26/7/12

Aποτυπωματα: Η άλλη Ολυμπιάδα θα δείξει


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  22.07.2012
Tης Mαριαννας Tζιαντζη
 
Αν και δεν γνωρίζω πολλά για τον αθλητισμό, περιμένω με ενδιαφέρον τους Ολυμπιακούς Αγώνες - όχι όμως του Λονδίνου, αλλά του Ρίο ντε Τζανέιρο. Δεν με ενδιαφέρουν οι χώρες και τα ονόματα που θα συμμετάσχουν, η κατανομή των μεταλλίων και τα ρεκόρ που θα καταρριφθούν, αλλά το «μεταξύ», το πώς θα ξετυλιχτεί ο νέος τετραετής ανώμαλος δρόμος μέχρι το 2016.
Η Ολυμπιάδα του Πεκίνου ήταν ο τελευταίος φαντασμαγορικός σπασμός μιας εποχής που διέθετε αποθέματα ή, έστω, ψήγματα αισιοδοξίας. Ταυτόχρονα ήταν η εντυπωσιακή επίδειξη μη πολεμικής δύναμης μιας μεγάλης χώρας που διεκδικεί πρωταγωνιστικό διεθνή ρόλο στον ακόμα νεαρό 21ο αιώνα. Τότε δεν ξέραμε ότι περίπου 40 ημέρες μετά τη λαμπρή τελετή έναρξης θα ακολουθούσε η κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς. Μετά τα αυγουστιάτικα πυροτεχνήματα, στην τηλεοπτική μνήμη μας καρφώθηκαν οι εικόνες με τα κοστουμαρισμένα golden boys και τις κομψές κυρίες καριέρας που αναχωρούσαν οριστικά από το κτίριο της τράπεζας στο Μανχάταν κουβαλώντας σε χαρτοκιβώτια τα προσωπικά τους αντικείμενα.
Η Ολυμπιάδα δεν είναι μόνο άλλο ένα όνομα για τους Αγώνες, αλλά και το χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικούς Αγώνες, όπως λένε τα λεξικά. Ως τετραετία, η Ολυμπιάδα που μας πέρασε ήταν από τις πιο ενδιαφέρουσες της μεταπολεμικής περιόδου καθώς τη σημάδεψαν η εκλογική νίκη του Μπαράκ Ομπάμα, η Αραβική Ανοιξη και, πάνω απ’ όλα, η χρηματοπιστωτική κρίση και η συνεχιζόμενη ύφεση. Πώς άραγε θα μας βρει το 2016; Πoιοι παλιοί τύραννοι θα καταρρεύσουν και ποιοι νέοι θα γεννηθούν; Ποιοι λαοί θα βουλιάξουν και ποιοι θα σωθούν;
Το 2008 κανείς στην Ελλάδα δεν μιλούσε για spreads και για τρόικες, για κουρέματα και μνημόνια, ενώ οι χώρες PIGS δεν υπήρχαν στον χάρτη. Οι περισσότεροι ούτε που ξέραμε τι σημαίνει «οίκος αξιολόγησης» ή πού στο καλό πέφτουν η πλατεία Ταχρίρ, η πλατεία του Μαργαριταριού ή οι πλατείες των Αγανακτισμένων.
Ολα είναι δυνατά, και το χειρότερο και το καλύτερο, και ας μην είμαστε σε θέση να περιγράψουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αναπόφευκτα, ο νους μας τρέχει στη θρυλική αρχή της «Ιστορίας των Δύο Πόλεων»: «Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της μωρίας... η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους... είχαμε μπροστά μας τα πάντα, είχαμε μπροστά μας το τίποτα, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, όλοι πηγαίναμε στο αντίθετό του».
Υποθέτω ότι εδώ κι ενάμιση αιώνα, αμέτρητες φορές, αμέτρητοι άνθρωποι έχουν πει πως τα λόγια αυτά είναι σαν να γράφτηκαν για τη δική τους εποχή. Αυτή η διάσημη πρώτη παράγραφος θα μπορούσε να αναφέρεται όχι μόνο στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά και σε κάθε εποχή μετάβασης, σε κάθε σημείο ιστορικής καμπής. Εκ των υστέρων θα μάθουμε αν η επικείμενη Ολυμπιάδα του Λονδίνου πράγματι σηματοδοτεί ένα παρόμοιο σημείο καμπής, όπως εκ των υστέρων καταλάβαμε ότι αυτό συνέβη με τους μεγαλόπρεπους και άλλο τόσο φαιούς, πανουκλιασμένους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936.
Τι μας περιμένει το 2016; Η σάμπα ή άγνωστοι μακάβριοι χοροί; Υπομονή. Η άλλη Ολυμπιάδα θα δείξει.

Πώς θα μπει η ψυχή στη μηχανή μας;


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  22.07.2012
Του Βασιλη Καραποστολη*
 
Να παράγετε περισσότερα! Να παράγετε ταχύτερα! Η εντολή από τον Βορρά φέρει μέσα της όλη τη βεβαιότητα του εντολέως σχετικά με το τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί προς τους οποίους απευθύνεται. Δείχνουν, πράγματι, ράθυμοι και φυγόπονοι οι Νότιοι στα μάτια εκείνου που βιάζεται πολύ να έχει οφέλη από την εργασία του. Αλλά τα οφέλη που θέλουν να αποκομίσουν οι Βόρειοι δεν είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα που θέλουν οι Νότιοι, κι εκεί είναι το πρόβλημα.
Για τον Γερμανό και τον Ολλανδό το βασικό προσωπικό του επίτευγμα είναι το προϊόν της εργασίας του. Για τον άνθρωπο της Μεσογείου είναι η πράξη του. Θέλει περισσότερο να πράττει, παρά να παράγει. Θέλει να έχει την ικανοποίηση ότι είναι αυτός που ρυθμίζει τη σχέση του με την αδρανή ύλη, αντί να ικανοποιείται με το να υπακούει στην ύλη ώστε να μπορεί να τη δαμάσει στη συνέχεια. Βαθιές διαφορές στο πνεύμα, στις στάσεις των λαών. Είναι βαθιές οι διαφορές, αλλά σήμερα που όλα θεωρείται ότι πρέπει επειγόντως να μπουν σε εύχρηστες φόρμουλες, οι διακρίσεις στα ήθη ξεχνιούνται, παραμερίζονται, εγκαταλείπονται για να ασχοληθούν με αυτές οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι - όχι όμως και οι αγέρωχοι μηχανοδηγοί της Ευρώπης. Μέσα στην πρεμούρα της αναδιοργάνωσης οι ιθύνοντες λησμονούν να αναρωτηθούν για τα μέσα τα οποία διαθέτουν. ΄Η μάλλον θεωρούν ότι όλα τα μέσα τους είναι μηχανικά. Να πατήσουν ένα κουμπί και αμέσως να γυρίσει ο τροχός. Να σηκώσουν τον μοχλό και να αρχίσει η πολυπόθητη ανάκαμψη. Ποιος όμως είναι αυτός που θα θελήσει να σηκώσει τον μοχλό;

