29/4/09

H κρίση της δημοκρατίας

Πιερ Ροζανβαλόν: «Κάποτε οι πολίτες ψήφιζαν υπέρ της εφαρμογής ενός προγράμματος, ενώ σήμερα ψηφίζουν απλώς υπέρ ενός προσώπου»

Στο νέο βιβλίο του με τίτλο «La legitimite democratique» (Seuil, 2008), ο γάλλος κοινωνιολόγος Πιερ Ροζανβαλόν εκκινεί από τη διάγνωση ότι τα δύο θεμέλια πάνω στα οποία στηριζόταν η νομιμοποίηση των δημοκρατικών καθεστώτων, δηλαδή η αρχή της πλειοψηφίας και η έννοια του γενικού συμφέροντος, βρίσκονται σήμερα σε κρίση.

Ο Ροζανβαλόν μίλησε για το βιβλίο του στον Φάμπιο Γκαμπάρο, ανταποκριτή της ιταλικής εφημερίδας «Ρεπούμπλικα» στο Παρίσι: «Η καθολική ψηφοφορία δεν αρκεί πλέον για να νομιμοποιεί τη δημοκρατία. Η ίδια η ψήφος έχει αλλάξει νόημα και χαρακτήρα. Σήμερα η ψήφος δεν είναι μια έκφραση ταύτισης με μια κοινωνική ομάδα ή με ένα πολιτικό κόμμα.

Στο παρελθόν ήταν η έκφραση μιας κοινωνικής ταυτότητας, ενώ σήμερα εκφράζει κυρίως μιαν ατομική γνώμη. Αυτή η αλλαγή συνοδεύεται από μιαν αυξανόμενη αποξένωση από τα πολιτικά κόμματα και από την κρίση της έννοιας του κράτους ως διαχειριστή του γενικού συμφέροντος. Στο παρελθόν -σε ένα πιο σταθερό κοινωνικό, οικονομικό και ιδεολογικό πλαίσιο- ήταν πιο εύκολο να φανταστούμε τη συνέχεια ανάμεσα στην ψήφο και στις πολιτικές που θα ακολουθούσαν.

Σήμερα οι εκλογές έχουν γίνει μια απλή διαδικασία ανάθεσης, που προδιαγράφει όλο και λιγότερο τις πολιτικές επιλογές που θα υιοθετηθούν. Κάποτε οι πολίτες ψήφιζαν υπέρ της εφαρμογής ενός προγράμματος, σήμερα ψηφίζουν υπέρ ενός προσώπου.

Συνεπώς, η καθολική ψηφοφορία προμηθεύει μια νομιμοποίηση που είναι μόνο εργαλειακή. Είναι μια νομιμοποίηση που είναι εκτεθειμένη σε μια διαρκή δοκιμασία και γι' αυτό αναζητάει στήριξη και σε άλλες μορφές δημοκρατικής νομιμότητας.

Μια τέτοια διαδικασία νομιμοποίησης της εξουσίας είναι εκείνη που παράγεται από την εγγυημένη αμεροληψία των ανεξάρτητων αρχών, οι οποίες επαγρυπνούν προκειμένου να αποτρέψουν τον ιδιοτελή σφετερισμό των θεσμών. Υπάρχει έπειτα η νομιμοποίηση που πηγάζει από τα συνταγματικά δικαστήρια, τα οποία εγγυώνται την ισότητα των δικαιωμάτων και προστατεύουν τη δημοκρατία από ενδεχόμενες αυθαιρεσίες των ισχυρών. Τέλος, υπάρχει μια μορφή νομιμοποίησης που γεννιέται από την αμεσότητα των σχέσεων των κυβερνώντων με τους πολίτες, οι οποίοι ζητούν από την κυβέρνηση να σέβεται την κοινωνία και να αντιλαμβάνεται τα βάσανα των πιο αδύναμων μελών της.

Αν στο παρελθόν οι δημοκρατίες έδιναν έμφαση κυρίως στους θεσμούς, σήμερα ξαναρχίζουν να αξιολογούν τις συμπεριφορές των κυβερνώντων. Οι πρώτοι θεωρητικοί της δημοκρατίας πίστευαν ότι η δημοκρατία στηρίζεται ουσιαστικά στη σιωπηλή συναίνεση των πολιτών.

Σήμερα αντίθετα αντιλαμβανόμαστε ότι στη δημοκρατική δραστηριότητα, πλάι στη συναίνεση, παίζει θεμελιώδη ρόλο και η διαφωνία. Ηδη ο Μοντεσκιέ υπογράμμιζε την ασυμμετρία ανάμεσα στην ικανότητα να εμποδίζουμε και στην ικανότητα να δρούμε στη δημοκρατία.

