Οι ζωές...
... επτά εργατών, που πρόπερσι κάηκαν ζωντανοί στη χαλυβουργία της ΤhyssenGroup στο Τορίνο, αποζημιώθηκαν συνολικά με 13 εκατομμύρια ευρώ (η γερμανική πολυεθνική είχε κατηγορηθεί για εγκληματική αμέλεια και για ανεπαρκή συστήματα πυρόσβεσης). «Τα λεφτά δεν πρόκειται να φέρουν πίσω τον γιο μου», ψιθύριζε η μάνα του Ρομπέρτο Σκόλα, 32 ετών, εργάτη στη γερμανική εταιρεία που σήμερα ετοιμάζεται να απολύσει 20.000 εργαζομένους από τα εργοστάσιά της σε όλο τον κόσμο. Πόσο άραγε αξίζει η ζωή αυτών των ανθρώπων, ζώντων και νεκρών;
Πόσο αξίζει...
... η ανθρώπινη ζωή; Αξίζει άραγε όσο ένα επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης; Όσο ένα επίδομα ανεργίας; Όσο μια αποζημίωση που μετρούν στην παλάμη της μάνας ενός εργάτη που άφησε την τελευταία του πνοή στις σκαλωσιές;
Η ανάσα μας...
... έχει κι αυτή το κοστολόγιό της, αυτό που της βάζουν οι έμποροι της ζωής και του θανάτου. «Πανάκριβο, παμμέγιστο το χρήμα, μα εγώ σου λέω η ζωή δεν έχει τίμημα», τραγουδούσε ο Ζαν Λουί Ομπέρ στα 1980. «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα». Μα μονάχα η αγορά αποφασίζει τη χρηματική αξία της ζωής τους. Πόσο αξίζει πραγματικά η ζωή; Μπορούμε να της βάζουμε τιμή; Έχει εμπορική αξία; Το σύστημα στο οποίο ζούμε έχει πολλούς τρόπους για να την υπολογίζει. Οι ασφαλιστικές εταιρείες υπολογίζουν το ρίσκο του θανάτου. Και βάζουν κάθε ασφαλισμένο να αποφασίζει μόνος του για το ποσό με το οποίο θα ασφαλιστεί. Η αξία της ζωής του, δηλαδή, δεν αποφασίζεται από τις ηθικές αρχές της κοινωνίας, αλλά από την ικανότητά του να πληρώσει το ασφάλιστρο. Σύμφωνα με την κοινωνιολόγο Ανιές Μεγιάρ, έχει μάλιστα υπολογιστεί πως η αξία της ζωής του μέσου ανθρώπου ισούται με 120 φορές το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της χώρας του (τόσα μπορεί να πληρώνει στην ασφάλεια ζωής). Έτσι, ένας Ευρωπαίος αξίζει σήμερα 1 έως 3 εκατομμύρια ευρώ κι ένας Κινέζος 120.000 ευρώ, όσο κι ένας Ιρακινός. Οι οικονομολόγοι έχουν τον δικό τους τρόπο να υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή. Αυτοί μετρούν την οικονομική απώλεια της κοινωνίας από τον θάνατο ενός ανθρώπου, δηλαδή το διαφυγόν κέρδος από την παραγωγή. Είναι προφανές, λέει η Ανιές Μεγιάρ, πως γι΄ αυτούς τους οικονομολόγους η ζωή της γυναίκας που μένει στο σπίτι για να φυλάει τα παιδιά, η ζωή του συνταξιούχου και του ανέργου δεν αξίζουν τίποτα.
Αυτοί οι δόλιοι...
... υπολογισμοί που δικαιώνουν την εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης ζωής, δεν έχουν παρά έναν απώτερο στόχο: την καθολική επιβολή της λογικής του κέρδους. Άψυχοι και ψυχροί, οι λογιστές που παίζουν κάθε μέρα με τη ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων, μένουν ασυγκίνητοι μπροστά στα βάσανα και τα πάθη τους. Στη δική τους λογική, ακόμη και οι μετοχές μπορούν να έχουν αυτό που στα οικονομικά λέγεται «εσωτερική αξία», όχι όμως και οι άνθρωποι.
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Ρούσσου Βρανά - εφ. Τα Νέα, 04-11-2009
4/11/09
Μια μικρή οργισμένη μέλισσα
Έζησε δεκαεπτά χρόνια σε ψυχιατρείο, ύμνησε τον έρωτα και την τρέλα, προτάθηκε από τη Γαλλική Ακαδημία για το Νόμπελ Λογοτεχνίας και πέθανε φτωχή.
Ένας σπάνιος συνδυασμός, που φέρει το όνομα Άλντα Μερίνι.
Γεννήθηκε το 1931 στο Μιλάνο κι άρχισε να γράφει στίχους από μικρή. Ένα από τα πρώτα της ποιήματα το αφιέρωσε στον θρυλικό τραπεζίτη Ενρίκο Κούτσια. «Μια μέρα τον συνάντησα στον δρόμο και του είπα: ΄΄Πεινάω΄΄. Εκείνος απάντησε: ΄΄Καλό σημάδι΄΄. Και απομακρύνθηκε». Η πρώτη της συλλογή κυκλοφόρησε το 1953 με τίτλο «Η παρουσία του Ορφέα». Οκτώ χρόνια μετά την έκλεισαν σε άσυλο.
«Γεννήθηκα προορισμένη να υποφέρω. / Ευχόμουν να πεθάνω. / Αλλά η ζωή ήταν σκληρή:/ με άφησε να επιβιώσω».
Ο σύζυγός της λεγόταν Έτορε Καρνίτι και ήταν ένας άνδρας ζηλιάρης και άπιστος. Μια νύχτα που γύρισε στο σπίτι μυρίζοντας άρωμα μιας άλλης γυναίκας, η Άλντα άρπαξε μια καρέκλα και του την έσπασε στο κεφάλι. Εκείνον τον πήραν στο νοσοκομείο, εκείνη την έστειλαν στο Πάολο Πίνι, το παλιό ψυχιατρείο του Μιλάνου, και τις τέσσερις κόρες τους τις έδωσαν σε τρεις οικογένειες. «Ο τόπος είχε τρόμο, μίσος, σκοτάδι και θάνατο, ήταν η ίδια η κόλαση του Δάντη, αλλά έκανα φίλους. Αυτό ήταν το δικό μου βραβείο Νόμπελ». Της έκαναν 37 ηλεκτροσόκ. «Το ότι βγήκα ζωντανή ήταν θαύμα. Εκεί έμπαινες για να πεθάνεις».
«Είμαι μια μικρή οργισμένη μέλισσα. / Μ΄ αρέσει να αλλάζω χρώμα. / Μ΄ αρέσει να αλλάζω μέγεθος». Κάπνιζε 70 με 80 τσιγάρα την ημέρα και μέχρι το τέλος έλεγε ότι το τσιγάρο τής χάριζε ζωή. Φορούσε πάντα ένα μαργαριταρένιο κολιέ, αλλά έζησε και πέθανε φτωχή από προσωπική της επιλογή. «Η ποίηση», έλεγε, «γεννιέται από τη γλύκα και τον έρωτα. Οι αλήθειες έρχονται σε μένα από τα όνειρα, οι νεκροί με επισκέπτονται». Ήταν θρήσκα και παγανίστρια. «Ήμουν πάντα μια μεγάλη αμαρτωλή και δεν μετανιώνω για τίποτα», είπε σε μια συ νέντευξη που έδωσε το 2006 στη «Ρεπούμπλικα». «Δεν πάω στην Εκκλησία για να μουρμουράω, αλλά ο Θεός είναι εδώ μαζί μου. Οσμίζομαι τη μυρωδιά του. Δύο πράγματα με πείθουν για την ύπαρξή του: ότι δεν ελέγχω τη θέλησή μου κι ότι τον Ειρηνικό Ωκεανό δεν μπορεί να τον έφτιαξαν οι επιστήμονες».
«Οι ποιητές εργάζονται τη νύχτα/ όταν ο χρόνος δεν τους βιάζει/ τότε που σβήνει ο θόρυβος του πλήθους/ και φτάνει το λιντσάρισμα των ωρών στο τέλος» (μετάφραση Α. Σελλενίδη).
Πέθανε την περασμένη Κυριακή από όγκο στα κόκαλα. Η κηδεία της γίνεται σήμερα, στις 2 το μεσημέρι, στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου. Όπως είπε ο Ντάριο Φο, ήταν μια μοναχική γυναίκα που ήξερε να συνυπάρχει με τους άλλους.
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Μιχάλη Μητσού - εφ. Τα Νέα, 04-11-2009
Ένας σπάνιος συνδυασμός, που φέρει το όνομα Άλντα Μερίνι.
Γεννήθηκε το 1931 στο Μιλάνο κι άρχισε να γράφει στίχους από μικρή. Ένα από τα πρώτα της ποιήματα το αφιέρωσε στον θρυλικό τραπεζίτη Ενρίκο Κούτσια. «Μια μέρα τον συνάντησα στον δρόμο και του είπα: ΄΄Πεινάω΄΄. Εκείνος απάντησε: ΄΄Καλό σημάδι΄΄. Και απομακρύνθηκε». Η πρώτη της συλλογή κυκλοφόρησε το 1953 με τίτλο «Η παρουσία του Ορφέα». Οκτώ χρόνια μετά την έκλεισαν σε άσυλο.
«Γεννήθηκα προορισμένη να υποφέρω. / Ευχόμουν να πεθάνω. / Αλλά η ζωή ήταν σκληρή:/ με άφησε να επιβιώσω».
Ο σύζυγός της λεγόταν Έτορε Καρνίτι και ήταν ένας άνδρας ζηλιάρης και άπιστος. Μια νύχτα που γύρισε στο σπίτι μυρίζοντας άρωμα μιας άλλης γυναίκας, η Άλντα άρπαξε μια καρέκλα και του την έσπασε στο κεφάλι. Εκείνον τον πήραν στο νοσοκομείο, εκείνη την έστειλαν στο Πάολο Πίνι, το παλιό ψυχιατρείο του Μιλάνου, και τις τέσσερις κόρες τους τις έδωσαν σε τρεις οικογένειες. «Ο τόπος είχε τρόμο, μίσος, σκοτάδι και θάνατο, ήταν η ίδια η κόλαση του Δάντη, αλλά έκανα φίλους. Αυτό ήταν το δικό μου βραβείο Νόμπελ». Της έκαναν 37 ηλεκτροσόκ. «Το ότι βγήκα ζωντανή ήταν θαύμα. Εκεί έμπαινες για να πεθάνεις».
«Είμαι μια μικρή οργισμένη μέλισσα. / Μ΄ αρέσει να αλλάζω χρώμα. / Μ΄ αρέσει να αλλάζω μέγεθος». Κάπνιζε 70 με 80 τσιγάρα την ημέρα και μέχρι το τέλος έλεγε ότι το τσιγάρο τής χάριζε ζωή. Φορούσε πάντα ένα μαργαριταρένιο κολιέ, αλλά έζησε και πέθανε φτωχή από προσωπική της επιλογή. «Η ποίηση», έλεγε, «γεννιέται από τη γλύκα και τον έρωτα. Οι αλήθειες έρχονται σε μένα από τα όνειρα, οι νεκροί με επισκέπτονται». Ήταν θρήσκα και παγανίστρια. «Ήμουν πάντα μια μεγάλη αμαρτωλή και δεν μετανιώνω για τίποτα», είπε σε μια συ νέντευξη που έδωσε το 2006 στη «Ρεπούμπλικα». «Δεν πάω στην Εκκλησία για να μουρμουράω, αλλά ο Θεός είναι εδώ μαζί μου. Οσμίζομαι τη μυρωδιά του. Δύο πράγματα με πείθουν για την ύπαρξή του: ότι δεν ελέγχω τη θέλησή μου κι ότι τον Ειρηνικό Ωκεανό δεν μπορεί να τον έφτιαξαν οι επιστήμονες».
«Οι ποιητές εργάζονται τη νύχτα/ όταν ο χρόνος δεν τους βιάζει/ τότε που σβήνει ο θόρυβος του πλήθους/ και φτάνει το λιντσάρισμα των ωρών στο τέλος» (μετάφραση Α. Σελλενίδη).
Πέθανε την περασμένη Κυριακή από όγκο στα κόκαλα. Η κηδεία της γίνεται σήμερα, στις 2 το μεσημέρι, στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου. Όπως είπε ο Ντάριο Φο, ήταν μια μοναχική γυναίκα που ήξερε να συνυπάρχει με τους άλλους.
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Μιχάλη Μητσού - εφ. Τα Νέα, 04-11-2009
20/10/09
Ο Πόε στη «Χώρα του Ποτέ»
«Ούτε περιμένω ούτε ζητάω να πιστέψει κανείς την άγρια αλλά και απλή αυτή ιστορία που ετοιμάζομαι να γράψω. Θα 'μουνα πραγματικά τρελός αν περίμενα κάτι τέτοιο για μια υπόθεση για την οποία οι ίδιες μου οι αισθήσεις αρνούνται τις ίδιες τους τις μαρτυρίες. Ομως, τρελός δεν είμαι σίγουρα -ούτε βέβαια ονειρεύομαι. Αλλά μιας και αύριο πεθαίνω θα 'θελα σήμερα να ξαλαφρώσω την ψυχή μου»...
Μ' αυτές τις φράσεις ξεκινά μια από τις πιο διάσημες κι εμβληματικές ιστορίες του Εντγκαρ Αλαν Πόε «Ο μαύρος γάτος», από την συλλογή «Διηγήματα» που κυκλοφόρησε από τον «Πατάκη», σε μετάφραση Μαρίας Κατή.
Στο «Μαύρο γάτο» ένας βυθισμένος στην παράνοια αφηγητής εξομολογείται το φρικιαστικό έγκλημα που έχει διαπράξει, σκαλίζοντας μια από τις «πρωτόγονες παρορμήσεις της καρδιάς του ανθρώπου», το πνεύμα της διαστροφής.
«Η φιλοσοφία», γράφει ο Πόε, «δεν ασχολείται με το πνεύμα αυτό». Ομως, «ποιος δεν έχει συλλάβει τον εαυτό του, εκατοντάδες φορές, να κάνει ευτελείς ή ηλίθιες ενέργειες για κανέναν άλλο λόγο παρά γιατί ξέρει ότι δεν θα έπρεπε να τις κάνει; Μήπως δεν έχουμε μια αδιάκοπη κλίση, όσο και να προσπαθεί να μας βοηθήσει η κρίση μας, να παραβιάζουμε αυτό που λέγεται νόμος μόνο και μόνο γιατί το νιώθουμε ότι είναι νόμος;».
Πριν από την εποχή του
Αυτό το πνεύμα έχει κυριεύσει και τον ήρωα της ιστορίας του, αυτό τον ωθεί να μισήσει και να εξολοθρεύσει τον αγαπημένο «μαύρο γάτο» του, τον Πλούτο. Ενώ στη συνέχεια, σε μιαν ανάλογη κρίση παροξυσμού, θα καρφώσει ένα τσεκούρι στο κεφάλι της γυναίκας του και θα εντοιχίσει το πτώμα της στο κελάρι, ανύποπτος ότι στον ίδιο τοίχο έχει θάψει από απροσεξία έναν άλλο γάτο, τα νιαουρίσματα του οποίου, τελευταία στιγμή, θα φανερώσουν το έγκλημά του στις αρχές.
Διακόσια χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Πόε (1809-1848), του πρώτου αμερικανού συγγραφέα που, χάρη κυρίως στον Μποντλέρ, κατέκτησε διεθνή αναγνώριση.
Ενός ιδιοφυούς, δυστυχισμένου και παραδομένου στα πάθος του ποτού ανθρώπου που, ως ποιητής, πεζογράφος και κριτικός προηγήθηκε της εποχής του και από το αινιγματικό σύμπαν του αναδύθηκαν νέα αφηγηματικά είδη, όπως της αστυνομικής λογοτεχνίας, της λογοτεχνίας του τρόμου και του φανταστικού.
Δεύτερο από τα τρία παιδιά ενός ζεύγους πλανόδιων ηθοποιών, κι ορφανός πριν καλά καλά συμπληρώσει τα δύο του χρόνια, ο Πόε ανατράφηκε από την οικογένεια ενός ευκατάστατου, σκοτσέζικης καταγωγής καπνεμπόρου, με τον οποίο έμελλε να συγκρουστεί σφοδρά.
Ξεκίνησε σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνιας, χωρίς όμως να τις ολοκληρώσει, και το 1827, όταν κατετάγη εθελοντικά στον αμερικανικό στρατό, δημοσίευσε και την πρώτη του συλλογή «Ο Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα». Το 1840 θα δει το φως και η πρώτη του συλλογή αφηγημάτων, όπου και η θρυλική «Πτώση του οίκου των Ασερ», και θ' ακολουθήσει μια φρενιτιώδης παραγωγή πεζογραφημάτων που θα εκπλήξουν με την ποικιλία τους.
Οπως σημειώνει η Κατερίνα Σχινά, προλογίζοντας τα «Διηγήματα», ο Πόε «πειραματίστηκε στην προ-επιστημονική φαντασία, έγραψε πολυεπίπεδες σάτιρες και τελειοποίησε το γοτθικό αφήγημα φρίκης, τρόμου και μυστηρίου, όχι μονάχα επινοώντας ιστορίες με έντονη παρουσία του τερατώδους και του απόκοσμου, αλλά κυρίως αποδίδοντας τον εσωτερικό μονόλογο διαταραγμένων ηρώων και δραματοποιώντας σε πολλαπλά επίπεδα τον πνευματικό και ψυχικό αναβρασμό».
Κοντά στην επανάσταση
Στην ελληνική αγορά η επέτειος συνέπεσε με την έκδοση του «Ουλαλούμ και άλλα ποιήματα» σε νέα μετάφραση από τον ποιητή Γιώργο Μπλάνα (εκδ. Ηλέκτρα), του «Ποιητική θεωρία και τέχνη» (εκδ. Τυφλόμυγα) καθώς και δύο συλλογών με διηγήματά του.
Στην έκδοση του «Πατάκη» ο «Μαύρος γάτος» πλαισιώνεται από τα «Μερικές κουβέντες με μια μούμια», «Χειρόγραφο σ' ένα μπουκάλι» και «Τρεις Κυριακές σε μια βδομάδα».
Ο «Μαύρος γάτος», όμως, δίνει τίτλο και στην εικονογραφημένη συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από το «Οξύ», μαζί με τα διηγήματα «Ο λάκκος και το εκκρεμές» και «Η πρόωρη ταφή», σε απόδοση της Ζέφης Κόλλια και με ζωγραφιές του φετινού υποψήφιου για το βραβείο Αντερσεν Λούις Σκαφάτι.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Biblionet, της βάσης δεδομένων του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, μέσα στην τελευταία τριακονταετία είδαν το φως 35 εκδόσεις του Πόε, γεγονός που φανερώνει την απήχηση του έργου του κι εδώ. Ας σημειωθεί ότι το 1826, ενθουσιασμένος από τον αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία, ο αμερικανός δημιουργός είχε επιδιώξει να λάβει μέρος εθελοντικά σ' αυτόν, αλλά η αποστολή στην οποία θα λάμβανε μέρος τελικά δεν πραγματοποιήθηκε...
Ο Εντγκαρ Αλαν Πόε είχε την τύχη να μεταφραστεί στη γλώσσα μας χωρίς μεγάλη καθυστέρηση, αρχής γενομένης το 1877 από τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Η πρόσληψη του έργου του στην Ελλάδα, από τα τέλη του 19ου αιώνα ώς τα μέσα του 20ού, αποτελεί, άλλωστε, και το θέμα μιας μελέτης που ετοιμάζει η φιλόλογος Χριστίνα Ντουνιά.
Ανάμεσα στους εισηγητές του θα συναντήσουμε τον Περικλή Γιαννόπουλο, έναν επιφανή εκπρόσωπο του ελληνικού αισθητισμού, που το 1896 μετέφρασε το «Κοράκι», όπως και τον Κοσμά Πολίτη, ενώ γόνιμες υπήρξαν οι επιρροές που άσκησε ο Πόε τόσο στον πρώιμο Κόντογλου όσο και στον πρώιμο Καζαντζάκη.
«Την εποχή του μεσοπολέμου και των νεοσυμβολιστών», λέει η Χριστίνα Ντουνιά, «από τον Λαπαθιώτη και τον Ουράνη ώς την Πολυδούρη και τον Καρυωτάκη είναι άφθονοι εκείνοι που στο πρόσωπό του αναγνώρισαν τον Αγιο Καταραμένο, ο οποίος, φέροντας το στίγμα του βασανισμένου, ζει μια ζωή που τον εξοντώνει σωματικά αλλά τον εξυψώνει καλλιτεχνικά».
Η Χριστίνα Ντουνιά ανιχνεύει επίσης τη σχέση του Πόε με τον Σκαρίμπα, αλλά και με τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο, που «ενδιαφέρονται λιγότερο για το βίο του ποιητή και περισσότερο για τη θεωρητική ματιά του πάνω στην τέχνη». Διερευνά επίσης την επίδραση που άσκησε στους έλληνες υπερρεαλιστές Εγγονόπουλο και Εμπειρίκο. Ωστόσο, «από τη δεκαετία του '40 κι έπειτα, βλέπουμε μια ανάσχεση του ενδιαφέροντος γι' αυτόν», λέει η ίδια, «δεδομένου ότι με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή, η ελληνική λογοτεχνία στρέφεται σε πολύ διαφορετικά μονοπάτια -εθνικά, πατριωτικά, κοινωνικά.
Ο Πόε, όμως, επανέρχεται ισχυρά από τη δεκαετία του '80, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σ' ολόκληρο τον κόσμο, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς της νεολαιίστικης κουλτούρας».
Είδωλο του Μάικλ Τζάκσον
Να 'ναι άραγε τυχαίο που ο πρόσφατα χαμένος Μάικλ Τζάκσον ονειρευόταν να υποδυθεί τον Πόε στη μεγάλη οθόνη; Αν σκεφτούμε την ιδιόμορφη σεξουαλικά περίπτωση και των δυο τους, όχι και τόσο. Οσο προσηλωμένος ήταν σεξουαλικά στην παιδική του ηλικία ο δημιουργός του «Thriller», άλλο τόσο ήταν κι ο συγγραφέας-ίνδαλμά του, έστω και για διαφορετικούς λόγους.
Οπως είχε επισημάνει από το 1932 η Μαρία Βοναπάρτη, ο Πόε είχε μια πλήρη σεξουαλική αναστολή: ήταν καταδικασμένος ν' αγαπάει παθητικά γυναίκες με σημάδια της αρρώστιας ή του θανάτου της αγαπημένης του μητέρας, τόσο στα έργα της φαντασίας του όσο και στην ίδια του τη ζωή. *
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Σταυρούλας Παπασπύρου - εφ. Ελευθεροτυπία, 09-08-2009
Μ' αυτές τις φράσεις ξεκινά μια από τις πιο διάσημες κι εμβληματικές ιστορίες του Εντγκαρ Αλαν Πόε «Ο μαύρος γάτος», από την συλλογή «Διηγήματα» που κυκλοφόρησε από τον «Πατάκη», σε μετάφραση Μαρίας Κατή.
Στο «Μαύρο γάτο» ένας βυθισμένος στην παράνοια αφηγητής εξομολογείται το φρικιαστικό έγκλημα που έχει διαπράξει, σκαλίζοντας μια από τις «πρωτόγονες παρορμήσεις της καρδιάς του ανθρώπου», το πνεύμα της διαστροφής.
«Η φιλοσοφία», γράφει ο Πόε, «δεν ασχολείται με το πνεύμα αυτό». Ομως, «ποιος δεν έχει συλλάβει τον εαυτό του, εκατοντάδες φορές, να κάνει ευτελείς ή ηλίθιες ενέργειες για κανέναν άλλο λόγο παρά γιατί ξέρει ότι δεν θα έπρεπε να τις κάνει; Μήπως δεν έχουμε μια αδιάκοπη κλίση, όσο και να προσπαθεί να μας βοηθήσει η κρίση μας, να παραβιάζουμε αυτό που λέγεται νόμος μόνο και μόνο γιατί το νιώθουμε ότι είναι νόμος;».
Πριν από την εποχή του
Αυτό το πνεύμα έχει κυριεύσει και τον ήρωα της ιστορίας του, αυτό τον ωθεί να μισήσει και να εξολοθρεύσει τον αγαπημένο «μαύρο γάτο» του, τον Πλούτο. Ενώ στη συνέχεια, σε μιαν ανάλογη κρίση παροξυσμού, θα καρφώσει ένα τσεκούρι στο κεφάλι της γυναίκας του και θα εντοιχίσει το πτώμα της στο κελάρι, ανύποπτος ότι στον ίδιο τοίχο έχει θάψει από απροσεξία έναν άλλο γάτο, τα νιαουρίσματα του οποίου, τελευταία στιγμή, θα φανερώσουν το έγκλημά του στις αρχές.
Διακόσια χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Πόε (1809-1848), του πρώτου αμερικανού συγγραφέα που, χάρη κυρίως στον Μποντλέρ, κατέκτησε διεθνή αναγνώριση.
Ενός ιδιοφυούς, δυστυχισμένου και παραδομένου στα πάθος του ποτού ανθρώπου που, ως ποιητής, πεζογράφος και κριτικός προηγήθηκε της εποχής του και από το αινιγματικό σύμπαν του αναδύθηκαν νέα αφηγηματικά είδη, όπως της αστυνομικής λογοτεχνίας, της λογοτεχνίας του τρόμου και του φανταστικού.
Δεύτερο από τα τρία παιδιά ενός ζεύγους πλανόδιων ηθοποιών, κι ορφανός πριν καλά καλά συμπληρώσει τα δύο του χρόνια, ο Πόε ανατράφηκε από την οικογένεια ενός ευκατάστατου, σκοτσέζικης καταγωγής καπνεμπόρου, με τον οποίο έμελλε να συγκρουστεί σφοδρά.
Ξεκίνησε σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνιας, χωρίς όμως να τις ολοκληρώσει, και το 1827, όταν κατετάγη εθελοντικά στον αμερικανικό στρατό, δημοσίευσε και την πρώτη του συλλογή «Ο Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα». Το 1840 θα δει το φως και η πρώτη του συλλογή αφηγημάτων, όπου και η θρυλική «Πτώση του οίκου των Ασερ», και θ' ακολουθήσει μια φρενιτιώδης παραγωγή πεζογραφημάτων που θα εκπλήξουν με την ποικιλία τους.
Οπως σημειώνει η Κατερίνα Σχινά, προλογίζοντας τα «Διηγήματα», ο Πόε «πειραματίστηκε στην προ-επιστημονική φαντασία, έγραψε πολυεπίπεδες σάτιρες και τελειοποίησε το γοτθικό αφήγημα φρίκης, τρόμου και μυστηρίου, όχι μονάχα επινοώντας ιστορίες με έντονη παρουσία του τερατώδους και του απόκοσμου, αλλά κυρίως αποδίδοντας τον εσωτερικό μονόλογο διαταραγμένων ηρώων και δραματοποιώντας σε πολλαπλά επίπεδα τον πνευματικό και ψυχικό αναβρασμό».
Κοντά στην επανάσταση
Στην ελληνική αγορά η επέτειος συνέπεσε με την έκδοση του «Ουλαλούμ και άλλα ποιήματα» σε νέα μετάφραση από τον ποιητή Γιώργο Μπλάνα (εκδ. Ηλέκτρα), του «Ποιητική θεωρία και τέχνη» (εκδ. Τυφλόμυγα) καθώς και δύο συλλογών με διηγήματά του.
Στην έκδοση του «Πατάκη» ο «Μαύρος γάτος» πλαισιώνεται από τα «Μερικές κουβέντες με μια μούμια», «Χειρόγραφο σ' ένα μπουκάλι» και «Τρεις Κυριακές σε μια βδομάδα».
Ο «Μαύρος γάτος», όμως, δίνει τίτλο και στην εικονογραφημένη συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από το «Οξύ», μαζί με τα διηγήματα «Ο λάκκος και το εκκρεμές» και «Η πρόωρη ταφή», σε απόδοση της Ζέφης Κόλλια και με ζωγραφιές του φετινού υποψήφιου για το βραβείο Αντερσεν Λούις Σκαφάτι.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Biblionet, της βάσης δεδομένων του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, μέσα στην τελευταία τριακονταετία είδαν το φως 35 εκδόσεις του Πόε, γεγονός που φανερώνει την απήχηση του έργου του κι εδώ. Ας σημειωθεί ότι το 1826, ενθουσιασμένος από τον αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία, ο αμερικανός δημιουργός είχε επιδιώξει να λάβει μέρος εθελοντικά σ' αυτόν, αλλά η αποστολή στην οποία θα λάμβανε μέρος τελικά δεν πραγματοποιήθηκε...
Ο Εντγκαρ Αλαν Πόε είχε την τύχη να μεταφραστεί στη γλώσσα μας χωρίς μεγάλη καθυστέρηση, αρχής γενομένης το 1877 από τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Η πρόσληψη του έργου του στην Ελλάδα, από τα τέλη του 19ου αιώνα ώς τα μέσα του 20ού, αποτελεί, άλλωστε, και το θέμα μιας μελέτης που ετοιμάζει η φιλόλογος Χριστίνα Ντουνιά.
Ανάμεσα στους εισηγητές του θα συναντήσουμε τον Περικλή Γιαννόπουλο, έναν επιφανή εκπρόσωπο του ελληνικού αισθητισμού, που το 1896 μετέφρασε το «Κοράκι», όπως και τον Κοσμά Πολίτη, ενώ γόνιμες υπήρξαν οι επιρροές που άσκησε ο Πόε τόσο στον πρώιμο Κόντογλου όσο και στον πρώιμο Καζαντζάκη.
«Την εποχή του μεσοπολέμου και των νεοσυμβολιστών», λέει η Χριστίνα Ντουνιά, «από τον Λαπαθιώτη και τον Ουράνη ώς την Πολυδούρη και τον Καρυωτάκη είναι άφθονοι εκείνοι που στο πρόσωπό του αναγνώρισαν τον Αγιο Καταραμένο, ο οποίος, φέροντας το στίγμα του βασανισμένου, ζει μια ζωή που τον εξοντώνει σωματικά αλλά τον εξυψώνει καλλιτεχνικά».
Η Χριστίνα Ντουνιά ανιχνεύει επίσης τη σχέση του Πόε με τον Σκαρίμπα, αλλά και με τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο, που «ενδιαφέρονται λιγότερο για το βίο του ποιητή και περισσότερο για τη θεωρητική ματιά του πάνω στην τέχνη». Διερευνά επίσης την επίδραση που άσκησε στους έλληνες υπερρεαλιστές Εγγονόπουλο και Εμπειρίκο. Ωστόσο, «από τη δεκαετία του '40 κι έπειτα, βλέπουμε μια ανάσχεση του ενδιαφέροντος γι' αυτόν», λέει η ίδια, «δεδομένου ότι με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή, η ελληνική λογοτεχνία στρέφεται σε πολύ διαφορετικά μονοπάτια -εθνικά, πατριωτικά, κοινωνικά.
Ο Πόε, όμως, επανέρχεται ισχυρά από τη δεκαετία του '80, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σ' ολόκληρο τον κόσμο, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς της νεολαιίστικης κουλτούρας».
Είδωλο του Μάικλ Τζάκσον
Να 'ναι άραγε τυχαίο που ο πρόσφατα χαμένος Μάικλ Τζάκσον ονειρευόταν να υποδυθεί τον Πόε στη μεγάλη οθόνη; Αν σκεφτούμε την ιδιόμορφη σεξουαλικά περίπτωση και των δυο τους, όχι και τόσο. Οσο προσηλωμένος ήταν σεξουαλικά στην παιδική του ηλικία ο δημιουργός του «Thriller», άλλο τόσο ήταν κι ο συγγραφέας-ίνδαλμά του, έστω και για διαφορετικούς λόγους.
Οπως είχε επισημάνει από το 1932 η Μαρία Βοναπάρτη, ο Πόε είχε μια πλήρη σεξουαλική αναστολή: ήταν καταδικασμένος ν' αγαπάει παθητικά γυναίκες με σημάδια της αρρώστιας ή του θανάτου της αγαπημένης του μητέρας, τόσο στα έργα της φαντασίας του όσο και στην ίδια του τη ζωή. *
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Σταυρούλας Παπασπύρου - εφ. Ελευθεροτυπία, 09-08-2009
Χιλιάδες παιδιά χωρίς ταυτότητα
Σε αδιέξοδο βρίσκεται η πολιτεία στο θέμα των λεγόμενων «μεταναστών δεύτερης γενιάς» αδυνατώντας να δώσει λύση και μετατρέποντας χιλιάδες παιδιά σε «φαντάσματα» του ελληνικού κράτους. Πρόκειται για παιδιά μεταναστών, που παρά το γεγονός ότι γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή ήρθαν σε μικρή ηλικία, δεν έχουν κανένα νομιμοποιητικό έγγραφο παραμονής και όταν ενηλικιώνονται μετατρέπονται αυτόματα σε μετανάστες. «Δεν είμαστε μετανάστες. Δεν έχουμε γνωρίσει άλλη χώρα εκτός από την Ελλάδα, μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε εδώ, μαζί με τα παιδιά των Ελλήνων. Πολλοί από μας δεν έχουν πάει ούτε μια φορά στη χώρα των γονιών μας ούτε γνωρίζουμε τη γλώσσα τους», λένε τα ίδια τα παιδιά.
Το πρόβλημα ζητά πιεστικά λύση χρόνο με τον χρόνο καθώς ενηλικιώνονται όλο και περισσότερα από αυτά τα παιδιά. Φέτος, μάλιστα, κλείνουμε 18 χρόνια από το 1991, τη χρονιά που ξεκίνησε το μεγάλο κύμα μετανάστευσης προς την Ελλάδα από τη γειτονική Αλβανία και τις πρώην σοβιετικές χώρες στη συνέχεια. «Κάθε χρόνο, όσο θα μεγαλώνουν τα παιδιά των μεταναστών που ήρθαν στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία, το πρόβλημα θα γίνεται όλο και εντονότερο» τονίζει ο κ. Δημ. Χριστόπουλος, πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Στο κενό η ρύθμιση
Η πολυαναμενόμενη ρύθμιση του υπουργείου Εσωτερικών (Παρ. 7, Αρθ. 40 του Ν. 3731/ 2008), που δίνει τη δυνατότητα σε παιδιά μεταναστών να υπαχθούν στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, έπεσε στο κενό. Ενδεικτικά μέχρι σήμερα για όλη την Αττική έχουν υποβληθεί μόλις... τρεις αιτήσεις υπαγωγής στη συγκεκριμένη ρύθμιση. Λόγος της αποτυχίας θεωρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις: να είναι νόμιμοι και οι δύο γονείς την περίοδο που υποβάλλεται η αίτηση (όταν το παιδί κλείνει τα 18 του χρόνια), να έχει ολοκληρώσει την 9ετή υποχρεωτική εκπαίδευση αλλά και το παράβολο 900 ευρώ. Από τη ρύθμιση εξαιρούνται όσα παιδιά έχουν ήδη ενηλικιωθεί αλλά και τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν εδώ αλλά ήρθαν σε μικρή ηλικία.
«Εκτός από το αίσθημα αδικίας, την ανασφάλεια και όλα τα άλλα προβλήματα αυτά τα παιδιά αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην αγορά εργασίας. Δεν μπορούν να ασκήσουν αυτό που σπούδασαν, ιδίως όταν πρόκειται για κλειστό επάγγελμα, και αναγκάζονται να κάνουν πρόχειρες δουλειές. Συμβαίνει κάποιο παιδί να έχει τελειώσει Αρχιτεκτονική και η μόνη δυνατότητα που έχει είναι να εργαστεί ως βοηθός σε αντίστοιχο γραφείο. Παρά το ότι έχει τις ίδιες σπουδές και κάνει ακριβώς τα ίδια πράγματα με τους άλλους συναδέλφους του, δεν θα είναι ποτέ ίσος και θα πληρώνεται λιγότερο» περιγράφει η Σόνια Μητραλιά συντονίστρια της καμπάνιας «Οχι στον ρατσισμό από την κούνια» (http://www.kounia.org).
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στη χώρα μας ζουν 86.528 παιδιά νόμιμων μεταναστών (από 0-18 ετών). Ωστόσο, αν συνυπολογίσουμε και τα παιδιά μη νόμιμων μεταναστών, εκείνα που ήρθαν στην Ελλάδα μικρά ή αυτά που έχουν ενηλικιωθεί, τότε το πρόβλημα της «δεύτερης γενιάς» αφορά πάνω από 220.000 άτομα. Ενδεικτικά, τη σχολική χρονιά 2006-07 υπήρξαν 109.482 «αλλοδαποί» μαθητές σε ελληνικά σχολειά.
«Αόρατοι Ελληνες»
«Ο όρος μετανάστες δεύτερης γενιάς δεν είναι σωστός γιατί αυτά τα παιδιά δεν υπήρξαν ποτέ μετανάστες. Εζησαν εδώ όλη τη ζωή τους, είναι η μόνη πατρίδα που γνώρισαν. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όμως είναι περισσότερα από εκείνα των γονιών τους. Σήμερα, εάν ένα παιδί μετανάστη που ζει στην Ελλάδα μετά τα 18 του χρόνια δεν αρχίζει να εργάζεται και να κολλάει ένσημα, θεωρείται παράνομο και μπορεί να συλληφθεί και να φυλακιστεί ανά πάσα στιγμή», σχολιάζει ο Αχμέτ Μοαβία, συντονιστής του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών. Οι «μετανάστες δεύτερης γενιάς» δεν έχουν πιστοποιητικό αλλά μόνο ληξιαρχική πράξη γέννησης, «η οποία έχει χρησιμότητα μόνο για τη Στατιστική Υπηρεσία. Κατά τα άλλα, αυτά τα παιδιά δεν είναι καταγεγραμμένα πουθενά. Εγώ τους ονομάζω αόρατους Ελληνες», συμπληρώνει ο κ. Μοαβία.
Ενα μόνο παιδί έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να πάρει πιστοποιητικό γέννησης, και αυτό «συμβολικά». Πρόκειται για τη μικρούλα Κούκουα, οι γονείς της οποίας κατάγονται από την Γκάνα και η οποία ενεγράφη στο Δημοτολόγιο του Δήμου Καισαριανής κατά τη διάρκεια συμβολικής εκδήλωσης που έκανε ο δήμος πριν από δύο μήνες με σκοπό την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης στο θέμα. «Δυστυχώς δεν υπάρχει ακόμα κάποια επίσημη ανταπόκριση. Ζητήσαμε από το υπ. Εσωτερικών να δοθεί κάποια λύση γι' αυτά τα παιδιά αλλά και τη συνδρομή της ΚΕΔΚΕ. Η ΚΕΔΚΕ μας απάντησε ότι εξετάζει το θέμα, το υπ. Εσωτερικών δεν μας έχει απαντήσει ακόμα» ανέφερε στην «Κ» ο δήμαρχος Καισαριανής κ. Σπύρος Τζόκας.
Τι ισχύει στην Ε.Ε.
Γαλλία. Τα παιδιά αποκτούν την υπηκοότητα αυτόματα με την ενηλικίωσή τους.
Γερμανία. Αν έστω κι ο ένας γονέας διαμένει στη χώρα οκτώ χρόνια με άδεια αόριστης διάρκειας, τα παιδιά θεωρούνται Γερμανοί με τη γέννησή τους.
Βέλγιο. Προϋπόθεση οι γονείς να διαμένουν στη χώρα τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν από τη γέννηση του παιδιού.
Ισπανία. Τα παιδιά αποκτούν την υπηκοότητα αν οι γονείς ζούσαν στη χώρα τουλάχιστον ένα χρόνο πριν υποβάλουν την αίτηση για πολιτογράφηση.
Ιταλία. Πολιτογραφούνται Ιταλοί αφού συμπληρώσουν τα 18.
Μ. Βρετανία. Αν ο ένας τουλάχιστον γονέας έχει αόριστη διάρκεια διαμονής, το παιδί γίνεται αυτόματα Βρετανός πολίτης. Επίσης αν το παιδί ζήσει ώς τα 10 του χρόνια στη χώρα, έχει το δικαίωμα να πολιτογραφηθεί.
Bαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Κώστα Ονισένκο - εφ. Καθημερινή, 02-08-2009
Το πρόβλημα ζητά πιεστικά λύση χρόνο με τον χρόνο καθώς ενηλικιώνονται όλο και περισσότερα από αυτά τα παιδιά. Φέτος, μάλιστα, κλείνουμε 18 χρόνια από το 1991, τη χρονιά που ξεκίνησε το μεγάλο κύμα μετανάστευσης προς την Ελλάδα από τη γειτονική Αλβανία και τις πρώην σοβιετικές χώρες στη συνέχεια. «Κάθε χρόνο, όσο θα μεγαλώνουν τα παιδιά των μεταναστών που ήρθαν στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία, το πρόβλημα θα γίνεται όλο και εντονότερο» τονίζει ο κ. Δημ. Χριστόπουλος, πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Στο κενό η ρύθμιση
Η πολυαναμενόμενη ρύθμιση του υπουργείου Εσωτερικών (Παρ. 7, Αρθ. 40 του Ν. 3731/ 2008), που δίνει τη δυνατότητα σε παιδιά μεταναστών να υπαχθούν στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, έπεσε στο κενό. Ενδεικτικά μέχρι σήμερα για όλη την Αττική έχουν υποβληθεί μόλις... τρεις αιτήσεις υπαγωγής στη συγκεκριμένη ρύθμιση. Λόγος της αποτυχίας θεωρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις: να είναι νόμιμοι και οι δύο γονείς την περίοδο που υποβάλλεται η αίτηση (όταν το παιδί κλείνει τα 18 του χρόνια), να έχει ολοκληρώσει την 9ετή υποχρεωτική εκπαίδευση αλλά και το παράβολο 900 ευρώ. Από τη ρύθμιση εξαιρούνται όσα παιδιά έχουν ήδη ενηλικιωθεί αλλά και τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν εδώ αλλά ήρθαν σε μικρή ηλικία.
«Εκτός από το αίσθημα αδικίας, την ανασφάλεια και όλα τα άλλα προβλήματα αυτά τα παιδιά αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην αγορά εργασίας. Δεν μπορούν να ασκήσουν αυτό που σπούδασαν, ιδίως όταν πρόκειται για κλειστό επάγγελμα, και αναγκάζονται να κάνουν πρόχειρες δουλειές. Συμβαίνει κάποιο παιδί να έχει τελειώσει Αρχιτεκτονική και η μόνη δυνατότητα που έχει είναι να εργαστεί ως βοηθός σε αντίστοιχο γραφείο. Παρά το ότι έχει τις ίδιες σπουδές και κάνει ακριβώς τα ίδια πράγματα με τους άλλους συναδέλφους του, δεν θα είναι ποτέ ίσος και θα πληρώνεται λιγότερο» περιγράφει η Σόνια Μητραλιά συντονίστρια της καμπάνιας «Οχι στον ρατσισμό από την κούνια» (http://www.kounia.org).
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στη χώρα μας ζουν 86.528 παιδιά νόμιμων μεταναστών (από 0-18 ετών). Ωστόσο, αν συνυπολογίσουμε και τα παιδιά μη νόμιμων μεταναστών, εκείνα που ήρθαν στην Ελλάδα μικρά ή αυτά που έχουν ενηλικιωθεί, τότε το πρόβλημα της «δεύτερης γενιάς» αφορά πάνω από 220.000 άτομα. Ενδεικτικά, τη σχολική χρονιά 2006-07 υπήρξαν 109.482 «αλλοδαποί» μαθητές σε ελληνικά σχολειά.
«Αόρατοι Ελληνες»
«Ο όρος μετανάστες δεύτερης γενιάς δεν είναι σωστός γιατί αυτά τα παιδιά δεν υπήρξαν ποτέ μετανάστες. Εζησαν εδώ όλη τη ζωή τους, είναι η μόνη πατρίδα που γνώρισαν. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όμως είναι περισσότερα από εκείνα των γονιών τους. Σήμερα, εάν ένα παιδί μετανάστη που ζει στην Ελλάδα μετά τα 18 του χρόνια δεν αρχίζει να εργάζεται και να κολλάει ένσημα, θεωρείται παράνομο και μπορεί να συλληφθεί και να φυλακιστεί ανά πάσα στιγμή», σχολιάζει ο Αχμέτ Μοαβία, συντονιστής του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών. Οι «μετανάστες δεύτερης γενιάς» δεν έχουν πιστοποιητικό αλλά μόνο ληξιαρχική πράξη γέννησης, «η οποία έχει χρησιμότητα μόνο για τη Στατιστική Υπηρεσία. Κατά τα άλλα, αυτά τα παιδιά δεν είναι καταγεγραμμένα πουθενά. Εγώ τους ονομάζω αόρατους Ελληνες», συμπληρώνει ο κ. Μοαβία.
Ενα μόνο παιδί έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να πάρει πιστοποιητικό γέννησης, και αυτό «συμβολικά». Πρόκειται για τη μικρούλα Κούκουα, οι γονείς της οποίας κατάγονται από την Γκάνα και η οποία ενεγράφη στο Δημοτολόγιο του Δήμου Καισαριανής κατά τη διάρκεια συμβολικής εκδήλωσης που έκανε ο δήμος πριν από δύο μήνες με σκοπό την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης στο θέμα. «Δυστυχώς δεν υπάρχει ακόμα κάποια επίσημη ανταπόκριση. Ζητήσαμε από το υπ. Εσωτερικών να δοθεί κάποια λύση γι' αυτά τα παιδιά αλλά και τη συνδρομή της ΚΕΔΚΕ. Η ΚΕΔΚΕ μας απάντησε ότι εξετάζει το θέμα, το υπ. Εσωτερικών δεν μας έχει απαντήσει ακόμα» ανέφερε στην «Κ» ο δήμαρχος Καισαριανής κ. Σπύρος Τζόκας.
Τι ισχύει στην Ε.Ε.
Γαλλία. Τα παιδιά αποκτούν την υπηκοότητα αυτόματα με την ενηλικίωσή τους.
Γερμανία. Αν έστω κι ο ένας γονέας διαμένει στη χώρα οκτώ χρόνια με άδεια αόριστης διάρκειας, τα παιδιά θεωρούνται Γερμανοί με τη γέννησή τους.
Βέλγιο. Προϋπόθεση οι γονείς να διαμένουν στη χώρα τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν από τη γέννηση του παιδιού.
Ισπανία. Τα παιδιά αποκτούν την υπηκοότητα αν οι γονείς ζούσαν στη χώρα τουλάχιστον ένα χρόνο πριν υποβάλουν την αίτηση για πολιτογράφηση.
Ιταλία. Πολιτογραφούνται Ιταλοί αφού συμπληρώσουν τα 18.
Μ. Βρετανία. Αν ο ένας τουλάχιστον γονέας έχει αόριστη διάρκεια διαμονής, το παιδί γίνεται αυτόματα Βρετανός πολίτης. Επίσης αν το παιδί ζήσει ώς τα 10 του χρόνια στη χώρα, έχει το δικαίωμα να πολιτογραφηθεί.
Bαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Κώστα Ονισένκο - εφ. Καθημερινή, 02-08-2009
19/10/09
Ημιυπαίθριος ο βίος εν Ελλάδι
Mάθαμε από παλιά να λέμε, και με κάποιο καμάρι είναι η αλήθεια, πως ο βίος εν Ελλάδι είναι υπαίθριος, επαναλαμβάνοντας τη σχετική διαπίστωση - πίστη του Περικλή Γιαννόπουλου. Αλλά στον έναν αιώνα (τουλάχιστον) που διέρρευσε από τότε, έχουν αλλάξει τα πάντα, και έχουν αλλάξει ριζικά. Δεν είναι ίδια πια η Ελλάδα, σαν τόπος, άρα και σαν τρόπος διέγερσης των αισθήσεων και πρόκλησης αισθημάτων. Η ανοιχτοσύνη της (η ανοιχτοσύνη της φύσης της εννοώ) υποχώρησε ραγδαία, οι ορίζοντές της στένεψαν εμποδισμένοι από κτίρια που υψώνονται παντού, νόμιμα και παράνομα, η ύπαιθρός της, νησιωτική και ορεινή, κατατμήθηκε, περιφράχθηκε, οικοδομήθηκε, λεηλατήθηκε, ο ουρανός της χαμήλωσε σκιασμένος από τοξικά νέφη, τα δώρα του ήλιου γυρνούν ώρες ώρες σε κατάρα. Η ύπαιθρος, λέξη που μνημονεύει την αίθρη, τον καθαρό και γαλανό ουρανό, κατακλύσθηκε από αναρίθμητες μικρές Αθήνες, αγχωμένα και αγχωτικά οικοδομικά απομιμήματα της πρωτεύουσας, που όπως κι αυτή, εκτείνονται και υψώνονται άτακτα και άτσαλα, δίχως ρυθμό και σέβας προς τη φύση που κάποτε τα περιέβαλλε, σπαταλώντας το χώμα, τα ποτάμια, τα βουνά, τις λίμνες, τη θάλασσα· η εξοχή τείνει να γίνει ανάμνηση.Από τον υπαίθριο βίο υποχωρήσαμε εδώ και χρόνια πολλά σε κάτι σαν το πικ νικ ή τις διήμερες και τριήμερες φυγές προς όλο και περισσότερο απομακρυσμένες και όλο και σαφέστερα εξομοιωμένες γενέτειρες. Κι έχουν απομείνει μόνο κάποιες τελετές αναπαράστασης (του Πάσχα και των διακοπών, ας πούμε), για να ερεθίζουν τη νοσταλγία και να συντηρούν, όσο το μπορούν, την ψευδαίσθηση του υπαίθριου και του ανοιχτού, του έξω. Ωστε θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, σήμερα πια, ο βίος εν Ελλάδι είναι ημιυπαίθριος. Με την προσθήκη μάλιστα ότι κι αυτούς τους ημιυπαίθριους χώρους που συνηθίσαμε να αφήνουμε στα αστικά μας διαμερίσματα, τους περικλείουμε πια, για να κερδίσουμε άλλα δέκα ή τριάντα τετραγωνικά στεγασμένου χώρου. Για τους φτωχούς αυτού του τόπου, ο βίος υπήρξε κάποτε ημιυπόγειος, όταν μετακινήθηκαν από την επαρχία στην Αθήνα, εσωτερικοί μετανάστες, κυνηγώντας τη μοίρα τους ή κυνηγημένοι από τη μοίρα τους· αλλά τα ημιυπόγεια προορίζονται πλέον για τους εξωτερικούς μετανάστες. Το καινούργιο σήμα κατατεθέν ήταν οι ημιυπαίθριοι.Παραδόξως, τα λεξικά μας, ακόμα και τα πλέον σύγχρονα, αδικώντας τον επινοητικότατο κοινό νου, δεν φιλοξενούν το λήμμα «ημιυπαίθριος», ενώ περιέχουν φυσικά το «ημιυπόγειος». Ισως να εμπόδισε τη συμπερίληψη της λέξης η δυσκολία ορισμού της. Η λέξη πάντως υπάρχει από χρόνια, κι όχι μόνο στους κύκλους των μηχανικών και των πολεοδόμων, και κυρίως υπάρχει η πραγματικότητα, απτή και ορατή. Τώρα βέβαια, και μετά την κοινοβουλευτική «τακτοποίηση» των ημιυπαίθριων χώρων, θα υποχρεωθούν και οι λεξικογράφοι να εμπλουτίσουν τους τόμους τους, και να υποσημειώσουν εκεί ότι η λέξη οφείλει πολλά στον κ. Γεώργιο Σουφλιά, ο οποίος άλλωστε εμφανίστηκε στη Βουλή και σαν δεινός γλωσσολόγος (αρκεί η εξουσία για να σε κάνει πολυμαθή και πολυτεχνίτη, μια αυθεντία), επιμένοντας ότι άλλο είναι η «τακτοποίηση» και άλλο η «νομιμοποίηση». Πάντως καταλληλότερος από τον εν λόγω υπουργό για την τακτοποίηση ή τη νομιμοποίηση των αυθαίρετων ημιυπαίθριων δεν θα μπορούσε να υπάρξει: είναι γνωστές και οι δικές του αυθαίρετες επεμβάσεις στο σπίτι του, τακτοποιηθείσες ή νομιμοποιηθείσες διά προστίμου.Ο κ. Σουφλιάς του ΥΠΕΧΩΔΕ, λοιπόν, από κοινού με τον κ. Παπαθανασίου της Οικονομίας, αποφάσισαν να εφαρμόσουν το σχέδιο «πληρώστε για να νομίσετε ότι θα το σώσετε και για να νομίσετε επίσης ότι δεν θα ξαναπληρώσετε». Θα πείτε, από τη στιγμή που νομιμοποιείται (και μάλιστα δίχως πρόστιμο, αλλά με συμβολικό αντίτιμο την ψήφο) η μια γενιά αυθαιρέτων μετά την άλλη, σε όρη και νησιά, συχνά μάλιστα με τις ευλογίες της Ναοδομίας (άλλη ελληνική πατέντα κι αυτή), είναι κρίμα και άδικο να εκκρεμούν στο κενό (σε ένα «ημι» μεταξύ στεγασμένου και υπαιθρίου, μεταξύ ύπαρξης και μη ύπαρξης) λίγα τετραγωνικά κλεισμένα πρόχειρα με γυαλί και αλουμίνιο. Οχι βέβαια ότι η κυβέρνηση συμμερίστηκε ξαφνικά το στεγαστικό άγχος των ανθρώπων· τον οβολό τους χρειάστηκε απλώς, για να τον ρίξει στον άπατο κρατικό κορβανά, διά του οποίου υποτίθεται ότι λαμβάνει σάρκα και οστά η εντούτοις άφαντη «κοινωνική πολιτική», ένα «πλάσμα» περισσότερο δυσεύρετο και από τον μυθικό Πήγασο. Κουτοπόνηρα έδρασε η κυβέρνηση, ανταποκρινόμενη έτσι, με την προσθήκη αρκετού κυνισμού και μάλιστα εκβιαστικού, στην κουτοπονηριά των ημιυπαιθριούχων, εκείνο το πατροπαράδοτο «έλα μωρέ, ποιος θα με δει εδώ στο στενουδάκι ανάμεσα στους ακάλυπτους, αν δεν με καρφώσουν;», το οποίο συμπληρώνεται και επικουρείται από το επίσης παραδοσιακό και τάχα αντιεξουσιαστικό «και γιατί δεν πάνε να γκρεμίσουν τα καραμπινάτα αυθαίρετα των μεγάλων και πρώτα πρώτα τα δικά τους;».Η λέξη «ημιυπαίθριος» πάντως, και η συναφής πρακτική είναι συμβολοβριθής. Συλλαμβάνει και αποδίδει με ενάργεια όχι τόσο την περιβόητη φυλετική μας πολυμηχανία όσο την κάποια τάση μας να κινούμαστε και να πολιτευόμαστε σε ένα μετέχμιο, σε μια ενδιάμεση περιοχή μεταξύ της ημινομιμότητας και της ημιπαρανομίας, είτε για τους ημιυπαίθριους πρόκειται και τα κάθε λογής αυθαίρετα είτε γενικά για τις σχέσεις μας με την εφορία ή οποιαδήποτε άλλη μορφή του κράτους. Αυτός ο ημινόμιμος - ημιπαράνομος βίος μάς προσφέρει τη (μικρο)χαρά ότι τα καταφέρνουμε και ξεγελάμε την Εξουσία και τους δεσποτικούς κανόνες της, τη χαρά ότι «εμείς δεν είμαστε πρόβατα», όπως οι άλλοι, εμείς είμαστε τύποι ξύπνιοι, επιτήδειοι. Σε τούτο το εθιμικό αντάρτικό μας, που είναι βέβαια κίβδηλο, ένα εγωτικό, αντικοινωνικό φαντασιοκόπημα, η μοναδική νομιμότητα που αποσπούμε, κίβδηλη και αυτή, προέρχεται από την ημιπαρανομία του διπλανού μας: κρατάμε εμείς κλειστό το δεξί μας μάτι στη δική του ζαβολιά για να κρατήσει αυτός κλειστό το δικό του αριστερό όταν ενεργοποιείται η δική μας καπατσοσύνη, και από κοινού βέβαια καταγγέλλουμε δριμύτατα τη διαφθορά· και δεν συνειδητοποιούμε ή δεν παραδεχόμαστε ότι η δική μας μικρή και χαμηλή διαφθορά νομιμοποιεί με τον τρόπο της τη μεγάλη Διαφθορά, της ανοίγει χώρο για να υπάρξει και να επιβληθεί (χώρο κοινωνικό, πολιτικό, πνευματικό και ηθικό), και της προσφέρει απλόχερα άλλοθι. Τέτοια ιδιωτικά μικροαντάρτικα, αλληλοεχθρευόμενα (οι συμμαχίες, οι λυκοφιλίες μάλλον, καταρρέουν με το πρώτο κάρφωμα) και αυτολατρευτικά, δεν συνιστούν απειλή για καμιά εξουσία· το αντίθετο, αποτελούν ένα καλό λάδι για να λιπαίνει τη μηχανή της δικής της αυθαιρεσίας, της δικής της ανομικής και αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Ευτυχώς, δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν τα «πρόβατα» και τα «κορόιδα», όσοι πάνε με το σταυρό στο χέρι ακόμα και αν τυχαίνει να είναι άθρησκοι· αυτοί, οι βαρύτατα λοιδορούμενοι από χαμηλούς και υψηλούς καταφερτζήδες, υπήρξαν ανέκαθεν το άλας της γης.
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Παντελή Μπουκάλα - εφ. Καθημερινή, 19-07-2009
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Παντελή Μπουκάλα - εφ. Καθημερινή, 19-07-2009
Χούλιγκαν με ράσα;
Στην Αλεξάνδρεια οι χριστιανοί ζηλωτές, ανάμεσα στο 415 και το 420 μ.Χ., κατέστρεψαν το Σαράπειο και έγδαραν τη νεοπλατωνική φιλόσοφο Υπατία, παρακινούμενοι από τον επίσκοπο Κλήμη.
Η Μονή Αστερίου, που εικάζεται πως είναι χτισμένη, όπως πολλοί χριστιανικοί τόποι λατρείας, επάνω στα ερείπια αρχαίου κτίσματος, της Σχολής του Διόδωρου. Ο Ιουλιανός προσπάθησε να σώσει τον ναό του Απόλλωνα στη Δάφνη, έξω από την Αντιόχεια, ζηλωτές επίσης τον κατέκαυσαν. Στην Παλαιόπολη της Κέρκυρας ο επίσκοπος Ιοδιανός με περηφάνια έλεγε πως διέλυσε τα ιερά των εθνικών προκειμένου να οικοδομηθεί μια παλαιοχριστιανική βασιλική.
Τα σχέδια του Κάρεϊ είναι αδιάψευστοι μάρτυρες για το τι έγιναν τα αγάλματα στο ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα προκειμένου να εξασφαλιστεί περισσότερο φως στην αψίδα της βασιλικής που χτίστηκε στην «καρδιά» του. Ομως και πολλά άλλα μνημεία «δάνεισαν» το οικοδομικό υλικό τους σε βυζαντινά κτίσματα. Αλλοτε με λεηλασίες και κλοπές, άλλοτε απλώς χρησιμοποιώντας το ήδη κατεστραμμένο υλικό. Ετσι βλέπουμε ενσωματωμένα κιονόκρανα και θωράκια σε ναούς. Οπως οι μαρμαροποδιές και οι κιονίσκοι στη Ρωσική Εκκλησία της οδού Φιλελλήνων.
Οι μαυροφορεμένοι που σφυροκοπούν τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα στο επίμαχο απόσπασμα που περικόπηκε από την ταινία του Κώστα Γαβρά η οποία προβάλλεται στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, δεν ήταν οι μόνοι βέβηλοι. Η περικοπή της σκηνής ξύπνησε πάλι τον επαρχιωτισμό μας, διασύροντάς μας στο εξωτερικό μετά από έναν μήνα επαίνων. Ανακίνησε όμως και τις συζητήσεις για το τι πραγματικά συνέβη εκείνη την εποχή στον Παρθενώνα αλλά και σε άλλα μνημεία. Αν πρέπει να αποσιωπούνται οι βανδαλισμοί των χριστιανών και πρέπει να αναφερόμαστε μόνο στις σωτήριες συνήθειές τους για την κληρονομιά μας. Οπως συνέβη με τον ναό του Ηφαίστου στο Θησείο, που τον μετέτρεψαν σε εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Αυτή είναι η μια όψη της Ιστορίας. Η άλλη, όπως έχει επισημάνει ο Μανώλης Κορρές και άλλοι διακεκριμένοι επιστήμονες, είναι διαφορετική. Χριστιανοί πελεκούσαν άγρια τις μετόπες του Παρθενώνα της βόρειας και της δυτικής πλευράς. Εκτός από την 32η, που θεωρήθηκε ότι απεικονίζει σκηνή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου!
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν ήσαν γενικώς οι χριστιανοί υπαίτιοι για την καταστροφή των μνημείων του αρχαίου κόσμου γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου. Το θέσαμε στον διευθυντή του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Δημήτρη Κωνστάντιο, στον καθηγητή βυζαντινολογίας του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας Παναγιώτη Αγαπητό και στην αρχαιολόγο και αναπληρώτρια καθηγήτρια του Πολυτεχνείου Κρήτης Φανή Μαλλούχου.
«Δεν μπορούμε να αποφανθούμε ότι οι Βυζαντινοί κατέστρεψαν την αρχαία πολιτιστική κληρονομιά, με όρους του 21ου αιώνα» επισημαίνει ο Δ. Κωνστάντιος. «Μην ξεχνάμε άλλωστε πως δεν υπήρχε τότε κανένα πλαίσιο προστασίας. Βεβαίως όταν η χριστιανική θρησκεία, κυρίως μετά τον τέταρτο αιώνα, γινόταν η επίσημη θρησκεία του κράτους, συνέβησαν και ακρότητες.
»Για ό,τι αφορά ωστόσο τον Παρθενώνα, στράφηκαν κυρίως κατά των γυμνών γλυπτών, ενώ άλλα τα ενέταξαν στη θρησκεία τους. Επίσης εκχριστιάνισαν και άλλα γλυπτά που δεν ανταποκρίνονταν στη χριστιανική αντίληψη. Εκθέτουμε μια Μέδουσα στο Βυζαντινό Μουσείο την οποία δεν μπορούσαν να δεχτούν ως είχε. Και έτσι στο πίσω μέρος της σκάλισαν έναν σταυρό. Γενικότερα όμως η μετάβαση από την παλιά στη νέα θρησκεία έγινε ομαλά. Το φαινόμενο βέβαια είναι παγκόσμιο. Δεν υπάρχει θρησκεία που να θέλει να κυριαρχήσει και να μην έχει και τους ζηλωτές της».
«Παλαιότερα πιστεύαμε πως οι καταστροφές εκ μέρους των φανατικών, κυρίως στην Ανατολή ήσαν τεράστιες» συνεχίζει η Φ. Μαλούχου. «Πηγή ήταν το «Περί ιερών» του Λιβάνιου, ενός ρήτορα από την Αντιόχεια. Τώρα ξέρουμε πως τα γεγονότα δεν συνέβησαν σε τόσο μεγάλη κλίμακα».
Αναφερόμενος στην περίοδο από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο μέχρι τον Ιουστινιανό (300 - 500 μ.Χ., πρώιμη βυζαντινή περίοδο), ο Π. Αγαπητός υπογραμμίζει πως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περνάει τότε από την ξεκάθαρα ειδωλολατρική, θεσμικά και κρατικά προσδιορισμένη, κουλτούρα της, με τον αυτοκράτορα ως θεό, στη χριστιανική της εκδοχή, με τον αυτοκράτορα ως ένθεο ή διά θεού, τον εκπρόσωπο δηλαδή του θεού στην επίγειο βασιλεία.
Παρουσιάζεται δε και το εξής φαινόμενο: Ο αυτοκράτορας διά του νομοθετικού έργου του στοχεύει από τη μια μεριά να επισημοποιήσει τη χριστιανική θρησκεία και από την άλλη να προστατεύσει τους αρχαίους ναούς και τα τεμένη. Υπάρχουν νόμοι του Κωνσταντίνου και των διαδόχων του που απαγορεύουν την καταστροφή των αρχαίων ναών.
«Δεν το ερμηνεύω ως φιλοτεχνία ή ως πιθανή ταύτιση με τη δική μας αρχαιολογική αντίληψη αλλά ως τμήμα μιας ευρύτερης πολιτικής που αφορούσε τη διαχείριση των έργων τέχνης ως οικονομικού κεφαλαίου» λέει ο ίδιος. «Είτε επρόκειτο για τα μεγάλα χάλκινα αγάλματα ή για τα αναθήματα στους ναούς ή και για την ακίνητη περιουσία την οποία διέθεταν τα τεμένη. Προστατεύοντας τα, το κράτος τα κρατάει υπό τη διαχείρισή του και δεν τα παραδίδει στη χριστιανική εκκλησία. Σε περιπτώσεις δε όπως οι καταστροφές από τον όχλο με την παρότρυνση του Κλήμη, εστάλησαν στρατιωτικές δυνάμεις για να προστατεύσουν ανθρώπους και κτίρια. Αυτό που για μας σήμερα αποτελεί μνημείο για εκείνους δεν είχε αυτόν τον χαρακτήρα».
Καταστροφή από άνάγκη
Υπήρχαν άλλωστε και οι δυσκολίες της προσπόρισης πρωτογενούς υλικού για την κατασκευή ενός κτιρίου. Τα έργα στην Ακρόπολη ολοκληρώθηκαν περίπου σε ογδόντα χρόνια πάνω στις πλάτες δεκάδων χιλιάδων δούλων που εργάστηκαν στα λατομεία της Πεντέλης και στα ορυχεία ασημιού στο Λαύριο. Στο Βυζάντιο, αντιθέτως, όπου είχε αρχίσει να καταργείται ο θεσμός της δουλείας, κάποιος έπρεπε να πληρώσει τους εργάτες για να μεταφέρουν τις πέτρες. Κι έτσι, όταν το κράτος μπορούσε να τις βρει φτηνά, σε περιπτώσεις ερειπωμένων πόλεων, χρησιμοποιούσε το υλικό από όλα τα γκρεμισμένα κτίρια, συμπεριλαμβανομένων των ειδωλολατρικών ναών και των εκκλησιών, για να ανοικοδομήσει, για παράδειγμα, τα προστατευτικά τείχη. Αρα η καταστροφή δεν ήταν αυτοσκοπός τότε αλλά γινόταν από ανάγκη.
«Και ακόμα», επισημαίνει ο Π. Αγαπητός, «συχνά, όταν μια παλαιοχριστιανική βασιλική καταστρεφόταν ολόκληρη ή μέρος της από έναν σεισμό, δεν αποκαθίστατο, όπως θα συνέβαινε σήμερα, αλλά με το υπάρχον υλικό χτιζόταν μια άλλη, μικρότερη εκκλησία, που αντικατόπτριζε τις αισθητικές αντιλήψεις και τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής».
«Βέβαια πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως τα αρχαία ιερά είχαν ήδη εκπέσει. Πάρα πολλά εξ αυτών πάνω στα οποία έκτιζαν τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές δεν ήταν πια σε λειτουργία. Τον 4ο αιώνα άλλωστε είχε γεμίσει η ρωμαϊκή αυτοκρατορία με ανατολικές θρησκείες. Δεν ήταν ελκτική πλέον η αρχαία θρησκεία, ασχέτως αν στην Αθήνα ήταν ακόμα ισχυρή» λέει ο Δ. Κωστάντιος και προσθέτει: «Σήμερα ακόμα, στις εκκλησίες αλλά και στα σπίτια της Πλάκας, λογικά υπάρχουν ενσωματωμένα κομμάτια από την Ακρόπολη. Οι άνθρωποι δεν την είχαν κάποτε σε τόσο μεγάλη εκτίμηση, δεν ήξεραν καν πως υπήρχε ένας γλύπτης ονόματι Φειδίας. Λιθολογούσαν την Ακρόπολη και άλλα ιερά από ανάγκη για κατασκευαστικά υλικά».
Η Φ. Μαλλούχου συμπληρώνει: «Η Ακρόπολη ήταν προστατευόμενο μνημείο ήδη από το 1835, επί εφόρου αρχαιοτήτων Λούντβιχ Ροτ. Για να τη δει κάποιος, έπρεπε να βγάλει εισιτήριο. Μετά τον Ροτ ανέλαβε ο Κυριάκος Πιττάκης, ο οποίος συγκέντρωσε στο μνημείο υλικό από διαφορετικά μημεία της Αθήνας προκειμένου να διαφυλαχθούν. Πουλούσαν δε ειδικά τα άμορφα κομμάτια μαρμάρου για την κατασκευή των κατοικιών της οθωνικής περιόδου. Ετυχε στα έργα για την επισκευή του Αρσακείου, όταν το κτίριο καθαρίστηκε από τους σοβάδες, να αποκαλυφθούν και τμήματα μαρμάρου με παραστάσεις, που ειδικό συνεργείο από την Ακρόπολη τα μετέφερε εκεί».
Το μνημείο που άντεξε
Για ό,τι αφορά τον Παρθενώνα, ολοκληρώνει ο Π. Αγαπητός, «αναλογικά δεν υπέστη σημαντικές καταστροφές, τουλάχιστον ως τον βομβαρδισμό του από τον Μοροζίνι. Το μνημείο άντεξε επί αιώνες, έπαιξε δε ρόλο σ' αυτό και η μετατροπή του σε ορθόδοξη και φράγκικη εκκλησία, όπως και σε τζαμί. Πράγματι, οι μετόπες είναι χτυπημένες με σφυρί, αλλά μπορεί αυτό να έχει να κάνει και με την προσπάθεια να ανοιχτούν παράθυρα ώστε να επιτραπεί η διοχέτευση του φωτός στη βυζαντινή προσαρμοζόμενη εκκλησία.
»Αν ήθελαν να καταστρέψουν τον Παρθενώνα που έχει την ιδιαιτερότητα να είναι ορατός από παντού, το απλούστερο πράγμα θα ήταν να τον κατεδαφίσουν. Ομως αυτό δεν συνέφερε κανέναν. Και δεν βρίσκουμε τίποτα τεκμηριωμένο στις πηγές ή τουλάχιστον δεν έχουν γράψει τίποτα περί βανδαλισμών κατά των ναών αλλά και της ίδιας τους της περιουσίας ο Πρόκλος, ο Μαρίνος και οι άλλοι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι, που έφυγαν από την Αθήνα μετά το διάταγμα του Ιουστινιανού το 529 για το κλείσιμο των σχολών. Εκτός κι αν όλα, βέβαια, συνέβησαν αργότερα».
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Χρήστου Σιάφκου - εφ. Ελευθεροτυπία, 09-08-2009
Η Μονή Αστερίου, που εικάζεται πως είναι χτισμένη, όπως πολλοί χριστιανικοί τόποι λατρείας, επάνω στα ερείπια αρχαίου κτίσματος, της Σχολής του Διόδωρου. Ο Ιουλιανός προσπάθησε να σώσει τον ναό του Απόλλωνα στη Δάφνη, έξω από την Αντιόχεια, ζηλωτές επίσης τον κατέκαυσαν. Στην Παλαιόπολη της Κέρκυρας ο επίσκοπος Ιοδιανός με περηφάνια έλεγε πως διέλυσε τα ιερά των εθνικών προκειμένου να οικοδομηθεί μια παλαιοχριστιανική βασιλική.
Τα σχέδια του Κάρεϊ είναι αδιάψευστοι μάρτυρες για το τι έγιναν τα αγάλματα στο ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα προκειμένου να εξασφαλιστεί περισσότερο φως στην αψίδα της βασιλικής που χτίστηκε στην «καρδιά» του. Ομως και πολλά άλλα μνημεία «δάνεισαν» το οικοδομικό υλικό τους σε βυζαντινά κτίσματα. Αλλοτε με λεηλασίες και κλοπές, άλλοτε απλώς χρησιμοποιώντας το ήδη κατεστραμμένο υλικό. Ετσι βλέπουμε ενσωματωμένα κιονόκρανα και θωράκια σε ναούς. Οπως οι μαρμαροποδιές και οι κιονίσκοι στη Ρωσική Εκκλησία της οδού Φιλελλήνων.
Οι μαυροφορεμένοι που σφυροκοπούν τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα στο επίμαχο απόσπασμα που περικόπηκε από την ταινία του Κώστα Γαβρά η οποία προβάλλεται στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, δεν ήταν οι μόνοι βέβηλοι. Η περικοπή της σκηνής ξύπνησε πάλι τον επαρχιωτισμό μας, διασύροντάς μας στο εξωτερικό μετά από έναν μήνα επαίνων. Ανακίνησε όμως και τις συζητήσεις για το τι πραγματικά συνέβη εκείνη την εποχή στον Παρθενώνα αλλά και σε άλλα μνημεία. Αν πρέπει να αποσιωπούνται οι βανδαλισμοί των χριστιανών και πρέπει να αναφερόμαστε μόνο στις σωτήριες συνήθειές τους για την κληρονομιά μας. Οπως συνέβη με τον ναό του Ηφαίστου στο Θησείο, που τον μετέτρεψαν σε εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Αυτή είναι η μια όψη της Ιστορίας. Η άλλη, όπως έχει επισημάνει ο Μανώλης Κορρές και άλλοι διακεκριμένοι επιστήμονες, είναι διαφορετική. Χριστιανοί πελεκούσαν άγρια τις μετόπες του Παρθενώνα της βόρειας και της δυτικής πλευράς. Εκτός από την 32η, που θεωρήθηκε ότι απεικονίζει σκηνή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου!
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν ήσαν γενικώς οι χριστιανοί υπαίτιοι για την καταστροφή των μνημείων του αρχαίου κόσμου γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου. Το θέσαμε στον διευθυντή του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Δημήτρη Κωνστάντιο, στον καθηγητή βυζαντινολογίας του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας Παναγιώτη Αγαπητό και στην αρχαιολόγο και αναπληρώτρια καθηγήτρια του Πολυτεχνείου Κρήτης Φανή Μαλλούχου.
«Δεν μπορούμε να αποφανθούμε ότι οι Βυζαντινοί κατέστρεψαν την αρχαία πολιτιστική κληρονομιά, με όρους του 21ου αιώνα» επισημαίνει ο Δ. Κωνστάντιος. «Μην ξεχνάμε άλλωστε πως δεν υπήρχε τότε κανένα πλαίσιο προστασίας. Βεβαίως όταν η χριστιανική θρησκεία, κυρίως μετά τον τέταρτο αιώνα, γινόταν η επίσημη θρησκεία του κράτους, συνέβησαν και ακρότητες.
»Για ό,τι αφορά ωστόσο τον Παρθενώνα, στράφηκαν κυρίως κατά των γυμνών γλυπτών, ενώ άλλα τα ενέταξαν στη θρησκεία τους. Επίσης εκχριστιάνισαν και άλλα γλυπτά που δεν ανταποκρίνονταν στη χριστιανική αντίληψη. Εκθέτουμε μια Μέδουσα στο Βυζαντινό Μουσείο την οποία δεν μπορούσαν να δεχτούν ως είχε. Και έτσι στο πίσω μέρος της σκάλισαν έναν σταυρό. Γενικότερα όμως η μετάβαση από την παλιά στη νέα θρησκεία έγινε ομαλά. Το φαινόμενο βέβαια είναι παγκόσμιο. Δεν υπάρχει θρησκεία που να θέλει να κυριαρχήσει και να μην έχει και τους ζηλωτές της».
«Παλαιότερα πιστεύαμε πως οι καταστροφές εκ μέρους των φανατικών, κυρίως στην Ανατολή ήσαν τεράστιες» συνεχίζει η Φ. Μαλούχου. «Πηγή ήταν το «Περί ιερών» του Λιβάνιου, ενός ρήτορα από την Αντιόχεια. Τώρα ξέρουμε πως τα γεγονότα δεν συνέβησαν σε τόσο μεγάλη κλίμακα».
Αναφερόμενος στην περίοδο από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο μέχρι τον Ιουστινιανό (300 - 500 μ.Χ., πρώιμη βυζαντινή περίοδο), ο Π. Αγαπητός υπογραμμίζει πως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περνάει τότε από την ξεκάθαρα ειδωλολατρική, θεσμικά και κρατικά προσδιορισμένη, κουλτούρα της, με τον αυτοκράτορα ως θεό, στη χριστιανική της εκδοχή, με τον αυτοκράτορα ως ένθεο ή διά θεού, τον εκπρόσωπο δηλαδή του θεού στην επίγειο βασιλεία.
Παρουσιάζεται δε και το εξής φαινόμενο: Ο αυτοκράτορας διά του νομοθετικού έργου του στοχεύει από τη μια μεριά να επισημοποιήσει τη χριστιανική θρησκεία και από την άλλη να προστατεύσει τους αρχαίους ναούς και τα τεμένη. Υπάρχουν νόμοι του Κωνσταντίνου και των διαδόχων του που απαγορεύουν την καταστροφή των αρχαίων ναών.
«Δεν το ερμηνεύω ως φιλοτεχνία ή ως πιθανή ταύτιση με τη δική μας αρχαιολογική αντίληψη αλλά ως τμήμα μιας ευρύτερης πολιτικής που αφορούσε τη διαχείριση των έργων τέχνης ως οικονομικού κεφαλαίου» λέει ο ίδιος. «Είτε επρόκειτο για τα μεγάλα χάλκινα αγάλματα ή για τα αναθήματα στους ναούς ή και για την ακίνητη περιουσία την οποία διέθεταν τα τεμένη. Προστατεύοντας τα, το κράτος τα κρατάει υπό τη διαχείρισή του και δεν τα παραδίδει στη χριστιανική εκκλησία. Σε περιπτώσεις δε όπως οι καταστροφές από τον όχλο με την παρότρυνση του Κλήμη, εστάλησαν στρατιωτικές δυνάμεις για να προστατεύσουν ανθρώπους και κτίρια. Αυτό που για μας σήμερα αποτελεί μνημείο για εκείνους δεν είχε αυτόν τον χαρακτήρα».
Καταστροφή από άνάγκη
Υπήρχαν άλλωστε και οι δυσκολίες της προσπόρισης πρωτογενούς υλικού για την κατασκευή ενός κτιρίου. Τα έργα στην Ακρόπολη ολοκληρώθηκαν περίπου σε ογδόντα χρόνια πάνω στις πλάτες δεκάδων χιλιάδων δούλων που εργάστηκαν στα λατομεία της Πεντέλης και στα ορυχεία ασημιού στο Λαύριο. Στο Βυζάντιο, αντιθέτως, όπου είχε αρχίσει να καταργείται ο θεσμός της δουλείας, κάποιος έπρεπε να πληρώσει τους εργάτες για να μεταφέρουν τις πέτρες. Κι έτσι, όταν το κράτος μπορούσε να τις βρει φτηνά, σε περιπτώσεις ερειπωμένων πόλεων, χρησιμοποιούσε το υλικό από όλα τα γκρεμισμένα κτίρια, συμπεριλαμβανομένων των ειδωλολατρικών ναών και των εκκλησιών, για να ανοικοδομήσει, για παράδειγμα, τα προστατευτικά τείχη. Αρα η καταστροφή δεν ήταν αυτοσκοπός τότε αλλά γινόταν από ανάγκη.
«Και ακόμα», επισημαίνει ο Π. Αγαπητός, «συχνά, όταν μια παλαιοχριστιανική βασιλική καταστρεφόταν ολόκληρη ή μέρος της από έναν σεισμό, δεν αποκαθίστατο, όπως θα συνέβαινε σήμερα, αλλά με το υπάρχον υλικό χτιζόταν μια άλλη, μικρότερη εκκλησία, που αντικατόπτριζε τις αισθητικές αντιλήψεις και τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής».
«Βέβαια πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως τα αρχαία ιερά είχαν ήδη εκπέσει. Πάρα πολλά εξ αυτών πάνω στα οποία έκτιζαν τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές δεν ήταν πια σε λειτουργία. Τον 4ο αιώνα άλλωστε είχε γεμίσει η ρωμαϊκή αυτοκρατορία με ανατολικές θρησκείες. Δεν ήταν ελκτική πλέον η αρχαία θρησκεία, ασχέτως αν στην Αθήνα ήταν ακόμα ισχυρή» λέει ο Δ. Κωστάντιος και προσθέτει: «Σήμερα ακόμα, στις εκκλησίες αλλά και στα σπίτια της Πλάκας, λογικά υπάρχουν ενσωματωμένα κομμάτια από την Ακρόπολη. Οι άνθρωποι δεν την είχαν κάποτε σε τόσο μεγάλη εκτίμηση, δεν ήξεραν καν πως υπήρχε ένας γλύπτης ονόματι Φειδίας. Λιθολογούσαν την Ακρόπολη και άλλα ιερά από ανάγκη για κατασκευαστικά υλικά».
Η Φ. Μαλλούχου συμπληρώνει: «Η Ακρόπολη ήταν προστατευόμενο μνημείο ήδη από το 1835, επί εφόρου αρχαιοτήτων Λούντβιχ Ροτ. Για να τη δει κάποιος, έπρεπε να βγάλει εισιτήριο. Μετά τον Ροτ ανέλαβε ο Κυριάκος Πιττάκης, ο οποίος συγκέντρωσε στο μνημείο υλικό από διαφορετικά μημεία της Αθήνας προκειμένου να διαφυλαχθούν. Πουλούσαν δε ειδικά τα άμορφα κομμάτια μαρμάρου για την κατασκευή των κατοικιών της οθωνικής περιόδου. Ετυχε στα έργα για την επισκευή του Αρσακείου, όταν το κτίριο καθαρίστηκε από τους σοβάδες, να αποκαλυφθούν και τμήματα μαρμάρου με παραστάσεις, που ειδικό συνεργείο από την Ακρόπολη τα μετέφερε εκεί».
Το μνημείο που άντεξε
Για ό,τι αφορά τον Παρθενώνα, ολοκληρώνει ο Π. Αγαπητός, «αναλογικά δεν υπέστη σημαντικές καταστροφές, τουλάχιστον ως τον βομβαρδισμό του από τον Μοροζίνι. Το μνημείο άντεξε επί αιώνες, έπαιξε δε ρόλο σ' αυτό και η μετατροπή του σε ορθόδοξη και φράγκικη εκκλησία, όπως και σε τζαμί. Πράγματι, οι μετόπες είναι χτυπημένες με σφυρί, αλλά μπορεί αυτό να έχει να κάνει και με την προσπάθεια να ανοιχτούν παράθυρα ώστε να επιτραπεί η διοχέτευση του φωτός στη βυζαντινή προσαρμοζόμενη εκκλησία.
»Αν ήθελαν να καταστρέψουν τον Παρθενώνα που έχει την ιδιαιτερότητα να είναι ορατός από παντού, το απλούστερο πράγμα θα ήταν να τον κατεδαφίσουν. Ομως αυτό δεν συνέφερε κανέναν. Και δεν βρίσκουμε τίποτα τεκμηριωμένο στις πηγές ή τουλάχιστον δεν έχουν γράψει τίποτα περί βανδαλισμών κατά των ναών αλλά και της ίδιας τους της περιουσίας ο Πρόκλος, ο Μαρίνος και οι άλλοι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι, που έφυγαν από την Αθήνα μετά το διάταγμα του Ιουστινιανού το 529 για το κλείσιμο των σχολών. Εκτός κι αν όλα, βέβαια, συνέβησαν αργότερα».
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Χρήστου Σιάφκου - εφ. Ελευθεροτυπία, 09-08-2009
Πότε τέλειωσε ιστορικά ο Ελληνισμός
Πότε τελειώνει ιστορικά ένας λαός που σημάδεψε με την παρουσία του την πορεία της ανθρωπότητας; Προφανώς, όταν πάψει να παράγει ή να συντηρεί καινοτόμο ιδιαιτερότητα. Οταν χάσει ακόμα και την επίγνωση της κάποτε προσφοράς του, όταν εκπέσει σε ρητορικές μόνο καυχήσεις για κατορθώματα που δεν μπορεί πια να κατανοήσει τη σημασία τους.
Αν είναι αυτό το κριτήριο του ιστορικού τέλους, πότε τέλειωσε ιστορικά ο Ελληνισμός;
Στο σχολείο μαθαίναμε τη δόλια απάντηση της δυτικής ιστοριογραφίας που είχε υιοθετήσει και ο Κοραής: Ο Ελληνισμός τέλειωσε το 529, όταν ο Ιουστινιανός έκλεισε και τυπικά τα τελευταία απομεινάρια φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η απροκατάληπτη έρευνα άρχισε να κατεδαφίζει τη μεθοδική κατασυκοφάντηση του ψευδωνύμως, για χλεύη, λεγόμενου «Βυζαντίου»: να καταδείχνει τα ιλιγγιώδη επιτεύγματα πολιτισμού, με ακραιφνή ελληνική ιδιαιτερότητα, που το χαρακτηρίζουν και σημαδεύουν την ανθρώπινη Ιστορία. Τότε μεταθέσαμε το τέλος του Ελληνισμού στην άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, το 1453.
Η λεγόμενη «Γενιά του ’30» μας έδειξε ότι ακόμα και κάτω από τον ζυγό των Τούρκων οι Ελληνες, φτωχοί, αγράμματοι, σκλάβοι, συνέχισαν να παράγουν ιδιαιτερότητα πολιτισμού, Τέχνη και θεσμούς με τους ίδιους άξονες αναφοράς και τις ίδιες ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων που χαρακτήριζαν ανέκαθεν την ελληνικότητα. Και τότε μεταθέσαμε το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού στο 1833, όταν Βαυαροί και Κοραϊκοί συγκρότησαν το νεωτερικό ελλαδικό κρατίδιο, προγραμματικά αποκομμένο από την οργανική ιστορική του συνέχεια, με πολιτιστικές επιδόσεις μόνο στη μίμηση των δυτικών προτύπων και την ελληνική ταυτότητα μεταποιημένη σε φολκ λορ και ιδεολόγημα.
Αποδίδεται στον ηπειρώτη πατριάρχη Αθηναγόρα η εκτίμηση ότι ο Ελληνισμός τέλειωσε με τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922: Μπορεί το ελλαδικό κρατίδιο των Αθηνών να ήταν καταγωγικά αφελληνισμένο, να κατανοούσε τον Ελληνισμό με τους όρους του νεωτερικού εθνικισμού, δηλαδή να τον καταδίκαζε να είναι βαλκανική επαρχία. Ομως, υπήρχε παράλληλα η πληθυσμική πραγματικότητα εκατομμυρίων Ελλήνων της Μικρασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμηλίας, Ελληνισμός με συνείδηση κοσμοπολίτικης αρχοντιάς και ταυτότητα πολιτισμού, όχι κρατικής εθνότητας.
Με ποια κριτήρια πιστοποιούμε τη συνέχεια ή την ασυνέχεια (το ιστορικό τέλος) της ελληνικής ιδιαιτερότητας; Οχι βέβαια με τη συντήρηση και παγίωση των ίδιων πάντα σχημάτων του βίου και της έκφρασης. Η συνέχεια της ταυτότητας (δημιουργικής ετερότητας) ενός λαού γίνεται φανερή στη διατήρηση των ίδιων προτεραιοτήτων, της ίδιας ιεράρχησης αναγκών, της ίδιας αξιολόγησης ποιοτήτων.
Το πέρασμα από την «κοινωνία της χρείας» στην «πολιτική κοινωνία» (από την ατομοκεντρική χρησιμοθηρία στο κοινό «άθλημα αληθείας») είναι σταθερό γνώρισμα ελληνικότητας. Τόπος και τρόπος του αθλήματος στην Αρχαία Ελλάδα ήταν η αυτόνομη πόλις - κράτος, πραγμάτωση και φανέρωση του τρόπου η «εκκλησία του δήμου». Τόπος και τρόπος του αθλήματος στον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό (Βυζάντιο και Τουρκοκρατία) ήταν η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα - ενορία και φανέρωση του τρόπου η «εκκλησία των πιστών».
Ο στόχος στον οποίο απέβλεπε η πόλις (ο τρόπος του όντως αληθούς) αποτυπώνεται στη λογική αρμονία των αρχιτεκτονικών μελών του Παρθενώνα, στην αφαιρετική υποδήλωση του καθολικού λόγου της ουσίας (όχι του εφήμερου ατόμου) που σαρκώνει το άγαλμα, στην τραγωδική δραματουργία της θεατρικής εκφραστικής. Αντίστοιχα, ο στόχος της ευχαριστιακής κοινότητας αποτυπώνεται στο αρχιτεκτονικό (στατικής) ρίσκο της διαδοχής θόλων, ημιθολίων, σφαιρικών τριγώνων που λογοποιεί την ύλη, παραπέμπει στην «κένωση» - σάρκωση του Λόγου ως τρόπο τής όντως υπάρξεως. Aποτυπώνεται στη «διάβαση επί το πρωτότυπον» που κατορθώνει (με την ίδια αφαιρετική επιδίωξη του αγάλματος) η βυζαντινή Εικόνα ή στην «αποκαλυπτική» δραματουργία (με πιστότητα στο αρχαίο σκηνικό υπόδειγμα) της εκκλησιαστικής Ευχαριστίας.
Σήμερα δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από τις προτεραιότητες αναγκών και στόχων που εξασφάλιζαν τη συνέχεια του τρόπου της ελληνικότητας, δεν μπορέσαμε να διασώσουμε στο ελλαδικό κρατίδιο αυτόν τον τρόπο ούτε ως μνήμη, θησαύρισμα παιδείας. Μας είναι αδύνατο να κατανοήσουμε (δεν έχουμε προσλαμβάνουσες παραστάσεις), πώς μπορεί μια συλλογικότητα να οργανώθηκε κάποτε με προτεραιότητα ανάγκης την υπαρκτική γνησιότητα και όχι τη χρησιμότητα. Ερμηνεύουμε την Αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, την Τουρκοκρατία με τα κριτήρια και τα δόγματα του Ιστορικού Υλισμού ή με τις προ-πολιτικές ατομοκεντρικές αξιώσεις του Διαφωτισμού – μιλάμε για την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σαν το προανάκρουσμα «αυτοθεσμιζόμενης» κολλεκτίβας ή «κομμούνας».
Ο Ελληνισμός τέλειωσε ιστορικά με αργό και βασανιστικό (ταπεινωτικό) ψυχορράγημα που ξεκίνησε το 1833 και συνεχίζεται, άγνωστο για πόσο ακόμη. Παλεύουμε να πιθηκίσουμε με συνέπεια τα «φώτα» της Εσπερίας, την παραχάραξη του αθλήματος της σχέσης σε μονοτροπία της χρήσης. Και ούτε αυτό δεν καταφέρνουμε, ο μεταπρατισμός μάς καθηλώνει σε τριτοκοσμικά επίπεδα υπανάπτυξης, διαφθοράς, οργανωτικής διάλυσης, απαιδευσίας, βαναυσότητας στην καθημερινή συμπεριφορά.
Αν συνεχίζουμε κωμικά να καυχώμαστε για την Αρχαία Ελλάδα, είναι επειδή μάς μάθανε ότι στο δικό της κληροδότημα βασίστηκε, και αυτό αξιοποίησε ο καταναλωτικός πολιτισμός της Δύσης, που εμείς αποκλειστικά θαυμάζουμε και είναι το ίνδαλμά μας. Ωσάν να ήταν ποτέ δυνατό η ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν» να γεννήσει τον ατομοκεντρισμό του cogito ή της αισθησιοκρατίας, η μεταφυσική στόχευση της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας να παραγάγει το όνειδος της σημερινής εμπορευματοποιημένης κομματοκρατίας.
Το ιστορικό ψυχορράγημα του Ελληνισμού είναι βασανιστικό και ταπεινωτικό, γιατί συνεχίζουμε να υπάρχουμε χωρίς πια να είμαστε Ελληνες και χωρίς να μπορούμε να γίνουμε «Ευρωπαίοι». Και απομνημείωση αρχιτεκτονική του χαμένου προσώπου μας είναι η βλάσφημη αισχρουργία του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης: Αυτάρεσκη αναίδεια μιας αφελληνισμένης κοινωνίας, που χρυσοπληρώνει Αμερικανοελβετό για να φιλοτεχνήσει «μοδέρνο» νεοπλουτίστικο πορτραίτο της αμάθειας και ασχετοσύνης της.
Σε κάθε παραμικρή πτυχή του το σημερινό ελληνώνυμο κρατίδιο είναι μια ύβρις της ελληνικότητας.
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Χρήστου Γιανναρα - εφ. Καθημερινή, 19-07-2009
Αν είναι αυτό το κριτήριο του ιστορικού τέλους, πότε τέλειωσε ιστορικά ο Ελληνισμός;
Στο σχολείο μαθαίναμε τη δόλια απάντηση της δυτικής ιστοριογραφίας που είχε υιοθετήσει και ο Κοραής: Ο Ελληνισμός τέλειωσε το 529, όταν ο Ιουστινιανός έκλεισε και τυπικά τα τελευταία απομεινάρια φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η απροκατάληπτη έρευνα άρχισε να κατεδαφίζει τη μεθοδική κατασυκοφάντηση του ψευδωνύμως, για χλεύη, λεγόμενου «Βυζαντίου»: να καταδείχνει τα ιλιγγιώδη επιτεύγματα πολιτισμού, με ακραιφνή ελληνική ιδιαιτερότητα, που το χαρακτηρίζουν και σημαδεύουν την ανθρώπινη Ιστορία. Τότε μεταθέσαμε το τέλος του Ελληνισμού στην άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, το 1453.
Η λεγόμενη «Γενιά του ’30» μας έδειξε ότι ακόμα και κάτω από τον ζυγό των Τούρκων οι Ελληνες, φτωχοί, αγράμματοι, σκλάβοι, συνέχισαν να παράγουν ιδιαιτερότητα πολιτισμού, Τέχνη και θεσμούς με τους ίδιους άξονες αναφοράς και τις ίδιες ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων που χαρακτήριζαν ανέκαθεν την ελληνικότητα. Και τότε μεταθέσαμε το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού στο 1833, όταν Βαυαροί και Κοραϊκοί συγκρότησαν το νεωτερικό ελλαδικό κρατίδιο, προγραμματικά αποκομμένο από την οργανική ιστορική του συνέχεια, με πολιτιστικές επιδόσεις μόνο στη μίμηση των δυτικών προτύπων και την ελληνική ταυτότητα μεταποιημένη σε φολκ λορ και ιδεολόγημα.
Αποδίδεται στον ηπειρώτη πατριάρχη Αθηναγόρα η εκτίμηση ότι ο Ελληνισμός τέλειωσε με τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922: Μπορεί το ελλαδικό κρατίδιο των Αθηνών να ήταν καταγωγικά αφελληνισμένο, να κατανοούσε τον Ελληνισμό με τους όρους του νεωτερικού εθνικισμού, δηλαδή να τον καταδίκαζε να είναι βαλκανική επαρχία. Ομως, υπήρχε παράλληλα η πληθυσμική πραγματικότητα εκατομμυρίων Ελλήνων της Μικρασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμηλίας, Ελληνισμός με συνείδηση κοσμοπολίτικης αρχοντιάς και ταυτότητα πολιτισμού, όχι κρατικής εθνότητας.
Με ποια κριτήρια πιστοποιούμε τη συνέχεια ή την ασυνέχεια (το ιστορικό τέλος) της ελληνικής ιδιαιτερότητας; Οχι βέβαια με τη συντήρηση και παγίωση των ίδιων πάντα σχημάτων του βίου και της έκφρασης. Η συνέχεια της ταυτότητας (δημιουργικής ετερότητας) ενός λαού γίνεται φανερή στη διατήρηση των ίδιων προτεραιοτήτων, της ίδιας ιεράρχησης αναγκών, της ίδιας αξιολόγησης ποιοτήτων.
Το πέρασμα από την «κοινωνία της χρείας» στην «πολιτική κοινωνία» (από την ατομοκεντρική χρησιμοθηρία στο κοινό «άθλημα αληθείας») είναι σταθερό γνώρισμα ελληνικότητας. Τόπος και τρόπος του αθλήματος στην Αρχαία Ελλάδα ήταν η αυτόνομη πόλις - κράτος, πραγμάτωση και φανέρωση του τρόπου η «εκκλησία του δήμου». Τόπος και τρόπος του αθλήματος στον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό (Βυζάντιο και Τουρκοκρατία) ήταν η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα - ενορία και φανέρωση του τρόπου η «εκκλησία των πιστών».
Ο στόχος στον οποίο απέβλεπε η πόλις (ο τρόπος του όντως αληθούς) αποτυπώνεται στη λογική αρμονία των αρχιτεκτονικών μελών του Παρθενώνα, στην αφαιρετική υποδήλωση του καθολικού λόγου της ουσίας (όχι του εφήμερου ατόμου) που σαρκώνει το άγαλμα, στην τραγωδική δραματουργία της θεατρικής εκφραστικής. Αντίστοιχα, ο στόχος της ευχαριστιακής κοινότητας αποτυπώνεται στο αρχιτεκτονικό (στατικής) ρίσκο της διαδοχής θόλων, ημιθολίων, σφαιρικών τριγώνων που λογοποιεί την ύλη, παραπέμπει στην «κένωση» - σάρκωση του Λόγου ως τρόπο τής όντως υπάρξεως. Aποτυπώνεται στη «διάβαση επί το πρωτότυπον» που κατορθώνει (με την ίδια αφαιρετική επιδίωξη του αγάλματος) η βυζαντινή Εικόνα ή στην «αποκαλυπτική» δραματουργία (με πιστότητα στο αρχαίο σκηνικό υπόδειγμα) της εκκλησιαστικής Ευχαριστίας.
Σήμερα δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από τις προτεραιότητες αναγκών και στόχων που εξασφάλιζαν τη συνέχεια του τρόπου της ελληνικότητας, δεν μπορέσαμε να διασώσουμε στο ελλαδικό κρατίδιο αυτόν τον τρόπο ούτε ως μνήμη, θησαύρισμα παιδείας. Μας είναι αδύνατο να κατανοήσουμε (δεν έχουμε προσλαμβάνουσες παραστάσεις), πώς μπορεί μια συλλογικότητα να οργανώθηκε κάποτε με προτεραιότητα ανάγκης την υπαρκτική γνησιότητα και όχι τη χρησιμότητα. Ερμηνεύουμε την Αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, την Τουρκοκρατία με τα κριτήρια και τα δόγματα του Ιστορικού Υλισμού ή με τις προ-πολιτικές ατομοκεντρικές αξιώσεις του Διαφωτισμού – μιλάμε για την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σαν το προανάκρουσμα «αυτοθεσμιζόμενης» κολλεκτίβας ή «κομμούνας».
Ο Ελληνισμός τέλειωσε ιστορικά με αργό και βασανιστικό (ταπεινωτικό) ψυχορράγημα που ξεκίνησε το 1833 και συνεχίζεται, άγνωστο για πόσο ακόμη. Παλεύουμε να πιθηκίσουμε με συνέπεια τα «φώτα» της Εσπερίας, την παραχάραξη του αθλήματος της σχέσης σε μονοτροπία της χρήσης. Και ούτε αυτό δεν καταφέρνουμε, ο μεταπρατισμός μάς καθηλώνει σε τριτοκοσμικά επίπεδα υπανάπτυξης, διαφθοράς, οργανωτικής διάλυσης, απαιδευσίας, βαναυσότητας στην καθημερινή συμπεριφορά.
Αν συνεχίζουμε κωμικά να καυχώμαστε για την Αρχαία Ελλάδα, είναι επειδή μάς μάθανε ότι στο δικό της κληροδότημα βασίστηκε, και αυτό αξιοποίησε ο καταναλωτικός πολιτισμός της Δύσης, που εμείς αποκλειστικά θαυμάζουμε και είναι το ίνδαλμά μας. Ωσάν να ήταν ποτέ δυνατό η ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν» να γεννήσει τον ατομοκεντρισμό του cogito ή της αισθησιοκρατίας, η μεταφυσική στόχευση της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας να παραγάγει το όνειδος της σημερινής εμπορευματοποιημένης κομματοκρατίας.
Το ιστορικό ψυχορράγημα του Ελληνισμού είναι βασανιστικό και ταπεινωτικό, γιατί συνεχίζουμε να υπάρχουμε χωρίς πια να είμαστε Ελληνες και χωρίς να μπορούμε να γίνουμε «Ευρωπαίοι». Και απομνημείωση αρχιτεκτονική του χαμένου προσώπου μας είναι η βλάσφημη αισχρουργία του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης: Αυτάρεσκη αναίδεια μιας αφελληνισμένης κοινωνίας, που χρυσοπληρώνει Αμερικανοελβετό για να φιλοτεχνήσει «μοδέρνο» νεοπλουτίστικο πορτραίτο της αμάθειας και ασχετοσύνης της.
Σε κάθε παραμικρή πτυχή του το σημερινό ελληνώνυμο κρατίδιο είναι μια ύβρις της ελληνικότητας.
Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο Χρήστου Γιανναρα - εφ. Καθημερινή, 19-07-2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)