Δούλοι του ωραρίου
Οι μηχανές περιμένουν, λαδώνονται, γυαλίζονται. Εκείνο το χέρι όμως που θα τις έβαζε μπροστά, κι εκείνο το μυαλό που θα παρακολουθούσε τη λειτουργία τους δείχνουν μουδιασμένα. Οι άνθρωποι του Νότου στέκουν λυπημένοι και δύσπιστοι πλέον μπροστά σ’ αυτά τα κατασκευάσματα τα οποία χρησιμοποίησαν για μερικές δεκαετίες, με μια προθυμία γεννημένη από τις προηγούμενες στερήσεις τους. Ζήτησαν να εργαστούν σύμφωνα με τη λογική της βιομηχανικής παραγωγής, προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτά που τους έλειπαν. Κοπίασαν, ίδρωσαν, μπήκαν σε μια ορισμένη ρουτίνα. Η αμοιβή τους ήταν: καλύτερη τροφή, καλύτερη κατοικία, καλύτερα ρούχα. Εως εκεί όμως. Δεν θα ’θελαν να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο και να ανταλλάσσουν την αφθονία των υλικών αγαθών με την όλο και μεγαλύτερη συμπίεση της ανεξαρτησίας τους. Το να είναι δούλος ενός ωραρίου που συνεχώς επεκτείνεται, το να κυριαρχεί ο χρόνος της εργασίας πάνω σ’ ένα χρόνο που θα τον ήθελε «δικό του», αυτό ήταν μια εξέλιξη που ο Νότιος δεν την περίμενε, και τελικά με τον τρόπο του την αρνήθηκε. Φυσικά, η άρνησή του δεν ήταν απολύτως συνειδητή. Πώς θα μπορούσε από τη μια να επιθυμεί να απολαμβάνει, και από την άλλη να μη δέχεται να δουλέψει σκληρά για τις απολαύσεις του; Η λύση την οποία εφηύρε αποτελούσε μια προσπάθεια συμβιβασμού. Ηταν σαν να έλεγε μέσα του: «Να απολαμβάνω, αλλά να μη γίνω υπηρέτης της απόλαυσής μου. Να δουλεύω, αλλά να μην ξεπατώνομαι στη δουλειά».

Ζήτημα ρυθμού
Για τον άτεγκτο θιασώτη της παραγωγικότητας, η στάση αυτή συνδυάζει την πονηριά, την υπεκφυγή και τη φιληδονία. Πάνω απ’ όλα φανερώνει την πανουργία της τεμπελιάς. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν είναι οκνηρία το να μη θέλει κάποιος να ενεργεί με έναν ρυθμό ο οποίος του επιβάλλεται. Είναι, πράγματι, ζήτημα ρυθμού η απόδοση της εργασίας, αλλά ποιος από τους υπουργούς Οικονομικών, τους τραπεζίτες και τους συμβούλους για την περιλάλητη ανάπτυξη σκοτίζεται γι’ αυτό; Λίγο περισσότερο όμως να σκεφτεί κανείς θα μπορέσει να δει τι σαλεύει κάτω από τους αριθμούς, τους δείκτες, τα μεγέθη. Θα δει ότι για κάτι άλλο πασχίζουν κυρίως οι άνθρωποι, για κάτι που δεν είναι προς αγορά ή προς πώληση, που δεν συσκευάζεται, που δεν τυποποιείται.
Φέρτε στον νου σας τις ταινίες του Ζακ Τατί. Ο ήρωας σκοντάφτει κάθε τόσο πάνω σε μια αλυσίδα συμβάντων και πραγμάτων που γυρίζει ασταμάτητα, κι εκείνος δεν καταφέρνει να βρει τον λόγο που γίνεται αυτό. Γυρίζουν τα γρανάζια του κόσμου συνεχώς, χωρίς διακοπή. Αυτό που πιο πολύ εντυπωσιάζει τον ήρωα είναι ότι οι άλλοι γύρω του βρίσκουν μια παράξενη ευχαρίστηση στο να γίνονται και οι ίδιοι γρανάζια, λες κι αυτό τους γλιτώνει από το να πρέπει να επιλέγουν και να αποφασίζουν. Ο κύριος Υλό γίνεται, έτσι, μάρτυρας της ηθελημένης μηχανοποίησης της ζωής, πράμα ριζικά αφύσικο. Διότι μηχανή ίσον επανάληψη, ενώ ζωή ίσον εναλλαγή, εξέλιξη. Μελαγχολεί ο ήρωας απ’ αυτή την ελάττωση της ορμητικής πλαστικότητας, της ζωικής φοράς, όπως θα ’λεγε ο Μπερξόν, απ’ αυτή την αναπηρία μες στη μονότονη δράση την οποία ο δυτικός άνθρωπος διαλέγει ώστε να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Σε άλλα κεφάλια όμως μια τέτοια ησυχία δεν έχει κανένα νόημα.

Το τέμπο της ζωής
Στην παλιά ελληνική κωμωδία ο ήρωας δεν στέκεται όπως ο κύριος Υλό απορημένος και θλιμμένος με όσα συμβαίνουν. Δεν είναι παρατηρητής ο ντόπιος πρωταγωνιστής, βρίσκεται ολόκληρος μέσα στην αναστάτωση που επικρατεί. Ο ρυθμός των κινήσεων του Χατζηχρήστου ή του Βέγγου είναι ο ρυθμός του ανθρώπου που μπαινοβγαίνει στον ρουν των πραγμάτων. Τον βλέπουμε να ανασκουμπώνεται, να πατάει γκάζι στις ενέργειές του, να στριφογυρίζει σαν σβούρα και ξαφνικά η σβούρα να σταματάει. Είναι επειδή το θέλησε αυτός. Δεν ήρθε ένας απόλυτος εξαναγκασμός απ’ έξω για να τον προστάξει. Το παν λοιπόν είναι να διαφοροποιεί κανείς το τέμπο με το οποίο πορεύεται στη ζωή. Όταν το απαιτεί η ανάγκη να ρίχνεται στη δράση, αλλά όταν παύει η ανάγκη να μην έχει γίνει θύμα της κεκτημένης του ταχύτητας. Η παλιά ελληνική συνταγή ήταν: δουλειά και ανάπαυλα, πορεία και στάση, στάση απαραίτητη για να θυμηθούμε τον λόγο για τον οποίο ξεκινήσαμε την πορεία. Και ακόμη τον σκοπό για τον οποίο αγκομαχάμε. Οι καιροί άλλαξαν βέβαια, το βλέπουμε σήμερα. Αλλά ότι πρέπει να ξέρει ένας λαός τον σκοπό για τον οποίο μοχθεί, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Και ίσως κάποτε στις πλατείες υψωθεί το πανό με το νέο αίτημα: «Ούτε παράσιτα θέλουμε να είμαστε, ούτε είλωτες».

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ενα μάθημα για την αποδοχή του διαφορετικού


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  22.07.2012
Της Κατερινας Σχινα
 
PIERRE ASSOULINE
Οι προσκεκλημένοι, μετ.: Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις

«Ενα δείπνο είναι σαν μια ταινία: το μυστικό είναι ο ρυθμός» αποφαίνεται ένα από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος του Πιερ Ασουλίν. Ενα δείπνο είναι μια δεξιοτεχνική σκηνοθεσία, μια σκηνογραφική άσκηση, ένα απαιτητικό μονόπρακτο. Ενα δείπνο είναι ένα έργο τέχνης. Και πάνω απ’ όλα, ένα δείπνο είναι μια μηχανή μέσα στην οποία δεν επιτρέπεται να παρεισδύσει και ο απειροελάχιστος κόκκος άμμου.
Κι όμως, στο δείπνο που παραθέτει στο σπίτι της, στο αριστοκρατικό έβδομο διαμέρισμα του Παρισιού η σχολαστική κυρία Ντυ Βιβιέ -μια αριστοτεχνικά σχεδιασμένη τελετουργία την εξέλιξη της οποίας θα παρακολουθήσει με μια διάθεση που μεταπίπτει από τον στοχασμό στην ειρωνεία και από την τρυφερότητα στη σκληρότητα ο συγγραφέας- τρυπώνει εκείνο το πετραδάκι που τόσο φοβάται η οικοδέσποινα και που απειλεί με αποσυντονισμό, αν όχι με ολοκληρωτική διάλυση τον μηχανισμό. Από ατυχή σύμπτωση οι συνδαιτυμόνες που θα συγκεντρωθούν γύρω από το τραπέζι της θα είναι δεκατρείς - θανάσιμο ατόπημα για τους προληπτικούς, δυσάρεστη αναποδιά για τους ορθολογιστές, οι οποίοι, θέλοντας και μη, οφείλουν να επιδείξουν σεβασμό προς τη δεισιδαίμονα παράδοση για λόγους αβρότητας προς τους ελαφρόπιστους.
Κι έτσι, επιστρατεύεται η υπηρέτρια του σπιτιού, η αραβικής καταγωγής Σόνια, μια χαριτωμένη νεαρή μουσουλμάνα που εργάζεται για να πληρώσει τις σπουδές της στην ιστορία της τέχνης, να παρακαθήσει στο δείπνο ως η δέκατη τέταρτη προσκεκλημένη της βραδιάς.
Μολονότι η παρουσία «δεκατριών στο τραπέζι» δεν σημαίνει ότι «κάποιος από εμάς είναι ερωτευμένος», όπως λέει ο Κουλίγκιν στις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχωφ, η εμφάνιση της Σόνιας αναστατώνει την τάξη σαν ξαφνικός έρωτας, μεταβάλλοντας ισορροπίες και ανατρέποντας προσδοκίες, μετατοπίζοντας τη συζήτηση, αφυπνίζοντας μεροληψίες ή αμφισβητώντας προκαταλήψεις, διεγείροντας πολλαπλώς τη συνάθροιση των μεγαλοαστών στην τραπεζαρία της κυρίας Ντυ Βιβιέ.
Εξαιρετικό το τέχνασμα του Ασουλίν προκειμένου να μιλήσει για το οικείο και το ξένο, το γηγενές και το αλλοδαπό, το γνώριμο και το αλλότριο, και να εξηγήσει με δυο μονάχα λόγια πόσο γόνιμη υπήρξε για τη Γαλλία η ενσωμάτωση των μεταναστών για να αξιοποιήσει ευφυώς τον πλούτο και τη δημιουργική διαφορά της ετερότητας: «Η ψυχή της Γαλλίας ήταν πάντα οι ξένοι της», λέει η όμορφη, καλλιεργημένη Σόνια, επιμένοντας στην ιδέα μιας «Γαλλίας του διαφωτισμού, πάντα φωτισμένης». «Αυτοί είναι που την επαναφέρουν στο μεγαλείο της, επειδή γι’ αυτό την αγαπούν. Πρέπει πάντα να κάνεις περισσότερα απ’ ό, τι οι Γάλλοι για να ελπίζεις να γίνεις εντελώς Γάλλος, χωρίς ωστόσο να αρνείσαι τον εαυτό σου».

Δηλητηριώδες σχόλιο

Πώς λοιπόν μπορεί ο Ελληνας να διαβάσει τους «Προσκεκλημένους» του Πιερ Ασουλίν, αυτό το λεπτό έργο δωματίου; Πρώτα απ’ όλα σαν μια διασκεδαστική αφήγηση, που ευτύχησε να μεταφερθεί στη γλώσσα μας από μια ιδιαίτερα επιδέξια μεταφράστρια. Αν αναζητήσει τις συγγένειες του βιβλίου με το σινεμά, θα το απολαύσει σαν ένα δηλητηριώδες σχόλιο στη μεγαλοαστική νοοτροπία, με υπόρρητο πρότυπο την «Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» του Μπουνιουέλ (ιδιαίτερα ως προς την εξαιρετικά δεξιοτεχνική σκιαγράφηση των πορτρέτων των συνδαιτυμόνων - από την εμμονική με την πλαστική χειρουργική Συμπίλ Κοστιέρ ως τον διανοούμενο εστέτ Στανισλάς Σεβιλιάνο - και την ανελέητη έκθεση της έπαρσης και της επιτήδευσής τους, της δολιότητας και της μικρότητάς τους), ή σαν μια αποτύπωση των άγριων ενδοοικογενειακών μυστικών (αν μια κοινωνική τάξη αποτελεί, με τον τρόπο της, ένα είδος οικογένειας) όπως η καθηλωτική «Οικογενειακή Γιορτή» του Σουηδού Τόμας Βίντερμπεργκ.
Αν πάλι το προσεγγίσει σαν μυθιστόρημα ιδεών (μια ανάγνωση την οποία θεωρώ προσφορότερη) θα το διαβάσει σαν ένα στοχασμό για τη μετανάστευση και τον αποκλεισμό, σαν ένα μάθημα στην αποδοχή. Γιατί στο τραπέζι της Ντυ Βιβιέ αταίριαστη «προσκεκλημένη» δεν είναι μόνο η Σόνια. «Πάντα υπάρχει κάποιος περισσότερο προσκεκλημένος από σένα» σκέφτεται η νεαρή σπουδάστρια ιστορίας της τέχνης, με το μυαλό της στους αέναους νομάδες της ανθρώπινης ιστορίας, τους Εβραίους - κι αυτή η σκέψη, τρομακτική αν την συλλάβεις σ’ όλη της την έκταση, προσώρας τουλάχιστον την παρηγορεί.

Η αραβική άνοιξη βρήκε ήδη θέση στην ποίηση


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  22.07.2012
Tης Tιτικας Δημητρουλια
 
Στον απόηχο της σφαγής στη Συρία, που τόσες διαφορετικές ερμηνείες επιδέχεται, η αραβική άνοιξη συνεχίζει να φέρνει στο προσκήνιο την «αραβική παγκοσμιοποίηση», την αραβική ανθρωπογεωγραφία, την αραβική γλώσσα και τους τόπους της, ανασχεδιασμένους μέσα στη φωτιά των πρόσφατων εξεγέρσεων. Ο μεγάλος Σύρος ποιητής και διπλωμάτης Νιζάρ Καμπάνι στηλίτευε την τελμάτωση των αραβικών κοινωνιών στο ποίημά του «Ψωμί, χασίς και φεγγάρι»:
«[...] Σ’ εκείνες τις ανατολίτικες νύχτες όταν/ Το φεγγάρι γεμίζει πλήρως, / Η ανατολή χάνει κάθε τιμή/ Και σθένος. / Τα εκατομμύρια που κυκλοφορούν ξυπόλυτοι, / Που πιστεύουν σε τέσσερις συζύγους/ Και την ημέρα της κρίσης, / Τα εκατομμύρια των ανθρώπων που βλέπουν το ψωμί/ Μόνο στα όνειρά τους, / Που περνούν τη νύχτα σε σπίτια/ Χτισμένα από βήχα, / Που δεν έχουν δει ποτέ τα μάτια τους φάρμακο, / Ξαπλώνουν σαν τα πτώματα κάτω από το σεληνόφως.»
Δεν πρόλαβε να δει τις λαοθάλασσες στις πλατείες των αραβικών πόλεων να τραγουδάνε ποιήματα, παλεύοντας για την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους, σύμφωνα με μία αναπαράσταση της περίφημης πια ανά τον κόσμο αραβικής άνοιξης. Μιας άνοιξης που φέρνει στην εξουσία, ωστόσο, ισλαμικά καθεστώτα, θέτοντας εκ νέου το ερώτημα σχετικά με την έννοια της δημοκρατίας και των αναβαθμών της. Μιας άνοιξης που λεκιάζεται από σφαγές αμάχων και για τον ποιητή Σαάντι Γιούσεφ, που αυτοχαρακτηρίζεται «ο τελευταίος κομμουνιστής»:
«[...] Τι είναι πια αυτή η αραβική άνοιξη; / Το ξέρουμε καλά πως τη διαταγή την έδωσε υπηρεσία αμερικανική/ Οπως νωρίτερα στην Ουκρανία, στη Βοσνία και στο Κόσοβο... / Ηρθε η ώρα της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. / Το Facebook οδηγεί την επανάσταση στις χώρες όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν / Το καθημερινό ψωμί τους να αγοράσουν! / Αυτός ο φουκαράς που μετά βίας επιβιώνει, ο αναλφάβητος αυτός, ο θρησκόληπτος, / Που ούτε ένα πιάτο ζεστό δεν τρώει κάθε μέρα, / Αλλά ζει σε μια τρώγλη με ψωμί και μπαγιάτικο ψωμί από το συσσίτιο, / Να ξέρει τάχα τι είναι το ίντερνετ;»

Βράβευση με αντιδράσεις

Ο Σαάντι Γιούσεφ βραβεύτηκε πρόσφατα από την Αιγυπτιακή Εταιρεία Συγγραφέων κι η βράβευσή του προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις στους κόλπους των Αράβων διανοουμένων ακριβώς για τις θέσεις του σε σχέση με την αραβική άνοιξη. Μια άνοιξη που μένει να δούμε πού θα οδηγήσει τους λαούς μετά την ανατροπή των ανελεύθερων και δικτατορικών καθεστώτων στις διάφορες χώρες, που επεδίωξε να κάνει πράξη αιτήματα δεκαετιών ως προς την αφύπνιση και τη δράση των λαϊκών μαζών με στόχο μια ουσιαστική ελευθερία σε όλα τα επίπεδα. Το βέβαιο είναι ότι έφερε στο προσκήνιο τις αραβικές κοινωνίες και την κουλτούρα τους, ανοίγοντας δρόμους επαφής και κατανόησης, ειδικά στη χώρα μας, που πέραν των δεδηλωμένων φιλοαραβικών της αισθημάτων δεν γνωρίζει σε βάθος τις πολιτικές και πολιτιστικές δομές των γειτόνων αραβικών χωρών.
Αυτή την επαφή επιδιώκει το Γ΄ Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Τήνου, φιλοξενώντας μεταξύ των πολλών και καλών καλεσμένων τους έξι σύγχρονους Αραβες ποιητές: τις Μαράμ αλ-Μασρί (Συρία), Νάταλι Χαντάλ (Παλαιστίνη), Αμάλ αλ-Τζουμπούρι (Ιράκ) και τους Σαούκι Μπζία (Λίβανος), Ριφάτ Σαλάμ (Αίγυπτος), Μπενσάλεμ Χιμίς (Μαρόκο). Είναι τυχαίο άραγε που και οι τρεις γυναίκες είναι αυτοεξόριστες; Γράφει η Μαράμ αλ-Μάσρι, που ζει από το 1982 στο Παρίσι:
«Οι γυναίκες σαν εμένα / δεν γνωρίζουν πώς να μιλάν. / Μια λέξη σκαλώνει στο λαιμό τους / σαν αγκάθι / που επιλέγουν να καταπιούν.»
Η πολυβραβευμένη Νάταλι Χαντάλ, πολίτης του κόσμου, έχει επιμεληθεί μια ανθολογία γυναικείας αραβικής ποίησης, συγκεντρώνοντας ογδόντα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες γυναικείες φωνές, πολύ παλαιότερες έως και πολύ σύγχρονες (The poetry of arab women. A contemporary anthology, Intelinks Books, 2001). Εχοντας δημοσιεύσει την πρώτη συλλογή της στα δεκαεννιά της χρόνια, η Αμάλ αλ-Τζουμπούρι, πολιτική πρόσφυγας στη Γερμανία, γράφει, όπως λέει ο Αμερικανός ποιητής Τζέραλντ Στερν, ποιήματα «για την εξορία κυρίως, την εξορία από τη χώρα της νιότης της, την εξορία από την ειρήνη, την αγάπη, τη φυσιολογική ζωή, την ελπίδα.»

Η αγάπη στο επίκεντρο

Η αγάπη, τυπικό θέμα της αραβικής ποίησης, που η ιστορία της χάνεται στους αιώνες και η ανανέωσή της τοποθετείται στον 19ο αιώνα αλλά και στη δεκαετία του 1970, βρίσκεται στο επίκεντρο εν γένει. Ο Ριφάτ Σαλάμ, ακτιβιστής και μεταφραστής σπουδαίων ξένων ποιητών, από τον Μαγιακόφσκι ώς τον Καβάφη και τον Ρίτσο, τραγουδά μια γυναίκα-αγκάθι, όπως αγκάθι είναι η λέξη στο ποίημα της Μασρί. Ο Σαούκι Μπζία τραγουδά τις διαψεύσεις κι ο Μπενσαλέμ Χιμίς κραδαίνει το ξίφος του ενάντια σε όποιον ψέγει την αγάπη. Στους στίχους των έξι ποιητών η πολιτική συναντά, με μια μορφή, τον έρωτα, ο ερωτικός πόνος το αίτημα για ελευθερία, η υπαρξιακή αγωνία την καταγγελία. Η ποίησή τους αποτυπώνει το υψηλό επίπεδο της αραβικής ποίησης, παραδοσιακής και ελεύθερης, γραμμένης στην κλασική αραβική ή σε τοπική διάλεκτο - ή και σε άλλη γλώσσα πια, στην αραβική διασπορά.
Λίγοι είναι οι Αραβες ποιητές που κάπως καλύτερα γνωρίζουμε στα ελληνικά, από τον Παλαιστίνιο Μαχμούτ Νταρουίς που πρόσφατα διαβάσαμε σε δύο κιόλας μεταφράσεις (Γιώργος Μπλάνας, Αγγελική Σιγούρου) ώς τον Σύρο Αδωνη με τις προϊσλαμικές και σουφικές καταβολές του λόγου του. Στους στίχους των ποιητών αυτών διαβάζουμε την ιδιαίτερη ευαισθησία και συμβολική, την ανάγκη της ανάσας και της ελευθερίας, την υπαρξιακή απορία, με όρους που αφενός δείχνουν το γόνιμο μπόλιασμα της αραβικής ποίησης με την παγκόσμια ποίηση τις τελευταίες δεκαετίες και αφετέρου αναδεικνύουν την ιδιαίτερη πηγή της. Αυτή η ποίηση στηρίζει την πραγματική αραβική άνοιξη, αυτήν που κάποια στιγμή θα αποδώσει στους Αραβες τον μείζονα ρόλο τους στην Ιστορία μέσα από την καθολική απελευθέρωσή τους.
- Το 3ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας Τήνου θα διαρκέσει από τις 26 - 28 Ιουλίου. Διοργανώνεται από την «Κοινωνία των (δε) κάτων» σε συνεργασία με το Ιδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού και θα πραγματοποιηθεί στη Χώρα της Τήνου, στον Βώλακα και στον Πύργο. Συμμετέχουν 19 συγγραφείς από 14 χώρες οι οποίοι θα απαγγείλουν αποσπάσματα από το έργο τους.
 

25/7/12

Oι λύσεις γεννιώνται, δεν σερβίρονται


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  24.07.2012
Του Χρήστου Γιανναρά

Eχουν επιβάλει να τους αποκαλούμε, αόριστα και κατ’ ευφημισμόν, «οι Aγορές». Aλλά δεν πρόκειται για παραγωγούς και διαθέτες αγαθών ούτε για παρόχους υπηρεσιών. Δεν μετέχουν στις παραγωγικές και ανταλλακτικές σχέσεις τις αναγκαίες για να λειτουργεί η ανθρώπινη συλλογικότητα, η «κοινωνία της χρείας».
Πρόκειται για εμπόρους του χρήματος. Aποσπούν το χρήμα από την πραγματικότητα των σχέσεων κοινωνίας των αναγκών, το αυτονομούν σαν αφηρημένη «λογιστική» αξία καθεαυτήν και το εμπορεύονται. Δανείζονται με πολύ χαμηλά επιτόκια και δανείζουν με πολλαπλασίως αυξημένα.
H διακύμανση των επιτοκίων δανεισμού είναι λογική συνάρτηση του κινδύνου που διατρέχει ο δανειστής να βρεθεί ο δανειζόμενος σε αδυναμία αποπληρωμής του χρέους του. Oμως την εκτίμηση αυτού του κινδύνου την επιφυλάσσουν «οι Aγορές» στον εαυτό τους αυθαίρετα και μονοπωλιακά: έχουν δικούς τους, ιδιωτικούς «οίκους αξιολόγησης» της αξιοπιστίας των δανειοληπτών, οίκους ανυπότακτους σε πολιτικό, δηλαδή κοινωνικό έλεγχο.
Διότι το παιχνίδι των «Aγορών», η εμπορία του χρήματος, δεν περιορίζεται σε δοσοληψίες μεταξύ ιδιωτικών, συσπειρωμένων κεφαλαίων. Σήμερα ιδιωτικό χρήμα δανείζει κράτη, και κράτη δανείζουν με τους όρους των ιδιωτών άλλα κράτη, οι διακρατικές σχέσεις «ανταγωνισμοί εξουσίας στον διεθνή στίβο» λειτουργούν με τους όρους που έχουν δημιουργήσει και επιβάλει «οι Aγορές» – τα κριτήρια και η λογική του δανεισμού αυτονομούνται ακόμα και από τον ανταγωνισμό των κρατικών συμφερόντων. Eνα κράτος, οικονομικά και οργανωτικά αδύναμο, μπορεί να μπει στο στόχαστρο των «Aγορών»: να του επιτεθούν οι «Aγορές» για να το οδηγήσουν σε πτώχευση, άσχετα με τις συμμαχίες του και τη γεωστρατηγική του σημασία. Πώς; Θα προηγηθούν οι αμφισβητήσεις της δανειοληπτικής του αξιοπιστίας από τους «οίκους αξιολόγησης» και το κράτος θα παραδοθεί βορά στην ανίλεη τοκογλυφία.
Eίναι αμφίβολο αν η στρατιωτική κατάληψη μιας χώρας είχε ποτέ τις συνέπειες καταστροφής και ολέθρου που έχει σήμερα η παράδοσή της στον έλεγχο των «Aγορών». Δεν μοιάζει να υπάρχουν στην Iστορία παραδείγματα στρατών κατοχής που να πουλάνε σε ιδιώτες κερδοσκόπους την εκμετάλλευση της ύδρευσης του πληθυσμού ή της ηλεκτροδότησής του, της νοσοκομειακής του περίθαλψης, την κοινωνική περιουσία των υποδομών λειτουργίας της ζωής (δρόμους, λιμάνια) ή την ομορφιά της γης και της θάλασσας («από το Δέλτα Φαλήρου έως το Σούνιο»).
Tα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Eσπερίας έθνη», που τόσο θαμπώνουν και γοητεύουν, ακόμα σήμερα, τους ελλαδίτες «λειτουργικούς διανοουμένους» (Γκράμσι) δεν παύουν να τροφοδοτούν την Iστορία με συνεχώς καινούργια μοντέλα εξουσιαστών: ανθρωπολογικούς τύπους μανιακών της εξουσίας που αποδείχνονται ασυναγώνιστοι στην καταδυνάστευση των πολλών. Σήμερα έχουμε τον ανθρωπολογικό τύπο που εκπροσωπεί (ορατώς) την εξουσιαστική αλαζονεία των «Aγορών», ανεξαρτητοποιημένος από κράτη, πατρίδες, πολιτισμούς, ιδιαιτερότητες. Πριν από τους εξουσιαστές των «Aγορών» γνωρίσαμε τους εξουσιαστές στρατιωτικούς, τα «γεράκια» που αυτονομούσαν τον πόλεμο ακόμα και από συμφέροντα κρατών ή συγκρούσεις πολιτισμών, μεθούσαν με το παιχνίδι της «υπεροχής» καθεαυτήν.
Πριν από τους στρατιωτικούς ήταν οι ιδεολόγοι, παθιασμένοι με την «αλήθεια» των πεποιθήσεών τους, έτοιμοι να σφαγιάσουν εκατομμύρια ανθρώπων για να κάνουν πράξη τις ιδέες τους. Διεθνιστές και αυτοί, αποστασιοποιημένοι από κάθε ανθρωπιά σχέσεων κοινωνίας, από πατρίδα, σέβας του «ιερού», την πείρα των γενεών. Kαι γεννήτορες των ιδεολόγων εξουσιαστών, τα μεσαιωνικά θρησκευτικά ιερατεία της Δύσης, η πρώτη μορφή ολοκληρωτισμού που εμφάνισε η ανθρώπινη Iστορία. Διεθνιστικά και τα ιερατεία, έκγονα της ποσοτικής - γεωγραφικής εκδοχής του «καθολικού» (στους αντίποδες της ελληνικής ποιοτικής - πληρωματικής εκδοχής του «καθόλου»). Διέστρεψαν το εκκλησιαστικό άθλημα σε ατομοκεντρική «θρησκεία», την πίστη - εμπιστοσύνη σε ατομικές «πεποιθήσεις», τη σωτηρία σε αιώνια εξασφάλιση του εγώ.
Oσο υπήρχε Eλληνισμός, ακόμα και σκλάβος, φτωχός, εξουθενωμένος, υπήρχε αντίλογος στη Δύση ένσαρκος ιστορικά. O αντίλογος εξέλιπε, ο Eλληνισμός τέλειωσε. Σήμερα πιστοποιούμε το «ανεπαισθήτως» συντελεσμένο ιστορικό του τέλος. Eχει πάψει να είναι ζωντανό (δηλαδή κοινωνικά - θεσμικά λειτουργικό) κάθε στοιχείο ελληνικής ιδιαιτερότητας, κάθε ίχνος δυναμικής αντιπρότασης τώρα που καταρρέει, με παγκοσμιοποιημένο πάταγο, το εκθαμβωτικό «παράδειγμα» της δυτικής Nεωτερικότητας: τα οράματα του Διαφωτισμού, τα ηδονιστικά προτάγματα της φυσιοκρατίας.
Oι Eλληνώνυμοι του βαλκανικού Nότου βυθιζόμαστε, από χρόνο σε χρόνο, όλο και πιο βαθιά σε κατάδηλη (μέχρις αναπηρίας) αγλωσσία, σε αυτοκτονική παραίτηση από κάθε επιδίωξη κοινής λογικής, σε αχαλίνωτο εγωκεντρισμό διαλυτικόν του κράτους και των θεσμών. Eίναι εξόφθαλμος παραλογισμός, κι όμως ψηφίζουμε τους αυτουργούς της λεηλασίας ή κατασπατάλησης του κρατικού ταμείου: να συνεχίσουν οι ίδιοι να το διαχειρίζονται. Kρεμόμαστε νύχτα - μέρα από τα Δελτία Eιδήσεων, να ακούσουμε ποιο καινούργιο χαράτσι μάς περιμένει, ποια επιπλέον καταδίκη σε πνιγερότερη στέρηση, σε πανικό ανασφάλειας, σε τρόμο για πείνα και παγωνιά. Διαχειριστές της ζωής μας οι ίδιοι άνθρωποι που, δεκαετίες τώρα, με απανωτές θητείες στην εξουσία, αποδείχθηκαν εγκληματικά ανίκανοι, κωμικά τιποτένιοι.
Δεν προτείνεις τίποτα, δεν δείχνεις λύση: είναι η κοινότοπη, παγιωμένη αντίδραση στην αυτοκριτική. Διότι σύμπτωμα ιστορικού τέλους είναι και η άρνηση να παραδεχτούμε ότι οι λύσεις γεννιώνται, δεν σερβίρονται, έτοιμες συνταγές, σαν τα «Mνημόνια». H επιθανάτια αγωνία του Eλληνισμού δεν θα αναχαιτιστεί, αν δεν λειτουργήσουμε οι Eλληνες, θεσμικά, πολιτικά, σαν ρεαλιστικός, κριτικός αντίλογος στη Δύση. Kαι αντίλογος δεν σημαίνει ρήξη ή αντιπαλότητα – με τα παιδιαρίσματα Tσίπρα παίζουμε στο γήπεδο των εξουσιαστών μας. Σαρκωμένος σε πολιτική πράξη αντίλογος θα πει: να βρούμε τη σύγχρονη ταυτότητά μας οι Eλληνες, πρόταση με πανανθρώπινη εμβέλεια, αντιπρόταση στις εξουσιαστικές μόδες της Δύσης: ιδεολόγους, στρατιωτικούς, «Aγορές».
Kαι η συμπονετική μας περιφρόνηση να υποχρεώσει επιτέλους σε αιδημοσύνη τους ελληνώνυμους «λειτουργικούς διανοουμένους», κατ’ εργολαβίαν υβριστές του κριτικού αντιλόγου στη Δύση.

Η ευκαιρία κρυβόταν στη χαρουπιά

TA NEA  24.07.2012
Tου Γιάννη Παπαδόπουλου
 
Ηταν μια ακόμη πολυάσχολη μέρα για τον Ηλία Μανούσακα, πνιγμένη σε δημιουργικούς θορύβους: στο τρόχισμα από τους εργάτες, τον βόμβο των μηχανών, τις παραγγελίες πελατών. Προσπαθούσε να φτιάξει άλλη μια πατέντα για να αλέσει το χαρούπι, το φρούτο που ευδοκιμεί εδώ και αιώνες σε εδάφη που βρέχει η Μεσόγειος. Σε αυτόν τον καρπό ο κρητικός οικονομολόγος έχει ανακαλύψει, εν μέσω κρίσης, την ευκαιρία που για δεκαετίες μαράζωνε στην εμπορική λήθη.
Κόντρα στο κύμα της φυγής στο εξωτερικό ο Ηλίας Μανούσακας επέστρεψε στη γενέτειρά του από τον Καναδά το 2008. Το εμπόριο δεν του ήταν άγνωστος κόσμος. Είχε ασχοληθεί με την εισαγωγή και επεξεργασία κακάου. Στην Κρήτη θα μπορούσε ενδεχομένως να ανοίξει μια ξενοδοχειακή μονάδα όπως αρκετοί συντοπίτες του, επέλεξε όμως να ρισκάρει. Επένδυσε στο χαρούπι. Το φρούτο που παλιότερα χρησίμευε ως ζωοτροφή, που έσωσε οικογένειες από τον υποσιτισμό στα χρόνια της Κατοχής και αρκετά παιδιά το κατανάλωναν αντί για σοκολάτα. Γλυκό, αρωματικό και τραγανό, μπορεί να φαγωθεί και ωμό, χωρίς επεξεργασία.
Ο σεφ στο Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων Γιάννης Αποστολάκης θυμάται από τότε που ήταν μικρός αυτές τις γευστικές αναζητήσεις. Τη δεκαετία του '60 έπαιζε ποδόσφαιρο σε μια αλάνα και για τέρμα είχαν την πόρτα μιας χαρουπαποθήκης. Μια πόρτα που τα επόμενα χρόνια λίγες φορές ξανάνοιξε. «Μέχρι πρότινος υπήρχαν η άγνοια και η πείνα» λέει. «Οι φορείς δεν είχαν ασχοληθεί με τη θρεπτική αξία της χαρουπιάς, ή την εμπορική της δυνατότητα για να στρέψουν εκεί τον κόσμο. Οι γεωπόνοι είχαν εξειδικευτεί στην ελιά και τα εσπεριδοειδή. Και ο Μανούσακας είχε εγκαταλείψει τα 30.000 δέντρα του για να φύγει στο εξωτερικό. Αργότερα κατάλαβε τι πλούτο είχε και επέστρεψε».

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ. Φέτος η εταιρεία του Ηλία Μανούσακα, Creta Carob, κλείνει σχεδόν δύο χρόνια λειτουργίας στην Αργυρούπολη Ρεθύμνου. Επεξεργάζεται τους λοβούς του χαρουπιού και παράγει υποκατάστατα καφέ, σιροπιού, κακάου, αλλά και αλεύρι. Στόχος του είναι να φτιάξει και μερέντα, σοκολάτα και παστέλι από την ίδια πρώτη ύλη. «Πριν από δύο χρόνια μόλις τρεις φούρνοι στην Ελλάδα ζύμωναν και με χαρουπάλευρο. Τώρα είναι εκατοντάδες» λέει. Εξάγει τα προϊόντα του σε Αυστρία, Σλοβενία, Φινλανδία και Κροατία και συνεργάζεται με δεκάδες καταστήματα βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα. Χρειάζεται περίπου ένα εκατομμύριο κιλά χαρουπιού τον χρόνο, μια πρώτη ύλη που εξασφαλίζει πριν από τις χειμερινές βροχές όχι μόνο από τις δικές του εκτάσεις, αλλά και από κτήματα άλλων παραγωγών. Αποκαλεί το χαρούπι «χαμένο θησαυρό της Κρήτης», ωστόσο το εγχείρημά του δεν ήταν εύκολο. Η επένδυσή του συμπορεύεται με την οικονομική κρίση.
Ο Ηλίας Μανούσακας μεγαλώνει σταδιακά την επιχείρησή του (άλλωστε η επένδυση μπορεί να φτάσει σε βάθος χρόνου τα 10 εκατομμύρια ευρώ). Σήμερα απασχολεί έξι υπαλλήλους. Το χαρούπι είναι εύκολα επεξεργάσιμο λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε φυσικά σάκχαρα. Το αλεύρι που προκύπτει από την άλεσή του μπορεί να σφίξει και να χαλάσει χωρίς τα κατάλληλα μηχανήματα. Αυτά όμως κοστίζουν ακριβά και αυξάνουν το ποσό της επένδυσης. Γι' αυτό ο κ. Μανούσακας συναρμολογεί δικές του πατέντες επεξεργασίας. Μειώνει το επενδυτικό κόστος αξιοποιώντας τις γνώσεις του και από τις σπουδές μηχανολογίας που πραγματοποίησε πριν από το μεταπτυχιακό του στα οικονομικά στον Καναδά.
Η κρίση και το βραδυκίνητο Δημόσιο καθυστέρησαν την επένδυσή του. Περίμενε, όπως λέει, δύο χρόνια για να πάρει ειδικές άδειες αφού κατέθεσε τον φάκελό του στις αρμόδιες υπηρεσίες.
  
Εκδήλωση του Πανεπιστημίου των Ορέων 
Η χαρά της παραγωγής

Την εμπειρία του από το πρώτο στάδιο, δηλαδή την ιδέα για την εταιρεία, και τα βήματά του από κει και πέρα περιέγραψε πρόσφατα ο κ. Μανούσακας στην Ασή Γωνιά Χανίων, σε εκδήλωση του Πανεπιστημίου των Ορέων.
Μαζί με ομάδα επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων, με επικεφαλής τον καθηγητή Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Γιάννη Παλλήκαρη αλλά και άλλους επιχειρηματίες, ο κ. Μανούσακας περιέγραψε στους κατοίκους της περιοχής πώς μπορούν να ζήσουν χαρούμενοι απολαμβάνοντας αυτό που οι ίδιοι παράγουν και όχι να ζουν με την αγωνία του εύκολου κέρδους, του δανεισμού και των επιδοτήσεων.


19/7/12

Το αρχαίο λυχνάρι έγινε LED


Καθημερινή 15.07.2012
Της Χριστινας Σανουδου

Aπό τα αρχαία λυχνάρια ώς τις σύγχρονες λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας και από την ανακάλυψη της φωτιάς ώς τη λατρεία του θεού Ηλιου, το φως πάντοτε διαδραμάτιζε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο τόσο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων ανά την υφήλιο όσο και στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία.
Ενα μικρό, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στην ιστορία του φωτισμού με τίτλο «Μια ιστορία από φως, στο φως», που ολοκληρώθηκε πρόσφατα στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενεί ώς τον Σεπτέμβριο η «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων.
Στο ίδιο διάστημα, το Μουσείο της Ακρόπολης αναδεικνύει με ειδική σήμανση εκθέματα από τη μόνιμη συλλογή του, που αφηγούνται μικρές «ιστορίες για το φως» – όπως τα άρματα του Ηλίου και της Σελήνης στη σκηνή της γέννησης της Αθηνάς που κοσμεί το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα ή ο περίτεχνος χάλκινος λύχνος από το Ερέχθειο, σε σχήμα πολεμικού πλοίου, και με τη φράση «ιερόν της Αθηνάς» χαραγμένη στη δεξιά πλευρά του.
Η μεταφορά της έκθεσης στο παλαιό εργοστάσιο φωταερίου έγινε με πρωτοβουλία της διοίκησης της «Τεχνόπολις» και αποτελεί προάγγελο του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, που αναμένεται να είναι έτοιμο στο τέλος του χρόνου. Ο συσχετισμός είναι προφανής, καθώς η πρωταρχική χρήση του φωταερίου στην Αθήνα ήταν ο φωτισμός, «γεγονός που άλλαξε ριζικά τη ζωή της πόλης», εξηγεί η Μαρία Φλώρου, αρχαιολόγος, μουσειολόγος και υπεύθυνη του τομέα του υπό διαμόρφωση μουσείου. Πλέον, οι δημόσιοι δρόμοι φωτίζονταν το βράδυ, διευκολύνοντας την κυκλοφορία, και οι βιομηχανίες είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν με διπλές βάρδιες, αυξάνοντας την παραγωγή.

Βυζαντινή περίοδος

Πέρα από τις αναφορές στην «επανάσταση» που έφερε ο ηλεκτροφωτισμός και η αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων κατά τον 19ο αιώνα, μεγάλο μέρος των εκθεμάτων προέρχεται από τη βυζαντινή περίοδο, ενώ τα κενά στην αφήγηση αναπληρώνονται με ενημερωτικά κείμενα, φωτογραφίες και ένα βίντεο για τις μεθόδους αφής και διατήρησης της φωτιάς. Η εστίαση στο Βυζάντιο σχετίζεται αφενός με τον ρόλο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού ως συνδιοργανωτή της έκθεσης και αφετέρου με το γεγονός ότι τα ευρήματα αυτής της εποχής σώζονται σε μεγαλύτερη αφθονία και καλύτερη κατάσταση από τα προγενέστερα. Εξάλλου, οι τεχνολογίες τεχνητού φωτισμού δεν διαφοροποιήθηκαν σημαντικά με το πέρασμα από τους αρχαίους στους βυζαντινούς χρόνους: η χρήση των λυχναριών παρέμεινε ιδιαίτερα διαδεδομένη, ενώ η σημαντικότερη καινοτομία της εποχής ήταν «οι γυάλινες καντήλες, η κατασκευή των οποίων κατέστη δυνατή με την τοποθέτηση του φιτιλιού στο κέντρο του σκεύους», υπογραμμίζει η Ελένη Μπίντση, που υπογράφει τη μουσειολογική μελέτη της έκθεσης στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο μαζί με τον Ιωάννη Μότσιανο και τον Ζήση Σκαμπάλη. Διαδεδομένη ήταν πλέον και η χρήση του κεριού, το οποίο είχε αναγνωριστεί ως καύσιμη ύλη ήδη από τη μινωική περίοδο, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε ευρέως πριν από την ύστερη αρχαιότητα.
Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλοι λόγοι που καθιστούν το Βυζάντιο σημείο-σταθμό για όσους ασχολούνται σε βάθος με την ιστορία του φωτισμού, υποστηρίζει ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Ιάκωβος Ποταμιάνος. Μολονότι «λάτρευαν το φως», οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων γνώριζαν ότι το «σκληρό» μεσογειακό φως «κατέστρεφε τις μορφές των κτιρίων κάνοντάς τις να φαίνονται επίπεδες». Ετσι, «ανακάλυψαν τρόπους να φέρνουν το φως στη σκιά» – χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ραβδώσεις στους δωρικούς κίονες. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η ενασχόληση με το φως πέρασε σε άλλο επίπεδο εξέλιξης, καθώς ο «ενθουσιασμός με τη μορφή» έδωσε σταδιακά τη θέση του «στον ενθουσιασμό για τον χώρο ως κάτι εφάμιλλο με την έννοια του Θείου». Σε αντίθεση με τους αρχαίους ναούς, οι βυζαντινές εκκλησίες δίνουν έμφαση στην άυλη διάσταση του χώρου και του φωτός.

Το φως των ναών

Με πλήθος επιστημονικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων σχετικά με το φως και τις χρήσεις του στο βιογραφικό του, ο κ. Ποταμιάνος σήμερα είναι διευθυντής ενός νέου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών για τον φωτισμό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Εχοντας ενδιαφερθεί για το φως και τις χρήσεις του από τα φοιτητικά του χρόνια στις ΗΠΑ, άρχισε να μελετά κείμενα αρχαίων συγγραφέων, όπως του μεγάλου Αλεξανδρινού μηχανικού Ηρωνα και του νεοπλατωνιστή φιλόσοφου Πλωτίνου, όπου υπάρχουν αναφορές τόσο για την κατασκευή συστημάτων φωτισμού -συχνά εξαιρετικά προηγμένων, με τη χρήση κατόπτρων- όσο και για τη συμβολική αξία του φωτός στη φιλοσοφία. Μεταξύ άλλων, διδάσκει φωτισμό ιστορικών κτιρίων στο ΑΠΘ, όπου κατέχει τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής και της Ψυχολογίας της Αντίληψης, ενώ το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει ένα βιβλίο για το φως στη βυζαντινή εκκλησία. Πεπεισμένος ότι, ακόμα και στις μέρες μας, η αρχιτεκτονική δεν έχει φτάσει στο επίπεδο των βυζαντινών μαστόρων, διερευνά πώς οι τεχνικές για τη δημιουργία της κατανυκτικής ατμόσφαιρας στους βυζαντινούς ναούς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε σύγχρονα κτίρια. «Με ένα πνευματικό άλμα, ο άνθρωπος συλλαμβάνει κάτι το ασύλληπτο, την άυλη διάσταση του χώρου. Αυτό για μένα είναι μια εξαιρετική κατάσταση του ανθρώπινου νου», υπογραμμίζει. Αργότερα, καθώς η δύναμη του Βυζαντίου εξασθενεί, η αισθητική αλλάζει και οι υποφωτισμένες μεσοβυζαντινές εκκλησίες δεν διαφέρουν πολύ από τις σύγχρονες. Πλέον, «το φως σταλάζει, δεν πλημμυρίζει τον ναό», καταλήγει.

Θρησκευτικές παραδόσεις

Η έκθεση «Μια ιστορία από το φως στο φως», που διοργανώθηκε σε συνεργασία με μουσεία, εφορείες αρχαιοτήτων, ερευνητικά κέντρα και ιδιώτες από όλη την Ελλάδα, περιλαμβάνει μία ενότητα αφιερωμένη στις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις της Θεσσαλονίκης -το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό-, αναδεικνύοντας τόσο τη συμβολική διάσταση του φωτός στις τρεις θρησκείες, όσο και τα χαρακτηριστικά φωτιστικά σκεύη των τόπων λατρείας. Η επόμενη ενότητα εστιάζει στην «επανάσταση» που έφερε η χρήση των ορυκτών καυσίμων στον φωτισμό, με αναφορές στον δημόσιο φωτισμό της Αθήνας, με την ίδρυση του εργοστασίου φωταερίου το 1857, καθώς και την επινόηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Τέλος, η εξέλιξη της τεχνολογίας του φωτισμού στον 21ο αιώνα μετουσιώνεται σε μία πρωτότυπη διαδραστική εγκατάσταση με την υπογραφή της εικαστικής ομάδας φωτισμού «BEFORELIGHT», που ενθαρρύνει τους επισκέπτες να πειραματιστούν με τις δυνατότητες του φωτός, δημιουργώντας τη δική τους φωτιστική σύνθεση.