18/7/11

Ελευθεροτυπία 16.07.2011

Ο πολιτισμός της καθημερινότητας

«Θάνατο θέλω να 'χω δοξασμένο, καθ' όπως πρέπει σε τραγουδιστή μεγάλο...», τραγουδούσε ο Νίκος Παπάζογλου, το 1990, το τραγούδι τού, άγνωστου τότε, Ορφέα Περίδη, και ταυτόχρονα τραγουδούσε με ακρίβεια τον δικό του θάνατο, που θα επερχόταν 21 χρόνια αργότερα, βυθίζοντας στο πένθος το πιο αλώβητο, για να λέμε την αλήθεια, τμήμα της κοινωνίας και εκπλήσσοντας («υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που προκαλούν τέτοιο ρίγος;») τους ενόχους, για το κατάντημα της ίδιας αυτής κοινωνίας, με τη θρηνώδη δόξα που ξεπήδησε αυθόρμητα από κάθε γωνιά της Ελλάδας στεφανώνοντας το πρόσωπό του με απέραντη εκτίμηση, σεβασμό και λατρεία, όπως αυτά αποτυπώθηκαν σε άρθρα και στην ηλεκτρονική σελίδα μνήμης, και έκανε νέα παιδιά αλλά και ώριμους άντρες και γυναίκες 50 και 60 ετών να κλαίνε για μέρες.

Τι ήταν ο Νίκος Παπάζογλου, τι είχαν τα τραγούδια του και τον καθιστούσαν όχι δημοφιλή αλλά, κάτι πράγματι σπάνιο, εκ βαθέων φίλο και οικείο με τους ακροατές-ριες; («Δεν περίμενα ποτέ ότι ο θάνατος ενός ανθρώπου που ουδέποτε γνώρισα προσωπικά θα με έκανε να δακρύσω τόσο...»: Σοφία Γούλιου, «Αλικο χρώμα στον λαιμό και στη φωνή βραχνάδα, βαρδάρης να φυσάει στο Ντεπό και 'σύ να φεύγεις για βαρκάδα»: Γρηγόρης Κατσαμάτσας).

Ηταν όλα όσα τον συνιστούσαν: η κυματιστή αισιοδοξία της σαγηνευτικής φωνής του (τελευταία, χωρίς την «αναίδεια της νεότητας»), η μουσική του ευφυΐα (ξεκινώντας από τις απωθητικές ηλεκτρικές κιθάρες καταστάλαξε, λυρικά, στη βαριά αύρα του μπουζουκιού, αντιλαμβανόμενος ότι αυτό και όχι δάνεια όργανα αντέχει και συνοψίζει την υπόστασή μας), οι ρυθμοί των τραγουδιών του (τσιφτετέλια, νησιώτικα, ζεμπέκικα, απτάλικα), οι στίχοι τους. Ορίζοντας και αντιμετωπίζοντας το τραγούδι ως «πολιτισμό της καθημερινότητας», έδινε πρωταρχική, αυστηρή σημασία στον στίχο, στον Λόγο, γι' αυτό η θεματική των τραγουδιών του (άλλα δικά του κι άλλα σπουδαίων στιχουργών, συνθετών, μουσικών) είναι παράδειγμα προς μίμηση, συμπυκνώνοντας το μεδούλι του λαϊκού και «έντεχνου» τραγουδιού: Αλλιώς, ποιος περίμενε ότι αυτός ο τραγουδιστής που λουζόταν στη λατρεία και τα είχε όλα, θα θυμόταν, και θα τραγουδούσε, «παλιομοδίτικα», μη εμπορικά θέματα που πολλοί φοβούνται να ψελλίσουν και απεχθάνονται οι νεωτεριστές: Μικρασιατική Καταστροφή (Φανοί, Γιαγιάκα: τσιφτετέλι), Κύπρος (ο τίτλος του δίσκου: «Οταν κινδυνεύεις παίξε την πουρούδα» είναι προτροπή γραμμένη σε φυλάκιο στην πράσινη γραμμή), Θάνατος (σ' ένα μπαγλαμαδάκι, θάνατο θέλω τραγικό, ευχή), Ξενιτιά: (βαριά βαλίτσα), Ιστορία: (Καρυάτιδες, τσιφτετέλι του Διογένη, μανδραγόρας, χάρτινο καραβάκι, αχ, Ελλάδα, σ' αγαπώ), Υπαρξιακά (ο μοναχός ο άνθρωπος, του φίλου, ίσκιος, καλημέρα κ.ά.), Κοινωνικά (επαρχία κ.ά.). Ταυτόχρονα με την περιδιάβαση σε ό,τι μας συνιστά, τραγούδησε πολλά αριστοτεχνικά ερωτικά τραγούδια, η δίοδος για να αναπνεύσουν τα «βαριά», όμως τα ερωτικά του είχαν μια ιδιαιτερότητα: απέπνεαν τόση ευγένεια, τρυφερότητα, αποδοχή και αγάπη προς τη γυναίκα που έκαναν τους μη συναισθηματικούς άντρες να νοσταλγούν αυτό που ίσως δεν έζησαν ποτέ και τις γυναίκες να συγχωρούν τους ακατάστατους άντρες, ψηλαφώντας το κέντρο βάρους της αστάθειάς τους, καθώς άκουγαν αυτόν τον ωραίο, «λαχταριστό» άντρα να τραγουδάει με τέτοια ακροβατικά λικνιστική ηδύτητα, ώστε συναντούσες τον έρωτα πριν καν τελειώσει το τραγούδι, αποτελούσε ήδη γεγονός τετελεσμένο.