Είναι πράγματι πολύ πιο εύκολο να πετυχαίνουμε αποτελέσματα όταν διαφωνούμε και αντιδρούμε, από όσο είναι να κατορθώνουμε να υλοποιούμε θετικές και εποικοδομητικές προτάσεις. Αν, για παράδειγμα, κατορθώσουμε να μπλοκάρουμε μια απόφαση της εξουσίας, βλέπουμε αμέσως τα αποτελέσματα της δράσης μας, ενώ για να προωθήσουμε λ.χ. μια νέα νομοθετική ρύθμιση, χρειάζεται περισσότερος χρόνος προκειμένου να δούμε κάποιο αποτέλεσμα.

Στο βιβλίο μου «La Contre-democratie» (Seuil, 2006), περιγράφω το σύνολο εκείνων των δραστηριοτήτων που δεν αποβλέπουν στη συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας, αλλά στην οργάνωση του ελέγχου των κυβερνώντων από την κοινωνία.

Είναι αδύνατο να συμμετέχουν άμεσα όλοι οι πολίτες στη λήψη όλων των πολιτικών αποφάσεων, αλλά όλοι μπορούν να εκφράζουν κριτικές απόψεις και να συμμετέχουν στην επιτήρηση και τον έλεγχο της εξουσίας. Μια σημαντική συνιστώσα αυτής της «αντι-δημοκρατίας» είναι η τάση των πολιτών να θέτουν υπό κατηγορία την εξουσία. Το μοντέλο της δίκης, που γνωρίζουμε από την απονομή της δικαιοσύνης, διαδίδεται σε όλη την κοινωνία.

Η στάση του κατήγορου, που κάποτε χαρακτήριζε κυρίως το ρόλο της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, χαρακτηρίζει σήμερα μεγάλους τομείς της κοινωνίας, που εκφράζουν έτσι την κριτική και την αντίθεσή τους στην εξουσία.

Οι «αντι-δημοκρατικές» δραστηριότητες έχουν πάντα έναν αμφίσημο χαρακτήρα. Από τη μια μεριά αυτές μπορεί να είναι πολύ χρήσιμες και να ενισχύουν τη δημοκρατία, λειτουργώντας ως ένα θετικό ερέθισμα. Από την άλλη μεριά ωστόσο μπορεί και να αποδυναμώσουν τη δημοκρατία τροφοδοτώντας την αντιπολιτική. Η θετική «αντι-δημοκρατία» υποβάλλει την εξουσία σε έλεγχο και σε κριτική, που την υποχρεώνουν να υλοποιεί καλύτερα την αποστολή της στην υπηρεσία της κοινωνίας.

Η αρνητική «αντιδημοκρατία», αντίθετα, μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία και διευρύνει την απόσταση ανάμεσα στους πολίτες και τους πολιτικούς.

Το παράδοξο της αντιπολιτικής είναι το ότι καθιστά την εξουσία όλο και πιο μακρινή και επομένως άπιαστη. Η ριζική κριτική της εξουσίας δεν παράγει μια κοινωνική οικειοποίησή της, αλλά μια κατάσταση στην οποία οι πολίτες αποξενώνονται όλο και περισσότερο από τις δημοκρατικές διαδικασίες. Αυτή η αμφισημία της «αντιδημοκρατίας» είχε ήδη γίνει φανερή στον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης.

Ο μεγάλος θεωρητικός της επιτήρησης της εξουσίας ήταν τότε ο Κοντορσέ, σύμφωνα με τον οποίο όποιος κυβερνά πρέπει να κρίνεται συνεχώς. Για τον Κοντορσέ το ότι η εξουσία εκλέγεται δημοκρατικά δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι αυτή είναι καλή εξουσία. Η δημοκρατία υπάρχει μόνον με τη διαρκή αλληλεπίδραση ανάμεσα στους κυβερνητικούς θεσμούς και στις διαδικασίες που ρυθμίζουν και ελέγχουν τις δραστηριότητές τους. Την ίδια περίοδο ωστόσο ο Μαρά, ο φίλος του λαού, δυσφημούσε συνεχώς την πολιτική, εμφανίζοντας εκείνους που κυβερνούν σαν ενσάρκωση του κακού, σαν κάποιους από τους οποίους η κοινωνία δεν μπορεί να προσδοκά τίποτα το καλό».

Εφ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία- Επτά, 26-04-2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: