Επιπλέον, ο Ελληνας πρωθυπουργός ή Πρόεδρος της Δημοκρατίας που θα αναλάμβανε ποτέ την πρωτοβουλία των συνεννοήσεων για τη συγκρότηση τέτοιας ομάδας χωρών, πρέπει (κατά λογική ανάγκη) να είναι προσωπικότητα που να έχει κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση και τον διεθνή σεβασμό για την υψηλή του καλλιέργεια, το κύρος της ανιδιοτέλειας, την πειθώ σοβαρού λόγου. Για να μην ανακαλεί το εγχείρημα συνειρμούς από τις φαιδρότητες της παπανδρεϊκής «Πρωτοβουλίας των Εξι αδεσμεύτων»!

Ποιες χώρες θα ήταν κοινά αυτονόητο να συγκροτήσουν την ομάδα των προνομιούχων κληρονόμων πολιτισμού; Σίγουρα η Αίγυπτος, η Ελλάδα, η Ιταλία. Μάλλον και οι δύο πανάρχαιες κοιτίδες ασιατικού πολιτισμού, η Κίνα και η Ινδία, παρά την υστέρηση των επιδράσεών τους σε ευρύτερη κλίμακα. Ισως το Ιράν, διαχειριστής του πολιτισμού των Περσών, αν και η αφομοίωσή του από τον αραβικό μουσουλμανισμό συνιστά ρήξη με το πολιτιστικό παρελθόν του. Ο αραβικός κόσμος και πολιτισμός πρέπει οπωσδήποτε να εκπροσωπείται, αλλά από ποιον; Πιθανόν από το Μαρόκο, αυτό σώζει την αμιγέστερη εμμονή και την καύχηση για την «αραβικότητά» του.

Μιλάμε λοιπόν για «Ομάδα των Επτά» - G7: Αίγυπτος, Ελλάδα, Ιταλία, Κίνα, Ινδία, Ιράν, Μαρόκο. Γόνιμος συνδυασμός μέγιστων και ελάχιστων σε μέγεθος χωρών, άνισων σε πλούτο, διαφορετικών σε «ανάπτυξη», ανόμοιων σε αντιστάσεις ιδιαιτερότητας, ανυποταξίας στον εξομοιωτικό εκδυτικισμό. Και θα κληθούν να συν-εννοηθούν και να συνεργαστούν σε κοινό διεθνή ρόλο. Να διαχειριστούν ευθύνες παρεμβάσεων που μόνο η άκρα ανιδιοτέλεια, η εξαιρετική ευφυΐα και η αρχοντική συμπεριφορά μπορούν, ίσως, να τις καταστήσουν αποτελεσματικές. Οχι τα χρήματα ούτε τα όπλα ή οι εκβιασμοί από θέσεως ισχύος.

Γιατί όχι και ο πανάρχαιος λαός των Εβραίων στην Ομάδα; Σίγουρα η ανθρωπότητα τούς οφείλει τη συνεπέστερη και θεμελιωδώς εμπειριοκεντρική εκδοχή του μονοθεϊσμού. Ομως, τον μονοθεϊσμό τους οι Εβραίοι τον ταύτισαν με τη στεγανά κλειστή εθνοφυλετική τους ταυτότητα. Μόνο χάρη στη γονιμοποίησή του από τον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό ο εμπειρισμός της μεταφυσικής παράδοσης των Εβραίων έγινε πρόταση με εμβέλεια πολύ πέρα από τα όρια της «συναγωγής» και του γκέτο.

Ατομα εβραϊκής καταγωγής διέπρεψαν θριαμβικά στο πλαίσιο του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού της Νεωτερικότητας – και είναι ενδιαφέρον το ερώτημα: γιατί μόνο και αποκλειστικά εκεί μπόρεσαν να αναδειχθούν.

Ο Μαρξ, ο Φρόιντ, ο Αϊνστάιν, ο Κάφκα, ο Σένμπεργκ, ο Λεβί - Στρως, ο Λεβινάς, ο Στάινερ, ο Γούντι Αλεν και πολλοί άλλοι, ήταν τυπικοί εκφραστές του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, δίχως στοιχεία εβραϊκής ιδιαιτερότητας. Τίποτα το αμιγώς εβραϊκό δεν κατέκτησε ποτέ πανανθρώπινο ενδιαφέρον, δεν έχουν δική τους συνεισφορά οι Εβραίοι στον πολιτισμό.

Αντίστοιχες προτάσεις και ενστάσεις θα προκύψουν ίσως και για άλλους λαούς τροφοδοτώντας γόνιμες συζητήσεις με αφορμή την ιδέα συγκρότησης της Ομάδας των Επτά. Το ουσιωδέστερο, ωστόσο, θα ήταν να υπάρξουν προτάσεις για την επιτελική - οργανωτική άρθρωση της προσπάθειας των πλουσιότερων σε κληρονομιά πολιτισμού χωρών. Ισως η συγκρότηση μιας μόνιμης (με σταθερή έδρα) γραμματείας με εξαιρετικά υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογικό εξοπλισμό θα ήταν η αυτονόητη βάση. Ισως τακτές συναντήσεις κορυφής (αρχηγών κρατών) να υπηρετούσαν γόνιμα τους στόχους του εγχειρήματος. Πιθανόν να είναι προτιμότερη η διεθνής δικτύωση και δομή με πρότυπο περίπου τον «Ερυθρό Σταυρό» και την εθελοντική στράτευση στους στόχους.

Με τα κριτήρια του τρέχοντος πολιτιστικού «παραδείγματος» μια άλλη Ομάδα, χωρών με τον υψηλότερο δείκτη, στατιστικά καταμετρημένον, της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, θα μπορούσε να λειτουργήσει πολύ αποτελεσματικότερα σε ρόλο προστασίας και αξιοποίσης των πολιτιστικών παραδόσεων που επηρέασαν την ανθρώπινη Ιστορία. Σίγουρα, κοινωνίες εξαθλιωμένες από την απαιδευσία, τον κομματισμό, τον «φιλαθλητισμό» και τον τζόγο καταλαβαίνουν τα περί πολιτισμού πολύ λιγότερο από τις κοινωνίες της Φινλανδίας ή της Ιρλανδίας.

Ετσι κι αλλιώς η ιδέα της G7 είναι μόνο παιγνιώδες φαντασιοκόπημα. Χρησιμεύει για να εξασφαλίσει μια ολόκληρη βραδιά συζητήσεων, σε καλή συντροφιά, δίχως να χρειαστεί ούτε μία αναφορά στα ονόματα: Αλαβάνος, Παπανδρέου, Μητσοτάκης, Καραμανλής. Μεγάλη ανακούφιση.

Βαρβάρα Τερζάκη

Άρθρο Χρήστου Γιάνναρα- εφ. Καθημερινή 22-03-09