Ηταν επίσης άριστος ψυχαγωγός, καταργώντας από την πρώτη στιγμή, από τη θρυλική συναυλία του στο αμφιθέατρο της Νομικής Θεσσαλονίκης, την απόσταση μεταξύ αυτού που παίζει κι αυτού που ακούει, συνέχεια της άμεσης δημοκρατίας του λαϊκού μας τραγουδιού: Αν το σκεφτούμε, θα δούμε πως τα πάλκα στα λαϊκά μαγαζιά ήταν στο ίδιο επίπεδο με τους ακροατές, δεν ξεχώριζαν οι μεν από τους δε, ενώ στα αρχαία θέατρα οι θεατές είναι πάνω και οι πρωταγωνιστές κάτω, όλα δηλαδή, μας λέει η φιλοσοφία της αρχιτεκτονικής σύλληψης, γίνονται για την κοινωνία, για τον δήμο: τίποτα ποτέ για κανέναν ιδιώτη. Οι εκπληκτικές του συναυλίες σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, τα καλοκαίρια, μετατρέπονταν σε σπινθηροβόλο τμήμα της συναισθηματικής και ψυχικής εμπειρίας των ακροατών, οι έρωτες όλων μας συνδέονται, δεν μπορεί, με κάποια τραγούδια του Παπάζογλου και δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα ανάτασης κι έναν κόσμο τόσο γενναιόδωρα ιδεατό που ήταν, ώς τον πυρήνα του, πλήρως πραγματικός: όποιος δεν έζησε μια συναυλία του Παπάζογλου, έχασε πολλά απ' την Ελλάδα που μεγαλούργησε στις παρυφές της συνολικής χυδαίας καρικατούρας. Και δεν απενοχοποίησε το λαϊκό τραγούδι, όπως γράφεται, άλλωστε δεν αισθανόμαστε ένοχοι, το αντίθετο, για τον Μπάμπη Μπακάλη, λ.χ., τον Βαγγέλη Περπινιάδη, τον Νίκο Γιουλάκη ή τη Φωτεινή Μαυράκη, πέτυχε κάτι πολύ σημαντικότερο: συμφιλίωσε τους ευάλωτους και τους αθέλητα συμπλεγματικούς με τη σύγχρονη παράδοσή τους, δηλαδή τον εαυτό τους, και απελευθέρωσε το γυναικείο, κυρίως, σώμα από την ακινησία τού, έξοχου βέβαια, «εντέχνου». Πότε Βούδας, πότε Κούδας, ώς το πρωί: να χορεύεις, να τραγουδάς, να ερωτεύεσαι, να σκέφτεσαι, να μην ξεχνάς το παρελθόν σου και το ποιος είσαι, να αισιοδοξείς, να μάχεσαι, να είσαι ήπιος, γιατί η ηπιότητα κρυφογελάει με την ανυποληψία της επιβολής («Ακούνε μόνο την πενιά κι ο νους τους ταξιδεύει σε σένα κ. Νίκο...»: Παύλου Λευτέρης, «Από 8 μηνών είσαι κομμάτι της ψυχής μου...», Βασίλειος Κ. Πλιάτσικας).

Και ήταν φυσικά η δημόσια παρουσία του, το ήθος του, η εντιμότητα, η ακεραιότητά του. Μίλησαν για την αθωότητα και την παιδικότητά του, εννοώντας, είμαι σίγουρος, ότι η αθωότητα δεν είναι ηλικιακό σύμπτωμα αλλά ψύχραιμη και ώριμη απόφαση ενηλίκου. Αθωότητα, δηλαδή ακατάβλητος ανδρισμός, είναι ότι επέλεξε, όταν έγινε ισχυρό δημόσιο πρόσωπο, να βοηθήσει στην ανάπτυξη του πολιτισμού και να μην παραγοντίσει, να μη βυσσοδομήσει, να μη στήσει εμπόδια στους άλλους, να μη συκοφαντήσει, να μην έρθει σε καμιά συναλλαγή και συνδιαλλαγή με ό,τι αποκαλείται «εξουσία», να μη ζητήσει δημόσιες επιχορηγήσεις, να μη εκμεταλλευθεί πολιτικές γνωριμίες, να μην αλλάξει, εν τέλει, γιατί τότε, εκτός των άλλων, ελλοχεύει ο κίνδυνος να φορτώσεις σε ανύποπτους τρίτους τη δική σου ενοχή, πράγμα που ξέρουμε πως συμβαίνει συχνότατα: «Ηταν παλικάρι... αυτόνομος... ανεξάρτητος... ένας πραγματικός κύριος»: Δημήτριος Κανταράς, «ΑΥΤΟΙ οι Ανθρωποι μένουν Αθάνατοι. Για το Μεγαλείο της Ψυχής τους, για το Ηθος, την Αξιοπρέπεια, τη Σεμνότητα, την Ακεραιότητα. ΑΥΤΟΙ οι Ασυμβίβαστοι που ΠΑΝΕ ΚΙ ΑΣ ΤΟΥΣ ΒΓΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΚΟ!!!!»: Κατερίνα Χατζηνικολάου).

