10/8/12

[Διαστάσεις] Πόλεμος και fair play

ΤΑ ΝΕΑ  04.08.2012
Της Κίττυ Ξενάκη

Λένε συχνά πως ο αθλητισμός είναι ένας πόλεμος με άλλα μέσα - μέσα τα οποία είναι σαφώς προτιμότερα. Ο αθλητισμός παρέχει ένα πλαίσιο μη βίας μέσα στο οποίο τα κράτη έχουν τη δυνατότητα να κάνουν πραγματικότητα τις φιλοδοξίες τους, να ξεπεράσουν ιστορικές πικρίες και να αποκομίσουν δόξα και τιμή χωρίς να παραβιάσουν διεθνείς συνθήκες ή να προκαλέσουν αιματοχυσία. Το πρόσφατο Euro μας πρόσφερε πληθώρα παραδειγμάτων και οι Ολυμπιακοί Αγώνες, όπως πάντα, βρίθουν από παλιές διαμάχες που εξακολουθούν να στοιχειώνουν σήμερα τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων.
Αξίζει λοιπόν να αναρωτηθούμε, σημειώνει η Μέρι Ντεβέτζκι στη βρετανική «Ιντιπέντεντ»: μήπως μπορούμε να αντλήσουμε από τον αθλητισμό χρήσιμα διδάγματα για τη διεξαγωγή των πραγματικών πολέμων; Αν μπορούμε να τον δούμε πράγματι ως έναν πόλεμο με άλλα μέσα, γιατί να μην αντιστρέψουμε την ιδέα;
Ο αθλητισμός διέπεται από αυστηρούς κανόνες τους οποίους αποδέχονται όλοι οι συμμετέχοντες. Δεν υπάρχει περιθώριο για ερμηνείες ή διακριτική ευχέρεια, ούτε θα έπρεπε να υπάρχει. Δεν έχει νόημα, στους αγώνες ανωτάτου επιπέδου, να επικαλεστείς ξαφνική γρίπη, τραυματισμό στον ώμο ή ότι σου απέσπασε την προσοχή η έκφραση του αντιπάλου. Μπορείς δηλαδή, αλλά δεν θα αλλάξει το αποτέλεσμα. Οι κανόνες είναι κανόνες και η σύγχρονη τεχνολογία βοηθά τους διαιτητές να εντοπίζουν τις απόπειρες παράβασής τους.
Αλλά η καθολική αποδοχή των κανόνων, είτε στον αθλητισμό είτε στον πόλεμο, μπορεί να είναι μόνον η αρχή. Ενα βασικό χαρακτηριστικό του αθλητισμού είναι ότι πρέπει να υπάρξει νικητής. Οι ισοπαλίες είναι σπάνιες. Οσο άδικη και αν μπορεί να μοιάζει η διαδικασία των πέναλτι έπειτα από 90 λεπτά κανονικού παιχνιδιού και 30 λεπτά παράταση, με τους ποδοσφαιριστές σχεδόν να καταρρέουν στο γήπεδο, έχει έναν σκοπό: να παράσχει έναν νικητή. Τον ίδιο ακριβώς λόγο εξυπηρετεί το τάι μπρέικ στο τένις και το φότο φίνις στον στίβο.
Αν υπάρχει όμως νικητής, πρέπει να υπάρχουν και ηττημένοι - γνήσιοι ηττημένοι που παραδέχονται πως έχασαν από ένα άτομο ή μια ομάδα με καλύτερες επιδόσεις. Το αποτέλεσμα πρέπει να είναι αρκετά καθαρό ώστε να αποθαρρύνει μετέπειτα αμφισβητήσεις. Η άλλη πλευρά ενός καθαρού αποτελέσματος, ωστόσο, είναι πως ο νικητής πρέπει να αντιμετωπίσει τον ή τους ηττημένους γενναιόδωρα. Το πώς ακριβώς πρέπει να συμπεριφέρεται ο νικητής περιγράφεται, κατ' ουσίαν, στις Συμβάσεις της Γενεύης. Προϋπόθεση όμως για μια βιώσιμη ειρήνη πρέπει να είναι η αποδοχή του αποτελέσματος από όλες τις πλευρές: και αυτό σημαίνει όχι μόνο τους νικητές και τους ηττημένους αλλά - όπως στον αθλητισμό - τους οπαδούς (συμμάχους) και τους θεατές (μεγάλες δυνάμεις και γείτονες). Μια νίκη άξια του ονόματός της πρέπει να έχει δύναμη πειθούς. Κατά τα λοιπά, στον πραγματικό πόλεμο δεν υπάρχουν τελετές παράδοσης μεταλλίων, και δύσκολα μπορεί κανείς, αναλογιζόμενος τι προηγήθηκε, να χειροκροτήσει ακόμα και τη λήξη του με ενθουσιασμό.
 

Πασιονάριες του 21ου αιώνα:Η επανάσταση είναι γυναίκα

TA NEA  04.08.2012  
Του Σάκη Μαλαβάκη

«Είμαστε κατά της βίας, δεν κρατάμε κακία σε κανέναν. Πίσω από το χαμόγελό μας υπάρχουν τα δάκρυα ενώ ο σαρκασμός μας αποτελεί μια αντίδραση στο χάος». Στο τελευταίο γράμμα τους από τη φυλακή, οι ρωσίδες ακτιβίστριες του πανκ συγκροτήματος Pussy Riot υπερασπίζονται με υπερηφάνεια τον αγώνα τους. Εδώ και μερικές ημέρες οι τρεις νεαρές γυναίκες δικάζονται με την κατηγορία του «χουλιγκανισμού». Στην πραγματικότητα, το έγκλημά τους ήταν η εισβολή τους σε εκκλησία της Μόσχας και η ερμηνεία μιας «προσευχής» προς την Παρθένο Μαρία. Η Ναντιέζντα Τολοκονίκοβα, η Μαρία Αλεξίνα και η Γεκατερίνα Σαμούτσεβιτς ενδέχεται να καταδικαστούν και να φυλακιστούν για 7 χρόνια, ενώ υπέρ της αποφυλάκισής τους, πέρα από ομότεχνούς τους από όλον τον κόσμο, τάσσονται και άνθρωποι των γραμμάτων με τελευταίο τον Σαλμάν Ρούσντι.
Οι Pussy Riot είναι οι πιο πρόσφατες πρωταγωνίστριες μιας παγκόσμιας τάσης διαμαρτυρίας και εναντίωσης γένους θηλυκού. Από την Αραβική Ανοιξη ώς τις πορείες των φοιτητών στη Χιλή και από τις ομάδες αντιφρονούντων στο Ιράν και την Κίνα ώς την κουβανική αντιπολίτευση, όλο και πιο συχνά η διαμαρτυρία είναι... γυναίκα. Και αυτή τη φορά δεν πρόκειται για φεμινιστικές διεκδικήσεις ή τουλάχιστον δεν πρόκειται μόνο γι' αυτό. Οι γυναίκες ανά την υφήλιο που δεν διστάζουν να αντιταχθούν ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης, το κάνουν τόσο στο όνομα των γυναικών όσο και στο όνομα των καθολικών δικαιωμάτων και των ελευθεριών όλων των ανθρώπων.
Αρκετές από αυτές, εκμεταλλευόμενες τις δυνατότητες του Διαδικτύου, είναι μπλόγκερ αλλά κατεβαίνουν και στις πλατείες και μπαίνουν στο παιχνίδι της σύγκρουσης. Είναι πλέον γεγονός ότι οι γυναίκες ορθώνουν το ανάστημά τους ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης. Οπως ακριβώς οι άνδρες.
Πρότυπο όλων των ακτιβιστριών του κόσμου θα μπορούσε να είναι η Αούνγκ Σαν Σούου Κι, η οποία επέλεξε να θυσιαστεί στη μάχη της για τη δημοκρατία. Η ηγέτιδα της βιρμανικής αντιπολίτευσης αποδέχτηκε να περάσει μεγάλη περίοδο της ζωής της στη φυλακή, αναγκάζοντας έτσι το καθεστώς των βιρμανών στρατηγών να ακούσει κάποια από τα αιτήματά της. Πλέον, η Αούνγκ Σαν Σούου Κι δεν αποτελεί την εξαίρεση. Το Νομπέλ Ειρήνης του 2011 απονεμήθηκε σε τρεις γυναίκες: στην Πρόεδρο της Λιβερίας Ελεν Τζόνσον-Σίρλιφ, στην επίσης λιβεριανή ακτιβίστρια Λέιμα Γκμπόουι και στην Ταϊακούλ Κάρμαν, ακτιβίστρια από την Υεμένη.
Οι χαρακτηρισμοί που μπορούν να αποδοθούν στις γυναίκες αυτές είναι πολλοί, καθώς καμία δεν μοιάζει με την άλλη. Τίποτα δε συνδέει την Καμίλα Βαγιέχο, φοιτήτρια από τη Χιλή που πρωτοστάτησε στις πολυπληθέστατες και επεισοδιακές πορείες διαμαρτυρίας που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα υπέρ της δημόσιας εκπαίδευσης, με την Κουβανή Γιοάνι Σάντσες η οποία καταγγέλλει διαμέσου του μπλογκ της την κατάχρηση εξουσίας από το καθεστώς των αδελφών Κάστρο.

ΑΛΕΝ ΤΟΥΡΕΝ:«Κινητήρια δύναμη για την αλλαγή της κοινωνίας»


TA NEA 04.08.2012
Σε συνέντευξή του στην «Ρεπούμπλικα» ο γάλλος κοινωνιολόγος Αλέν Τουρέν υποστηρίζει ότι οι γυναίκες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά της καταπίεσης, κατ' αρχάς γιατί βρίσκεται σε κρίση το μοντέλο των ανδρών. Οι άνδρες έχουν εξαντλήσει την ικανότητά τους να οραματίζονται έναν καινούργιο κόσμο, πιο δίκαιο και πιο ανθρώπινο, και αυτό που εκπροσωπούν είναι πλέον ξεπερασμένο. Οι γυναίκες μετατρέπονται σε κινητήρια δύναμη μιας (απόπειρας) πολιτικής αλλαγής, γιατί είναι ακόμα ικανές να οραματιστούν ένα διαφορετικό κοινωνικό μοντέλο, πιο σύγχρονο, καταλληλότερο για την εποχή μας απ' ό,τι το πεπαλαιωμένο μοντέλο των ανδρών. Η διαφοροποίηση μεταξύ μιας διαμαρτυρίας γένους θηλυκού και μιας διαμαρτυρίας γένους αρσενικού είναι σύμφωνα με τον Τουρέν λανθασμένη. Ο γάλλος κοινωνιολόγος θεωρεί πως δεν υπάρχει μια προκαθορισμένη «ψυχολογία των γυναικών» που να μας επιτρέπει να μιλήσουμε για μια «φυσιολογική» διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Τα χαρακτηριστικά αυτού του παγκόσμιου κινήματος διαμαρτυρίας στο οποίο πρωταγωνιστούν γυναίκες είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης κοινωνικής δομής. Αυτό που έχει σημασία και διαφοροποιεί τις γυναίκες από τους άνδρες δεν είναι τόσο το φύλο τους, όσο οι διαφορετικές εμπειρίες των οποίων είναι φορείς. Ηταν για αιώνες κλεισμένες στην ιδιωτική σφαίρα. Η σχετικά πρόσφατη έξοδός τους στον δημόσιο χώρο σηματοδοτεί πέρα από το τέλος μιας πασιφανούς απουσίας, την ανάδειξη ενός πρωτόγνωρου ενδιαφέροντος για τη δημόσια σφαίρα. Οντας αποκλεισμένες για τόσο μεγάλο διάστημα από τα κοινά, οι γυναίκες είναι γεμάτες πάθος για δράση και αλλαγή. Η πραγματική δύναμή τους βρίσκεται σύμφωνα με τον Τουρέν στην ικανότητα που διαθέτουν να συμφιλιώνουν τη δημόσια σφαίρα με την ιδιωτική. Τα αιτήματά τους είναι καθολικά. Και αν οι άνδρες επιμένουν να είναι επαναστατικοί, οι γυναίκες επιλέγουν να είναι δημοκρατικές. Οντας από τα πρώτα θύματα όλων των δικτατοριών, όλων των κακοποιήσεων και των αδικιών, οι γυναίκες έχουν περισσότερους λόγους να θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Οχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά για όλους τους ανθρώπους.
 

30/7/12

Το Πανεπιστήμιο πήρε τα βουνά


ΒΗΜΑ  29.07.2012
Της Όλγας Κλώντζας
 
Στις κορυφές των ορεινών όγκων της Κρήτης η επιστημονική γνώση διασταυρώνεται με τη λαϊκή παράδοση και το Πανεπιστήμιο προσλαμβάνει νέα διάσταση. Οι αίθουσες διδασκαλίας αντικαθίστανται από παραδοσιακά καφενεία, πλατείες και αυλές μοναστηριών, ενώ επιστήμονες και απλοί άνθρωποι, ηλικιωμένοι, παραγωγοί και κτηνοτρόφοι εναλλάσσονται στον ρόλο του καθηγητή. Το Πανεπιστήμιο των Ορέων κάνει μια ειρηνική επανάσταση «χτίζοντας γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στους κατοίκους των αστικών κέντρων και σε εκείνους των απομακρυσμένων χωριών» λέει ο εμπνευστής του κ. Ιωάννης Παλλήκαρης, καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ο «ισόβιος έρωτας» του ιδίου και της συζύγου του για την Κρήτη και τους ανθρώπους της γέννησε πριν από έξι χρόνια την ιδέα ενός ανοίγματος της επιστημονικής κοινότητας προς την τοπική κοινωνία.

Το όραμα της διατήρησης των γνώσεων που περνούν από γενιά σε γενιά προτού αυτές χαθούν οριστικά με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών βρίσκεται στο επίκεντρο της αποστολής του Πανεπιστημίου των Ορέων. «Ενας νέος φιλόδοξος στόχος, προσωπική έμπνευση της συζύγου μου, κυρίας Βαρβάρας Τερζάκη, είναι η αναβίωση της ιερής τέχνης της υφαντικής, η οποία ήκμασε στην Κρήτη και κινδυνεύει να χαθεί» επισημαίνει.
Εκτός όμως από την πολιτιστική και επιστημονική αποστολή του, εξίσου σημαντική είναι η τριτοβάθμια φροντίδα υγείας που προσφέρεται από 250 εθελοντές γιατρούς όλων των ειδικοτήτων σε κάθε εξόρμηση του ΠτΟ. Μπορεί το έργο αυτό να μη μοιάζει τόσο εμπνευσμένο, όμως αν αναλογιστεί κανείς ότι «οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που εξετάζονται δεν είχαν ποτέ πριν δυνατότητα πρόσβασης στις περισσότερες από αυτές τις ειδικότητες», όπως εξηγεί ο κ. Παλλήκαρης, τότε γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της προσφοράς.
«Στόχος μας είναι να επαναπροσδιορίσουμε την ευτυχία με ανθρώπινους δείκτες και όχι με εισοδηματικά δεδομένα, την ευτυχία που πηγάζει από τις ανθρώπινες σχέσεις, την παράδοση και το φυσικό περιβάλλον» σχολιάζει στο «Βήμα» ο κ. Παλλήκαρης. Συνοδοιπόροι του σε αυτό το δημιουργικό ταξίδι είναι πολλοί επιστήμονες-ερευνητές, επιχειρηματίες, τοπικοί φορείς και απλοί εθελοντές.
Αφορμή για τις πρώτες δράσεις του Πανεπιστημίου των Ορέων έγινε η παρατηρούμενη αύξηση της παραβατικότητας σε σχολεία ορεινών απομακρυσμένων χωριών του νησιού, όπως εξηγεί ο κ. Παναγιώτης Μιχαηλίδης, καθηγητής Παιδαγωγικών του Πανεπιστημίου Κρήτης. «Οι μαθητές στις περιοχές αυτές αισθάνονται αποκομμένοι από τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους. Θεωρούν ότι το σχολείο δεν έχει να τους προσφέρει τίποτε ουσιαστικό για την καθημερινότητά τους» επισημαίνει.
Με τη συμβιωματική εκπαίδευση τα παιδιά των χωριών έρχονται σε επαφή με συνομηλίκους τους των πόλεων και έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν όσα τα ενώνουν. Τα μεν περιγράφουν πώς μαζεύεται το γάλα και φτιάχνεται το τυρί, ενώ τα δε εξιστορούν πώς περνούν τον χρόνο τους στην πόλη. «Φαίνεται ότι πολλές φορές αυτές οι εναλλακτικές μέθοδοι διδασκαλίας είναι πιο αποτελεσματικές και κάνουν τα παιδιά να αγαπήσουν τις αξίες του τόπου τους» καταλήγει ο κ. Μιχαηλίδης.
Αυτή ακριβώς η αγάπη και ο σεβασμός στις αξίες με τις οποίες μεγάλωσε κράτησαν τον κ. Εμμανουήλ Πατεράκη στο παραδοσιακό επάγγελμα του κτηνοτρόφου. Ως νέος άνθρωπος όμως, ήξερε από μικρός ότι για να πετύχει θα πρέπει να ακολουθήσει νέες μεθόδους παραγωγής και εμπορίας των  προϊόντων του, για τον λόγο αυτόν είχε ένα όραμα «να συνδέσει την κτηνοτροφία με το Πανεπιστήμιο».
Αυτό τον οδήγησε κοντά στο ΠτΟ από το πρώτο του ξεκίνημα, ενώ το μεράκι για τη δουλειά του τον έφερε σε θέση να μιλάει στους ανθρώπους των χωριών για ανάπτυξη και καινοτομία. Η δοκιμαστική λειτουργία ενός ηλιακού τυροκομείου είναι μια πρόταση του ΠτΟ που υποστηρίζει με πάθος, καθώς «μπορεί να δώσει τη δυνατότητα σε έναν ορεσίβιο που δεν διαθέτει καν ρεύμα με τη βοήθεια του ήλιου και του αέρα να τυροκομήσει το γάλα του σε μεγάλο υψόμετρο», όπως εξηγεί.
«Οι άνθρωποι στην Κρήτη διψάνε να ακούσουν ενδιαφέροντα πράγματα και να βελτιώσουν τη ζωή τους» λέει στο «Βήμα» ο κ. Ηλίας Μανούσακας, ιδρυτής της εταιρείας Creta Carob που επεξεργάζεται και εμπορεύεται χαρούπια. Ο ίδιος είχε την τύχη να βρεθεί στην αποστολή του ΠτΟ στον Δήμο Αποκορώνου Χανίων.
Η πρόσκληση έγινε με αφορμή την ενασχόλησή του με ένα προϊόν «που το είχαμε αφήσει πίσω από την περίοδο της Κατοχής», το χαρούπι, το οποίο είναι 100% βιολογικό. «Το χαρούπι κέρδισε το ενδιαφέρον των ανθρώπων, καθώς με τις καινοτόμες μεθόδους επεξεργασίας που έχουμε εισαγάγει προσφέρει νέες ευκαιρίες ανάπτυξης» επισημαίνει στο «Βήμα».
«Σήμερα, το να γίνεται κανείς υπάλληλος δεν έχει καμία αξία μισθολογικά, αλλά και σε όρους ανάπτυξης» λέει χαρακτηριστικά, καταλήγοντας ότι ο κόσμος πρέπει να αφήσει τις μεγάλες πολιτείες και να γυρίσει στην περιφέρεια, να ασχοληθεί με την παραγωγή και την ανάπτυξή της.

Πρόσκληση
Από την Κρήτη στην Κάσο

Η κυρία Σοφία Μαστοράκου γοητεύθηκε από τη δράση του Πανεπιστημίου των Ορέων και το προσκάλεσε στην Κάσο, όπου οι άνθρωποι, όπως λέει, έχουν μεγάλη ανάγκη την επικοινωνία με ανθρώπους που διαθέτουν γνώσεις και τεχνογνωσία. Η ανταπόκριση ήταν άμεση και έτσι οι εθελοντές έχουν ήδη ταξιδέψει εκεί δύο φορές.
Αυτό που την εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η συμμετοχή των ανθρώπων στις συζητήσεις. «Οι νέοι βγάζουν πικρία και αγωνία για το μέλλον. Συμμετέχουν, εκφράζουν αντιρρήσεις, αλλά και προτάσεις». Τα βότανα του νησιού που μπορούν να εξαχθούν στις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες του πλανήτη, η παραγωγή μελιού που χρειάζεται υποστήριξη, η ανακύκλωση που θέλουν να φθάσει στο νησί αλλά λόγω της οικονομικής συγκυρίας όλο αναβάλλεται είναι μόνο ορισμένα από τα θέματα που τους απασχολούν.
Αντίστοιχα αιτήματα συμμετοχής φθάνουν καθημερινά από το Καρπενήσι, την Κάρπαθο, το Καστελόριζο, την Ηπειρο, τη Δυτική Μακεδονία και την Πελοπόννησο. Αν και το ΠτΟ, το οποίο αυτοχρηματοδοτείται από τα μέλη του, δεν έχει τη δυνατότητα να απλώσει τη δράση του σε ολόκληρη τη χώρα, μπορεί να γίνει παράδειγμα προς μίμηση. «Ευχόμαστε η δράση μας να εμπνεύσει κι άλλους ανθρώπους. Εμείς θα είμαστε εκεί να συνδράμουμε με τις γνώσεις και την εμπειρία μας» λέει ο κ. Παλλήκαρης.

Ολυμπιακοί, μια επικερδής επιχείρηση


Καθημερινή  29.07.2012
The Economist

Στην αρχαία Ελλάδα ήταν αδύνατο για τους αθλητές να ράψουν το σύμβολο του χορηγού τους στις στολές, καθώς όλοι οι διαγωνιζόμενοι ήταν γυμνοί. Παρότι, όμως, ο ιματισμός επιτρέπεται στους σύγχρονους Ολυμπιακούς, η επίφαση ερασιτεχνισμού πρέπει να διατηρηθεί, αποκλείοντας και πάλι την προώθηση χορηγών ή άλλων χρηματοδοτών.
Πίσω από την πρόσοψη αυτή, όμως, κάθε είδους εμπορικά συμφέροντα διαγκωνίζονται λυσσαλέα για το χρυσό. Τα ποσά είναι άλλωστε αστρονομικά: συνολικό κόστος αγώνων 14,5 δισ. δολάρια. Η ΔΟΕ έχει εξασφαλίσει 4,87 δισ. από τα δικαιώματα τηλεοπτικής μετάδοσης της διοργάνωσης, ενώ ανάλογο πακτωλό εξασφαλίζει και η οργανωτική επιτροπή του Λονδίνου, χάρη σε χορηγίες και πωλήσεις εισιτηρίων και αναμνηστικών ειδών.
Οι 11 ολυμπιακοί χορηγοί δαπανούν παχυλά ποσά για το δικαίωμα χρήσης του σήματος. Μόνο ένας χορηγός έχει επιλεγεί από κάθε εταιρική κατηγορία. Η Coca-Cola στα αναψυκτικά, η Panasonic στις τηλεοράσεις και ούτω καθεξής. Το επιχειρηματικό αυτό πρότυπο έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του 1980, εποχή κατά την οποία η ΔΟΕ «έβαλε τάξη» στον κυκεώνα μικρών και επικαλυπτόμενων χορηγών της διοργάνωσης. Αν και το κόστος καθεμιάς συμφωνίας είναι άγνωστο, η ΔΟΕ κοινοποιεί το σύνολο των εσόδων της από τους 11 χορηγούς, που φθάνουν τα 957 εκατ. δολάρια για την περίοδο 2009-12.
Οι χορηγοί μπορούν να πληρώσουν τη ΔΟΕ σε μετρητά ή σε είδος. Αυτό κάνει η γαλλική Atos, που έχει αναλάβει την ηλεκτρονική υποστήριξη. Από το αρχηγείο της στα Ντόκλαντς του Λονδίνου, 450 τεχνικοί της εταιρείας παρακολουθούν οθόνες, ελέγχοντας κάθε είδος λειτουργίας, από την ηλεκτρονική επιβεβαίωση ταυτοτήτων μέχρι και τις επαφές με την υπηρεσία αλλοδαπών της Βρετανίας για τη χορήγηση έκτακτων ταξιδιωτικών εγγράφων.
Ο κίνδυνος για τους χορηγούς δεν έχει να κάνει με τα κέρδη, αλλά με ενδεχόμενη εξευτελιστική και δημόσια αποτυχία τους. Η G4S, η βρετανική εταιρεία υπηρεσιών ασφαλείας, ήλπιζε πως η ανάληψη της ασφάλειας θα τη βοηθούσε να εδραιώσει την εικόνα της. Η αποτυχία της, όμως, να προσλάβει ικανό αριθμό προσωπικού την υποχρέωσε σε δημόσια ταπείνωση και οδήγησε την αξία της μετοχής της σε βουτιά, αντάξια του καλύτερου αθλητή των καταδύσεων. Οι περισσότεροι μεγάλοι χορηγοί, όμως, όπως οι McDonald's, Omega, Procter & Gamble και Panasonic, δεν επιδιώκουν να αποδείξουν τις ικανότητές τους. Προσπαθούν απλώς να εμφανιστούν ως αλτρουιστικοί οργανισμοί, αφοσιωμένοι στο διεθνές εκπολιτιστικό τους έργο, με απώτατο σκοπό βέβαια την προσέλκυση νέων πελατών.
Οι χορηγίες είναι, όμως, αποτελεσματικές σε επιχειρηματικό επίπεδο για τις ίδιες τις εταιρείες; «Δεν ξέρω», απαντά χωρίς περιστροφές ο επικεφαλής μιας από τις εταιρείες αυτές. Μελέτη οικονομολόγων του Πανεπιστημίου Κολούμπια έδειξε ότι σε 51 αμερικανικές εταιρείες, που δαπάνησαν πάνω από 15 εκατ. δολάρια μεταξύ 2005 και 2009 για αθλητικές χορηγίες, τα κέρδη αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι στις εταιρείες του δείκτη S&P 500. Οι μεγάλοι χορηγοί τα πήγαν ακόμη πιο καλά: οι 16 μεγαλύτεροι είδαν τα κέρδη τους να αυξάνονται κατά 22,1% τον χρόνο.
Ανάλογες μεγάλες προσδοκίες εμφανίζουν και τα κράτη-διοργανωτές Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον είχε δεσμευθεί ότι «οι αγώνες αυτοί θα είναι χρυσάφι για τη Βρετανία», κάνοντας λόγο για ετήσια κέρδη 4 δισ. δολαρίων για τα ερχόμενα τέσσερα χρόνια. Πολλές μελέτες, όμως, διαψεύδουν κατηγορηματικά τις υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις του κ. Κάμερον.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Βίκτορ Μάθεσον, του Πανεπιστημίου Χόλι Κρος της Μασαχουσέτης, οι διοργανωτές υπερεκτιμούν συστηματικά τα οφέλη των αγώνων, υπολογίζοντας για παράδειγμα ότι οι επισκέπτες θα είναι περισσότεροι από ό,τι στην πραγματικότητα.
Η Νότια Κορέα, για παράδειγμα, αν και προσείλκυσε σημαντικό αριθμό ποδοσφαιρόφιλων στο Μουντιάλ του 2002, οι συνολικές αφίξεις στη χώρα παρέμειναν οι ίδιες με το 2001, καθώς πολλοί τουρίστες ακύρωσαν τα σχέδιά τους φοβούμενοι τα πλήθη της διοργάνωσης. Η εικόνα αυτή μπορεί να είναι και αρνητική, με διοργανώτριες χώρες να δαπανούν υπέρογκα ποσά για την κατασκευή φαραωνικών -και συχνά άχρηστων- εγκαταστάσεων.

Ανθρωποι από χρήμα


Kαθημερινή  25.07.2012
Tου Παντελη Μπουκαλα 

Είναι ένα «Απλοϊκό τραγούδι» του Λόρκα, όπως το είχε τιτλοδοτήσει ο ίδιος. «Απλοϊκό», ναι, πάντως τους τέσσερις πρώτους στίχους θα τους ζήλευε ο Μπρεχτ, και ίσως να ’χαν θέση σε κάποιο δράμα του Σαίξπηρ, λ.χ. στον «Εμπορο της Βενετίας». «Μαμά, / θα ’θελα να ’μουν από χρήμα. // Γιε μου, / θα κρύωνες πολύ»: Αυτοί είναι οι στίχοι του Ισπανού ποιητή (μεταφρασμένοι από τον Φ. Ηλιάδη), που μεμιάς ζωγραφίζουν ολόκληρο κόσμο.
Από τη μια το πιτσιρίκι, που όπως συμβαίνει με όλα τα πιτσιρίκια της υφηλίου (όχι, ψέματα, της «αναπτυγμένης» μόνο υφηλίου, γιατί σε μεγάλα τμήματά της τα παιδιά δεν προλαβαίνουν να μεγαλώσουν), ήρθε η στιγμή ν’ απαντήσει τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει. Θαμπωμένο από τα ωραία ζεστά σπίτια, τα ωραία ζεστά ρούχα και τα όμορφα παιχνίδια των συνομηλίκων του, που είναι σαν κι αυτόν πλην όχι ακριβώς σαν κι αυτόν, απαντά πως θα ’θελε να είναι «από χρήμα». Κι από την άλλη η έμπειρη μάνα. Που κάτι στέρεο πρέπει ν’ αντιτάξει στο όνειρο του γιου της. Του λέει λοιπόν κάτι που θα το νιώσει αμέσως: πως αν ήταν από χρήμα, θα κρύωνε. Κι ας είχε το πιο ζεστό σπίτι του κόσμου και τα πιο ζεστά ρούχα.
Τον Λόρκα τον αγαπούν πολύ στην Ισπανία. Αν έχουν τη συνήθεια να κάνουν σύνθημα τους στίχους των ποιητών (όπως εμείς με το «Αντισταθείτε» του Μιχάλη Κατσαρού, που με τον καιρό ξεχάστηκε πως είναι δική του η προτροπή), δεν το ξέρω. Αν όμως έγραφαν με μεγάλα γράμματα στο πανό τους το «Απλοϊκό τραγούδι» του ποιητή τους, θα ’πρεπε να επινοήσουν και μια δεύτερη ανθρώπινη γλώσσα, μεταφραστική, για να το μεταγλωττίσουν έτσι που να υπάρχει κάποια πιθανότητα να το κατανοήσουν όσοι είναι «από χρήμα». Γιατί υπάρχουν τέτοιοι. Λεγεώνες ολόκληρες. Και δεν πρόκειται για τους συνήθεις, με τα εργοστάσια, τα καράβια, τα τσιφλίκια, τις καταθέσεις. Αυτοί εξακολουθούν να έρχονται από έναν κόσμο αναγνωρίσιμο, άρα στοιχειωδώς ελέγξιμο.
Πρόκειται για το νέο υβριδικό είδος που, ανθρωπομορφιστές όπως είμαστε, του αποδίδουμε ονόματα όπως «επενδυτές» ή «χρηματιστές» και παρατσούκλια όπως «γιάπηδες» για να το εντάξουμε κάπου, σε ένα σύστημα οικείων σημείων, μήπως το κατανοήσουμε. Είναι άνθρωποι από χρήμα όχι επειδή το χρήμα ρέει στις φλέβες τους αντί για αίμα. Οχι. Αλλο πράμα φαντάστηκε ο Λόρκα, άλλο θηρίο: Εναν νέου τύπου κένταυρο, δέκα φορές πιο αλλόκοτο, μισό άνθρωπο - μισό νόμισμα, που όσο χρήμα κι αν έχει για να το καίει και να ζεσταίνεται, αυτός πάντοτε θα κρυώνει· γιατί στη θέση της καρδιάς είναι το δολάριο, στη θέση του μυαλού το ευρώ, το ένα πνευμόνι γιεν, τ’ άλλο ρούβλι ή γουάν.
Υπάρχουν τέτοιοι χρηματάνθρωποι. Είκοσι από δαύτους αμείβονται με ποσά που θα έφταναν για να ζήσει μια λιμοκτονούσα αφρικανική χώρα. Και δεν προλαβαίνουν να τα χαρούν. Δεν είναι αυτός ο στόχος τους άλλωστε. Η χαρά τους δεν είναι η συσσώρευση χρήματος αλλά η καταστροφή ανθρώπων και χωρών. Και μονόπολι αν έπαιζαν, κάτι θα ’νιωθαν.

26/7/12

Η ομιλία Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22.07.2012
Της Γιωτας Συκκα

Ιανουάριος του 1949. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά η βαθιά τραυματισμένη ελληνική κοινωνία δεν μπορεί ακόμα να ζήσει μια ελεύθερη ζωή. Το ιδεολόγημα «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» στερεώνεται επίσημα και επιτακτικά. Κράτος και παρακράτος αλληλοσυμπληρώνονται στην αυθαιρεσία. Ενώ σύγχρονο ελληνικό τραγούδι επιτρέπεται να είναι μόνο η εξελληνισμένη εκδοχή της δυτικής ελαφρότητας. Το ρεμπέτικο είναι κυνηγημένο από τη δεξιά και συκοφαντημένο από την αριστερά. Ωστόσο αρχίζει να ξεφεύγει από τα όρια του λαϊκού περιγύρου που το γέννησε και γίνεται όλο και πιο δημοφιλές. Πολλοί αστοί και διανοούμενοι το αντιμετωπίζουν περιφρονητικά. Μα όχι όλοι. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή και αυτό ακριβώς το περιβάλλον διαλέγει ένας τολμηρός νεαρός συνθέτης για να δώσει μια διάλεξη που, όχι μόνο δικαιώνει το ρεμπέτικο ως «μια τέχνη γνησίως και μοναδικά ελληνική», αλλά και τολμά να εντοπίσει ως βασική πηγή του την «αυστηρή και απέριττη εκκλησιαστική υμνωδία». Το παραλληλίζει μάλιστα με την αρχαία τραγωδία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μουσικά με τον Μπαχ και στιχουργικά με τον Κορνάρο και τον Λόρκα. Μόλις 24χρονος τότε, ο Μάνος Χατζιδάκις μιλάει με παρρησία στο Θέατρο Τέχνης και έπειτα παρουσιάζει τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου που τραγουδούν στο έκπληκτο κοινό.

Ανάγκη για ό,τι μικρό, αληθινό και ταπεινό
Η διάλεξη προκαλεί αντιδράσεις. Μέχρι που η αστυνομία ειδοποιεί διακριτικά τη μητέρα του Χατζιδάκι να προσέχει για λίγο καιρό ο γιος της όταν κυκλοφορεί στη γειτονιά τους, στο Παγκράτι. Ας δούμε, όμως, πώς ο ίδιος ο συνθέτης οδηγήθηκε σ' αυτό το τόλμημά του. Το πρώτο ερέθισμα, όπως και στην ίδια τη διάλεξή του αποκαλύπτει, υπήρξε προσωπικό:
«Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ' ένα φίλο. Ενας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ' αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους, καθώς και άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με τον ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι».
Μετά την Κατοχή, μεγαλύτερος πλέον, αναγνωρίζει και ο ίδιος όχι μόνο τη γνησιότητα και την αξία του τραγουδιού που του αποκάλυπτε ο φίλος του, αλλά και τη σημασία του για τη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία: «Μετά τον πόλεμο», θα εξηγούσε πολύ αργότερα ο Χατζιδάκις, «η παραδοσιακή Δεξιά με το πρόσχημα τού «κινδύνου» από ένα αμετανόητο 11% της Αριστεράς χάρισε στον τόπο άγρια τρομοκρατία υπηρετώντας τα συμφέροντα μιας ύποπτης ντόπιας νομενκλατούρας, κυρίως βασιζόμενη στον δοσιλογισμό, στην προδοσία και στη μικροαστική ηθική των απερχομένων. Ετσι, στο όνομα μιας ειδεχθούς εθνικοφροσύνης γνώρισε ο τόπος την πιο ξέφρενη επιβίωση των άρρωστων φασιστικών στοιχείων, που αντί να υποστούνε τιμωρία, ανακάλυψαν τους εαυτούς τους «εν δυνάμει», σχηματίζοντας μάλιστα και τα πρώτα έμβρυα τής δικτατορίας και της ιωαννιδικής τρομοκρατίας του '67».
Οπως γίνεται συνήθως, η πολιτική καταπίεση είχε και την αισθητική της εκδοχή: «Η χώρα ήταν κατεστραμμένη (...) και το επίσημο ελληνικό κράτος εκείνου του καιρού χτυπούσε κάθε τόσο ένα τεράστιο γκονγκ από το ραδιόφωνο για να μας θυμίζει, με βροντερή φωνή, πως είμαστε τριών χιλιάδων χρόνων γέροι, λες κι ήταν φάρμακο ή συνταγή για ανοικοδόμηση (...) Ετσι λοιπόν γεννήθηκε η ανάγκη για ό,τι μικρό, αληθινό και ταπεινό: αντίδραση υγιής, των φωτισμένων, στον φανφαρονισμό και στον επίσημο προγονόπληκτο σκοταδισμό (...) Χωρίς τον μπαγλαμά και το ασηχτήρ τού μπουζουκιού, χωρίς τον χασικλίδικο καημό της μάγισσας και τον χορό μιας αλεξανδριανής φελλάχας, θα 'χαμε γίνει πρόβατα έτοιμα για σφαγή, στο όνομα τού Πατρός, παντός υιού και κάθε μορφής έθνους».

Προέκταση του βυζαντινού μέλους
Ο Χατζιδάκις δεν έμεινε στα λόγια. Στήριξε με πράξεις αυτή την αντίδραση στον «επίσημο προγονόπληκτο σκοταδισμό». «Ετσι», θυμόταν αργότερα ο Κώστας Ταχτσής, «κινήσαμε, όλοι μαζί, με πρώτο και καλύτερο το Μάνο, αψηφώντας τα χάχανα και τις αποδοκιμασίες των αστών και των ενεργουμένων τους, για τη δημιουργία μιας νέας, γνήσια ελληνικής αισθητικής, που αυτή τη φορά, λέγαμε, θ' απλωνόταν -χάρη στην «πτητικότητα» της μουσικής- σ' ολόκληρο το γεωγραφικό και κοινωνικό χώρο της Ελλάδας, και ποιος ξέρει, ίσως ακόμα παραέξω».
Μ' αυτή την προσδοκία έδωσε ο συνθέτης και τη διάλεξη στο Θέατρο Τέχνης. Μιλά κατ' αρχήν για τα βασικά θέματα του ρεμπέτικου - τον έρωτα και τη φυγή: «Ενας ανικανοποίητος έρωτας που ξεκινάει από την πιο κυνική στάση και φτάνει με μια πρωτόγονη ένταση μέχρι τα πλατειά χριστιανικά όρια της αγάπης και μια φυγή που επιβάλλεται νοσηρά -θα 'λεγα- από αδυναμία, μια που οι συνθήκες παραμένουν το ίδιο σκληρές σα μέταλλο στον άνθρωπο που κινάει για ν' αγαπήσει μ' όλη του τη δύναμη κι όσο μπορεί περισσότερο».
Ειρωνεύεται τους «υγιείς ηθικολόγους» που θεωρούν το ρεμπέτικο «αρρωστημένο» εν αντιθέσει με το δημοτικό τραγούδι: «Είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει». «Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από 'δω πηγάζει η θεματολογία του».
Ο ζεϊμπέκικος, τονίζει ο Χατζιδάκις, «είναι ο πιο καθαρός, συγχρόνως ελληνικός ρυθμός. Ο δε χασάπικος έχει αφομοιώσει μια καθαρή ελληνική ιδιομορφία. Πάνω σ' αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνομε καθαρά απάνω την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του βυζαντινού μέλους (...)». Στέκεται ιδιαίτερα στο ύφος αυτού του τραγουδιού: «Και στη μελωδία και στα λόγια και στο χορό, δεν υπάρχει κανένα ξέσπασμα, καμιά σπασμωδικότητα, καμιά νευρικότητα. Δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει ή ζωή με την πιο πλατειά έννοια. Ολα δίνονται λιτά, απέριττα με μια εσωτερική δύναμη που πολλές φορές συγκλονίζει. Μήπως αυτό δεν είναι το κύριο και μεγάλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή; Και ακόμα ολάκερο το λαμπρό μεγαλείο της αρχαίας τραγωδίας και όλων των αρχαίων μνημείων, δεν βασίζεται πάνω στην καθαρότητα, στη λιτή γραμμή και προπαντός στο απέραντο αυτό sostenuto που προϋποθέτει δύναμη, συνείδηση και πραγματικό περιεχόμενο;».
Και αφού παρουσιάζει τον Βαμβακάρη και την Μπέλλου, που παίζουν και τραγουδούν λίγα τραγούδια δικά τους, του Βασίλη Τσιτσάνη και του Γιάννη Παπαϊωάννου, ο Χατζιδάκις επανέρχεται για να επισημάνει: «Ακούσατε με τι ψυχρότητα και αυστηρότητα ειπώθηκαν αυτά τα πέντε τραγούδια. Ο ρυθμός δεν ξέφυγε ούτε πιθαμή για να τονίσει κάτι πιο έντονα, οι φωνές ίσιες, μονοκόμματες λες και τα λόγια δεν είχαν συγκίνηση. Ετσι είναι. Τίποτες που να σε προκαλέσει να τα προσέξεις, να τα ξεχωρίσεις. Πρέπει να ξελαφρώσεις μέσα σου για να δεχτείς τη δύναμή τους. Αλλιώς τα χάνεις γιατί αυτά δεν σε περιμένουν».
Και να πώς ολοκλήρωσε την ιστορική διάλεξή του: «Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Ομως εμείς θα 'χουμε πια για καλά νοιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους».

Αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας τη σχέση μου...
Τότε, ακόμα κι εκείνος, που υπήρξε από νέος προφητικός, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το λαϊκό τραγούδι που τόσο είχε παινέσει για την αγνότητά του, θα εκτρεπόταν σε μια εμπορική κατάχρηση. Πολλά χρόνια αργότερα αναγνώρισε: «Ηταν ανάγκη να βρούμε το ταπεινό, το ασήμαντο, το σημερινό από το οποίο θα πιανόμασταν και θα συμφιλιωνόμασταν με τη μικρότητά μας. Πριν, όμως, αυτό γίνει ουσία πνευματική, ήρθε ο τουρισμός. Και άρχισε η βιομηχανοποίηση της γραφικότητας».
Δεν αρνήθηκε, μάλιστα, μέρος της ευθύνης: «Η επιτυχία των «Εξι λαϊκών ζωγραφιών» ξύπνησε τους εμπόρους, τα ελαφρά θέατρα, τους μικροπρεπείς μουσικούς, τη βαθμιαία αναπτυσσόμενη τουριστική επιδίωξη, το εύκολο «ελληνικόν μένος» των διεθνών μας προσωπικοτήτων, ώσπου ήρθε η ταινία «Ποτέ την Κυριακή» και στάθηκε η χαριστική βολή σ' αυτό που υπήρξε κάποτε το λαϊκό τραγούδι».
Το 1973, στο ντοκιμαντέρ του Βασίλη Μάρου «Μπουζούκι», ο Μ. Χατζιδάκις επισημαίνει: «Αυτό το οποίο σήμερα υπάρχει ως ρεμπέτικο τραγούδι είναι ένα βιομηχανικό κατασκεύασμα το οποίο έχει μεγάλη πέραση και ιδιαίτερα στην Ευρώπη όπου επιζητούν να ανακαλύπτουν καινούργιους ηχητικούς τρόπους. Σήμερα τα βήματα έχουν κωδικοποιηθεί. Αρα δεν υπάρχει έκπληξη, το δραματικό ενδιαφέρον, το να σου αποκαλύπτεται ο χορευτής την ώρα που χορεύει». Αρκετά μετά τη μεταπολίτευση σημειώνει: «...Από κει και πέρα, όταν το ρεμπέτικο έγινε τόσο αφόρητα νόμιμο, όσο και το Κομμουνιστικό Κόμμα στις μέρες μας, αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας τη σχέση μου μ' αυτό».
Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν έπαψε να αγαπά και να εκτιμά την πιο γνήσια, αυστηρή έκφραση του λαϊκού τραγουδιού. Δεν είναι τυχαίο που το 1979 κάλεσε τον Γιώργο Ζαμπέτα στο Τρίτο Πρόγραμμα και μοιράστηκε μαζί του μια ιστορική εκπομπή. Ούτε που το 1989 εξέδωσε από τον «Σείριο» την ηχογράφηση του προγράμματος του Ακη Πάνου στο «Επειγόντως».
Εξήντα τρία χρόνια μετά την περίφημη εκείνη διάλεξη, οι μαθητές διδάσκονται γι' αυτήν στο σχολικό βιβλίο «Αισθητική αγωγή - Μουσική». Το βιβλίο της Γ΄ Γυμνασίου αναφέρει ότι έγινε το 1948 - ένα λάθος που κάνουν κι άλλοι. Παραπέμπει ωστόσο στην επίσημη ιστοσελίδα του Χατζιδάκι, όπου κάθε νέος μπορεί να τη διαβάσει ολόκληρη. Και συγχρόνως να μάθει περισσότερα για μια προσωπικότητα του παρελθόντος που δίνει ένα παράδειγμα τόλμης για το μέλλον.