Για πόσους πρωταγωνιστές της υπερθλιβερότατης Μεταπολίτευσης μπορούμε να πούμε ότι επέδειξαν τέτοιο ήθος και περιφρόνησαν οτιδήποτε αγοραίο, ψυχικά ή πρακτικά; Πόσοι αναγνωρίζουν στη στάση του τον εαυτό τους; Τι θα πουν κάποτε γι' αυτούς; Δεν είναι κακή ιδέα να τον μιμηθούν, έστω τώρα (που είδαν πως ο Παπάζογλου ήταν ό,τι δεν είναι οι ίδιοι), αντί να βαυκαλίζονται ότι τα χαρακτηριστικά της δημόσιας παρουσίας του αντανακλώνται και σ' αυτούς είτε επειδή είναι συνομήλικοι ή δημόσια πρόσωπα κι εκείνοι ή οτιδήποτε άλλο («Γείτονα Νίκο... πώς μας την έκανες τόσο απλά; Οσο απλός ήσουν όταν τα λέγαμε στη λαϊκή τις Δευτέρες»: Κατερίνα Μιχαηλίδου..., «Μια φορά έκλεψα στη ζωή μου και ήταν σ' ένα πανηγύρι στο χωριό μου μια κασέτα σου, τον ΑΥΓΟΥΣΤΟ... την έχω ακόμη...»: Κατερίνα Τριανταφύλλου).

Γι' αυτό ο θάνατός του, κι ο θάνατος του μεγάλου συγκρητιστή Μανώλη Ρασούλη, ήταν ανεπούλωτο πλήγμα για τον ελληνικό πολιτισμό κι όχι μόνο για το τραγούδι, γιατί πολιτισμός δεν είναι μόνον η δημιουργία αλλά και το αποτύπωμα της προσωπικότητας του δημιουργού και γιατί αληθεύει ότι όσο πιο πολύ ταλέντο έχει κάποιος τόσο πιο πολύ ήθος έχει, συνήθως τουλάχιστον. Από μια πλευρά, δημιουργώ σημαίνει μιμούμαι το ήθος, το οποίο έχω ήδη μέσα μου.

(«Τα τζιν φορούσες πάντοτε και κόκκινο μαντίλι, τα 'βγαλες όμως κι έφυγες και σε θρηνούν οι φίλοι»*, «Καλό ταξίδι πατέρα, μας μεγάλωσες και μας άφησες την καλύτερη προίκα που θα αφήσουμε κι εμείς στα παιδιά μας, σ' ευχαριστούμε!!!»: Γιώργος Τσοκανάς, «Θα λείψεις από την Ελλάδα μας που δοκιμάζεται, η φωνή και το ήθος σου θα συνεχίσουν να δίνουν δύναμη... Καπετάνιε, οδήγησέ μας με τη βάρκα σου στη Χώρα του Διός...»: Γιούλη Μαρίνου, «Εφυγε ένας υπέροχος άνθρωπος και τραγουδιστής... καλό ταξίδι Νίκο... σ' αγαπάμε και στην Τουρκία»: Barapin TrGr, «Γιατί έφυγες νωρίς πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μας και η ψυχή μας;»: Κων. Αγγελοπούλου, «Είναι ο Μεγαλέξανδρος του Τραγουδιού»: Αντρέας Αποελ Μιχαήλ, «Μάγισσα, τα κατάφερες και τον μάγεψες και ήρθε κοντά σου»: Λία Δεληγιάννη, «Οι μάγκες κι αν εφύγανε, μας άφησαν μπεγλέρια, τις χάντρες τους να παίζουμε, να διώχνουμε τα ντέρτια»,* «Να 'σαι καλά εκεί που πας, αυτή 'ναι η ευχή μου, λύγισες όμως σίδερα, μαύρισες την ψυχή μου»: Ελένη Σιδηροπούλου, «Χαίρεται η Ελλάδα που σε γνώρισε. ΑΘΑΝΑΤΟΣ!»,* «Χαίρεται που σε γνώρισε και κλαίει που σε έχασε... μοναδικέ Νίκο Παπάζογλου»: Ελενα Φώτογλου). *

Δεν υπάρχουν σχόλια: