Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12/3/13

Η βασίλισσα της αμφιβολίας

TO BHMA, 24.02.2013
Του Δημήτρη Σωτηρόπουλου

Κάθε κοινωνία δέχεται ως «φυσιολογικές» τις κοινωνικές αντιλήψεις και συμπεριφορές οι οποίες γενικά θεωρούνται σύμφυτες με τη φύση του ανθρώπου. Οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, συνεπικουρούμενοι από τους ιστορικούς και άλλους κοινωνικούς επιστήμονες, θεωρούν ότι αυτό που θεωρούμε «φυσιολογικό» ισχύει μόνο σε περιορισμένα χρονικά και χωρικά πλαίσια και επιδέχεται περισσότερες από μία ερμηνείες.

Αν οι κοινωνικές επιστήμες είναι οι εμπνευστές της δημιουργικής αμφιβολίας για τον «φυσιολογικό» τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών μας, η κοινωνική ανθρωπολογία είναι η βασίλισσα της αμφιβολίας. Τίποτε δεν της είναι προφανές, ούτε δεδομένο. Η ανθρωπολογία αμφιβάλλει ακόμη και για το ότι το ποδόσφαιρο είναι ανταγωνιστικό άθλημα. Γράφει ο σημαντικότερος ανθρωπολόγος του 20ού αιώνα, ο Λεβί-Στρoς (1908-2009), για τις φυλές της Νέας Γουινέας που έμαθαν από ιεραποστόλους να παίζουν ποδόσφαιρο: «Αντί να επιδιώκουν τη νίκη μίας από τις δύο ομάδες, πολλαπλασιάζουν τα παιχνίδια μέχρι να ισοψηφήσουν οι νίκες και οι ήττες των αντίπαλων ομάδων. Το παιχνίδι τελειώνει... όταν βεβαιωθούν πως δεν θα υπάρχει χαμένος».

Η ανθρωπολογία δεν εκπλήσσεται με τα καμώματα των ανθρώπων γιατί, όπως γράφει ο ίδιος, μελετά το «ανθρώπινο φαινόμενο» σε όλους τους πολιτισμούς, παλιούς και νέους, έχοντας κατά νουν ότι «οι προηγμένοι πολιτισμοί της Δύσης και της Ανατολής αποτελούν εξαίρεση». Κατά κανόνα οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν και ζουν σε άλλους, μη δυτικούς πολιτισμούς. Είναι δε εσφαλμένο να πιστεύει κανείς ότι η ανθρωπολογία ασχολείται με παρωχημένα θέματα επειδή ερευνά προβιομηχανικούς πολιτισμούς ή κοινότητες υπό εξαφάνιση.


Μελετώντας τις μη δυτικές κοινωνίες οι ανθρωπολόγοι έχουν συλλέξει στοιχεία ακόμη και για ζητήματα που ανέκυψαν στον δυτικό κόσμο κατά τη μεταμοντέρνα εποχή, λ.χ. ποιοι αναγνωρίζονται ως γονείς τέκνου που προέκυψε από τεχνητή αναπαραγωγή. Αυτού του είδους η αναπαραγωγή είναι πρόσφατο δυτικό επίτευγμα, αλλά οι ανθρωπολόγοι έχουν καταγράψει ποικιλία λύσεων σε παρόμοιο θέμα με αφορμή τους θεσμούς παρένθετης μητρότητας και πολυγαμίας σε αφρικανικές φυλές, κοινότητες Ινδιάνων της Βραζιλίας και χωριά του Θιβέτ.

Ο «τρίτος ουμανισμός»

Η ανθρωπολογία κατά τον Λεβί-Στρος συνιστά τον «τρίτο ουμανισμό». Ο πρώτος, ο «κλασικός» ουμανισμός της Αναγέννησης, περιοριζόταν στον μεσογειακό κόσμο και στην προνομιούχα τάξη, τη μοναδική που απολάμβανε τους καρπούς της. Ο δεύτερος, ο «αστικός» ουμανισμός του 19ου αιώνα, ήταν συνυφασμένος με εμπορικά και βιομηχανικά συμφέροντα που τον υποστήριξαν. Η ανθρωπολογία σηματοδοτεί την έλευση ενός τρίτου ουμανισμού ο οποίος εμπνέεται από τις «πλέον ταπεινές και επί μακρόν απαξιωμένες κοινωνίες, διακηρύσσει ότι τίποτε το ανθρώπινο δεν θα μπορούσε να είναι ξένο προς τον άνθρωπο. Θεμελιώνει έτσι έναν δημοκρατικό ουμανισμό [και] κάνει έκκληση για συμφιλίωση του ανθρώπου με τη φύση στο πλαίσιο ενός γενικευμένου ουμανισμού».

Σημαντική συνέπεια του «γενικευμένου ουμανισμού» είναι η ανάσχεση του παραγωγισμού. Αυτή είναι η ιδεολογία τής όσο το δυνατόν εκτενέστερης και αποτελεσματικότερης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων στην οποία συνέπιπταν οι μεγάλοι ιδεολογικοί αντίπαλοι, ο καπιταλισμός και ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Ο Λεβί-Στρος υπογραμμίζει τις καταστρεπτικές για την τύχη της ανθρωπότητας συνέπειες του παραγωγισμού και τις αναδεικνύει εξίσου με τις βλαβερές συνέπειες της ομογενοποίησης των τρόπων ζωής σε παγκόσμια κλίμακα. Ο ουμανισμός είναι αντίθετος προς την περιστολή της ποικιλομορφίας των πολιτισμών, αποτέλεσμα του εκδυτικισμού όλο και περισσότερων κοινωνιών.

 
Επιχειρήματα μιας «αθώας» εποχής

Η εύλογη ανησυχία του Λεβί-Στρος για την εξαφάνιση της βιοποικιλότητας του κοινωνικού κόσμου τον οδηγεί σε έναν αναμενόμενο αλλά προβληματικό πολιτισμικό σχετικισμό υπέρ του οποίου προβάλλει τρία επιχειρήματα. Πρώτον, δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητη πρόοδος της ανθρωπότητας με βάση την οποία θα κρίνουμε ποιες κοινωνίες δεν έχουν προοδεύσει αρκετά. Η πρόοδος δεν αποκλείει «κατά τόπους τη στασιμότητα ή και την οπισθοδρόμηση».

Δεύτερον, ο ανθρωπολόγος, μελετώντας τις προβιομηχανικές κοινωνίες, «δεν είναι σε θέση να εξάγει κριτήρια που να επιτρέπουν να τις ταξινομήσει όλες σε μια κοινή κλίμακα». Και τρίτον, τα ηθικά κριτήρια δεν είναι άχρονα και υπερτόπια, αλλά «συνιστούν μια λειτουργία της συγκεκριμένης κοινωνίας που τα έχει υιοθετήσει».


Τα επιχειρήματα αυτά αντανακλούν τη συγκριτικά «αθώα» εποχή κατά την οποία γράφτηκε το βιβλίο. (Ο Λεβί-Στρος συνέγραψε τα τρία κεφάλαια το 1986, προκειμένου να δώσει σειρά γενικών διαλέξεων για την ανθρωπολογία στην Ιαπωνία.) Σήμερα τη σκυτάλη του σχετικού προβληματισμού έχει πάρει η σύγχρονη πολιτική θεωρία, αφού δεν καλούμαστε να κρίνουμε ή να μην κρίνουμε τις άλλες κοινωνίες εξ αποστάσεως, αλλά να ζήσουμε μαζί με αυτές. Αλλες, πολύ διαφορετικές από τη δική μας κοινωνίες, ήδη έχουν εγκατασταθεί σε μικρογραφία, με τη μορφή εθνοτικών ή θρησκευτικών «κοινοτήτων», μέσα στις πολυπολιτιστικές κοινωνίες μας.


Ο πολιτιστικός σχετικισμός δεν απαντά σε ακανθώδη ερωτήματα που πολώνουν τους φιλελεύθερους και τους κοινοτιστές πολιτικούς στοχαστές, όπως το αν επιτρέπεται «κοινοτικά δικαιώματα», στηριγμένα σε ιδιαίτερες παραδόσεις σχετικά με τον γάμο, την κληρονομιά και την κοινωνική θέση των γυναικών να περιορίζουν τα δικαιώματα του ατόμου. Επ' αυτού ο ουμανισμός του Λεβί-Στρος ίσως βρισκόταν σε δίλημμα. Το βιβλίο έτυχε πολύ καλής μετάφρασης, ενώ συνοδεύεται από βιογραφικό και εργογραφία του συγγραφέα.



Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

3/12/12

Εδουάρδο Γκαλεάνο: Η Αριστερά είναι το πανεπιστήμιο της Δεξιάς

TO BHMA, 02.12.2012
Tου Γιάννη Ν. Μπασκοζου
 
Στο τελευταίο του βιβλίο Οι μέρες αφηγούνται (εκδόσεις Πάπυρος) αφιερώνει ένα σχόλιο για κάθε ημέρα του χρόνου. Σε αυτά τα 366 μικρά αφηγήματα ο Ουρουγουανός Εδουάρδο Γκαλεάνο, εμβληματική φυσιογνωμία μιας ανυπότακτης διανόησης της Λατινικής Αμερικής, σχολιάζει την Ιστορία, του παρελθόντος και την πρόσφατη, αλλά ανιχνεύει και την ουσία πίσω από μικρά γεγονότα που σηματοδοτούν μεγάλες ανθρώπινες αξίες, όπως όταν οι ποδοσφαιριστές μιας ιταλικής ομάδας κατέβηκαν στο γήπεδο με βαμμένα μαύρα τα πρόσωπά τους για να τονίσουν την αντίθεσή τους στον ρατσισμό.
Ο Γκαλεάνο, γνωστός στη χώρα μας από την τριλογία του Μνήμη της φωτιάς, στην αποκλειστική συνέντευξη που έδωσε στο «Βήμα» με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του στα ελληνικά, εξηγεί γιατί «η Αριστερά είναι το πανεπιστήμιο της Δεξιάς», ποια είναι η σχέση του κινήματος των «Αγανακτισμένων» με τον έρωτα, γιατί πρέπει να μην υπακούσουμε στο παρόν αλλά να επινοήσουμε ένα άλλο μέλλον και ποιες δυναμικές ορίζουν την ανθρώπινη κατάσταση.

 Στο βιβλίο σας αναδεικνύεται το μεγαλείο των μικρών καθημερινών γεγονότων και των ανώνυμων ανθρώπων που κάνουν σπουδαίες πράξεις. Η Ιστορία όμως σχεδιάζεται από τους μεγάλους, τους πολιτικούς, τους επιχειρηματίες. Πότε και πώς μπορεί να ανατραπεί αυτή η ιεραρχία;
«Σε όλα μου τα έργα δεν έπαψα να διεκδικώ το μεγαλείο που κρύβεται στα μικρά πράγματα και στους ανώνυμους ανθρώπους, καθώς και να καταγγέλλω το απατηλό μεγαλείο σε καθετί υπερμέγεθες».

Σας τρομάζει η σημερινή κρίση που εξαπλώνεται παντού;
«Η μακρά ιστορική εμπειρία μάς διδάσκει ότι οι κρίσεις είναι πολύ επικίνδυνες διότι συνήθως οδηγούν στον κατατρεγμό κάποιων δήθεν υπευθύνων, εξιλαστήριων θυμάτων που το σύστημα επινοεί για να μη φανεί ότι είναι υπαίτιο».

 Λέτε κάπου ότι «η Αριστερά είναι το πανεπιστήμιο της Δεξιάς». Τι έχει μάθει η Δεξιά από την Αριστερά;
«Η Αριστερά είναι το πανεπιστήμιο της Δεξιάς σε περιπτώσεις όπως αυτή του Μέρντοκ, ο οποίος διάβασε Το κεφάλαιο στα νιάτα του και στη συνέχεια, στον αγώνα δρόμου προς την εξουσία, επωφελήθηκε των καπιταλιστών αντιπάλων του, οι οποίοι δεν είχαν διαβάσει παρά μόνο τις Επιλογές του "Reader's Digest"».

Γράφετε ότι «ο ανώτερος θεός ονομαζόταν "λέξη"» θίγοντας την εξαφάνιση των μικρών γλωσσών. Πιστεύετε ότι το Διαδίκτυο θα την εξαφανίσει γρηγορότερα;
«Οι "μηχανές" είναι αθώες. Αλλού είναι το πρόβλημα: όλο και περισσότερο μετατρεπόμαστε σε μηχανές των μηχανών μας, σε εργαλεία των εργαλείων μας. Οι μηχανές που γεννήθηκαν στην υπηρεσία του ανθρώπου τελικά βάζουν τον άνθρωπο στην υπηρεσία τους».

Κάνετε συχνές αναφορές στην Ιστορία και στις διαστρεβλώσεις της. Τελικά ο άνθρωπος διδάσκεται από την Ιστορία ή ισχύει ότι «η Ιστορία μας διδάσκει ότι δεν διδασκόμαστε από αυτήν»;
«Η μνήμη ως ιστορία είναι ένα είδος υπό εξαφάνιση. Θα πρέπει να διεκδικήσουμε και να αναστήσουμε το παρελθόν, όχι όμως για να το επαναλάβουμε, αλλά για να αποφύγουμε να επαναληφθεί. Πρέπει να επινοήσουμε το μέλλον αντί να το αποδεχτούμε, πρέπει να αλλάξουμε το παρόν αντί να υπακούμε σε αυτό».

«Εγώ είμαι ένα άλλο εσύ» λέτε. Θα ήταν ωραίο αν εφαρμοζόταν, αλλά υπάρχουν πια τέτοιες αλτρουιστικές κοινωνίες; Μήπως ζούμε στον αιώνα του ατομισμού;
«Οι πρόγονοί μας επιβίωσαν επειδή ήξεραν να μοιράζονται την τροφή και να αμύνονται όλοι μαζί. Πάντως, το "όλοι είμαστε εσύ" στο βιβλίο μου Οι μέρες αφηγούνται έχει να κάνει με ένα ενθαρρυντικό περιστατικό που συνέβη στο ιταλικό ποδόσφαιρο το 2002. Ολοι οι παίκτες έβαψαν μαύρο το πρόσωπό τους για να σταματήσουν οι ρατσιστικές ύβρεις ορισμένων, ύβρεις όλο και συχνότερες στον αθλητισμό σήμερα».

Αναφέρεστε συχνά σε παραδόσεις, κυρίως των χωρών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Νομίζετε ότι αυτές παίζουν κάποιον ρόλο στις σημερινές, ανεπτυγμένες κοινωνίες;
«Μέσα στις παραδόσεις υπάρχουν πολλοί κόσμοι. Υπάρχουν παραδόσεις που καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα της φύσης και αυτές δεν αξίζουν τον παραμικρό σεβασμό επειδή και μόνο είναι παραδόσεις».

Επίσης αγαπάτε πολύ, όπως φαίνεται στα κείμενά σας, τους λαϊκούς ηγέτες της Νότιας Αμερικής (Τσάβες κ.ά.). Πιστεύετε ότι οδηγούν τις χώρες τους σε ένα άλλο πρότυπο, διαφορετικό από αυτό των Δυτικοευρωπαίων, ή υποκύπτουν βαθμιαία και αυτοί στους σιδερένιους νόμους της αγοράς;
«Η Λατινική Αμερική ζει σήμερα πολλών ειδών αλλαγές, που φέρνουν στην επιφάνεια δυναμικές πολύ δημιουργικές, οι οποίες έμοιαζαν νεκρές αλλά απλώς κοιμόντουσαν. Θεωρώ ότι αυτές οι δυναμικές είναι πολύ ενθαρρυντικές όταν πηγάζουν από μέσα και από κάτω και δεν τις επιβάλλουν από πάνω και απ' έξω».

Οι Ελληνες θα ήθελαν πολύ να μάθουν τι πιστεύετε για τους Αγανακτισμένους, στους οποίους αναφέρεστε. Θα μπορούσε να μην είναι ένα επικαιρικό και θνησιγενές κίνημα;
«Το κίνημα των Αγανακτισμένων, όπως ο έρωτας, θα είναι απεριόριστο όσο διαρκέσει. Και σίγουρα θα διαρκέσει το ανθρώπινο δικαίωμα να διαλέξουμε ανάμεσα στους αγανακτισμένους και στους ανάξιους».

Αναφέρεστε επίσης στους πολέμους εναντίον των Ινδιάνων παλιότερα, των Αφγανών, των Ιρακινών στα νεότερα χρόνια κτλ. Μερικοί λένε ότι είναι στη φύση του ανθρώπου να πολεμά. Συμφωνείτε; Μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή την κατάρα;
«Ο κόσμος είναι φτιαγμένος για τον πόλεμο. Οι στρατιωτικές δαπάνες - καλλιτεχνικό όνομα για τις εγκληματικές δαπάνες - αποτελούν το ήμισυ των εισοδημάτων του σύγχρονου κόσμου. Ομως αυτή είναι η κατάρα μας, όχι ο προορισμός μας».

Διαβάζοντας το βιβλίο σας αισθάνεται κανείς ότι η λατινοαμερικανική πραγματικότητα παραμένει διαφορετική από τη δυτικοευρωπαϊκή. Αν ναι, σε τι διαφέρει;
«Ολες οι πραγματικότητες είναι διαφορετικές μεταξύ τους και ποικίλλουν. Πάλι καλά... Αλλιώς θα ήμασταν αναγκασμένοι να διαλέξουμε ανάμεσα στο να πεθάνουμε από την πείνα ή να πεθάνουμε από ανία».

20/6/12

Βασίλης Καραποστόλης: Μνήμες γενναιοψυχίας από τη δεκαετία του ’60


ΤΟ ΒΗΜΑ  10.06.2012
Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Στο δοκίμιό του Η εποχή της όρεξης. Ακολουθώντας τα ίχνη του '60 (Πατάκης) ο συγγραφέας και καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλης Καραποστόλης αναδεικνύει, μέσα από τις προσωπικές του αναμνήσεις, τις αξίες εκείνες που ρύθμισαν τις δυνάμεις μιας εποχής δίνοντάς της ζωντάνια αναντίστοιχη με τα στατιστικά δεδομένα της. Προσπαθεί να φανερώσει τις μυστικές εκείνες συντεταγμένες που έκαναν τους ανθρώπους να ρίχνονται μέσα στη δράση με μια θέληση που ξαφνιάζει. Στη συνέντευξη που ακολουθεί αναλύει αυτές τις αξίες προκαλώντας εκ των πραγμάτων τη σύγκριση με το σήμερα.

Κύριε Καραποστόλη, είναι γνωστή η ρήση ότι η παιδική μας ηλικία είναι η πατρίδα μας. Ο,τι είναι για τους μεγαλύτερους το '60, για κάποιες επόμενες γενιές θα είναι το '80 ή το '90; Μήπως, δηλαδή, μυθοποιούμε τις δικές μας παιδικές ηλικίες; Και τι είναι αυτό που κάνει το '60 ανεπανάληπτο - αν το κάνει;
«Το εντελώς ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δεκαετίας του '60 ήταν η εκδήλωση της ανάγκης του ατόμου να δραπετεύσει από τον εαυτό του. Ο "εαυτός μου", αυτό το τόσο φροντισμένο και προστατευμένο οχυρό, άρχισε να μοιάζει με φυλακή. Στην Αμερική και στην Ευρώπη αυτή η ανάγκη έσπρωξε τη νεολαία κυρίως προς την εμπειρία της περιπλάνησης στην οποία πρέπει να δώσουμε ένα ευρύτερο νόημα. Για τον περιπλανώμενο σημασία δεν έχει ούτε να "χάσει" ούτε να "βρει" τον εαυτό του αλλά να τον δοκιμάσει στην επαφή του με τους άλλους. Για πρώτη φορά στην ιστορία των δυτικών κοινωνιών ο άγνωστος που συναντάμε στον δρόμο μας απέκτησε θέλγητρα. Πράγμα που σημαίνει ότι η επιθυμία για ανακαλύψεις και αποκαλύψεις ήταν πολύ μεγαλύτερη από την ανάγκη για σιγουριά».

Χρησιμοποιείτε ορισμένες λέξεις που σηματοδοτούν την εποχή: όρεξη, ανυπομονησία, αξιοπρέπεια, ευγνωμοσύνη, ζήλος, μεράκι. Αυτές οι λέξεις πού βρίσκονται σήμερα ως έννοιες; Υπάρχουν και σε ποια έκταση;
«Υπάρχουν λέξεις που απλώς τις λες και λέξεις που τις "αναλαμβάνεις", που παίρνεις πάνω σου τη σημασία τους. Για παράδειγμα, η λέξη "ευγνωμοσύνη" εξακολουθεί φυσικά να υπάρχει στο λεξιλόγιό μας. Αλλά πόσοι εννοούν πραγματικά αυτό που λένε; Ο σύγχρονος πολιτισμός διδάσκει στους ανθρώπους να θεωρούν ότι δεν χρωστάνε σε κανέναν. Εχουν τα "προσωπικά δεδομένα" τους, τα ατομικά τους δικαιώματα, την ατομική ζωή και περιουσία τους και υποτίθεται ότι όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση ούτε κάποια θεϊκή πρόνοια ούτε με την Τύχη ούτε με την Πόλιν ούτε και με τον Αλλον Ανθρωπο (τον συμπολίτη, τον συνάνθρωπο, τον πλησίον). Σε ποιον λοιπόν να πει κάποιος "ευχαριστώ" αφού δεν πιστεύει ότι υπάρχουν πιθανοί αρωγοί; Στο βιβλίο μου, αντίθετα, εμφανίζονται άνθρωποι που απέναντι σε αυτή τη ροπή προς την αχαριστία έδωσαν μάχες. Μπορεί η ζωή να μην τους έδωσε πολλά, αλλά της αναγνώρισαν ότι δεν τους στέρησε την ικανότητα να χαίρονται, να γιορτάζουν το γεγονός και μόνο ότι υπάρχουν και ενεργούν».

Αναφέρεστε σε συγκεκριμένους ανθρώπους που συναντήσατε στην εποχή σας. Ο κυρ Ανδρέας, η Αγλαΐα, ο Σίμος, ο Πέτρος χαρακτηρίζονται αυθεντικοί. Δεν έχει κάθε εποχή το αυθεντικό στοιχείο της;
«Το θέμα είναι να δούμε ποιο είναι κάθε φορά το περιεχόμενο της αυθεντικότητας. Εννοείται ότι και στην εποχή μας αναδεικνύονται αυθεντικοί ανθρώπινοι τύποι. Για παράδειγμα, ο "πολυάσχολος". Ο σημερινός "πολυάσχολος" είναι κατά κάποιον τρόπο το αντίστοιχο του παλαιότερου "πολυτεχνίτη". Δείτε όμως τη διαφορά. Ο πολυτεχνίτης μετά την τρεχάλα του μπορούσε να αναγεννιέται γρήγορα μέσα στη συντροφιά των οικείων, μέσα σ' ένα τσιμπούσι με φίλους, ενώ ο πολυάσχολος θα σύρει μέσα στη διασκέδασή του τις έγνοιες από τις ασχολίες του. Από αυτή την άποψη στην εποχή μας ατόνησε το ίδιο το ένστικτο της επιβίωσης. Δηλητηριάζουμε τις γιορτές μας, καταστρέφουμε δηλαδή το φάρμακο που προορίζεται να μας ανακουφίσει».

Κάποιες αναφορές σας αφήνουν να εννοηθεί ότι ίσως εκείνη την εποχή υπήρχαν δυνάμεις «μυστηριακές». Αν ναι, από πού πήγαζαν;
«Από την ίδια την όρεξη των ανθρώπων να σκαλίζουν τα πράγματα. Οποιος γοητεύεται από τη ζωή δεν κουράζεται να ψάχνει, με τον ίδιο τρόπο που δεν κουράζεται ένα παιδί να ψάχνει σε συρτάρια και ντουλάπια. Αυτό το μείγμα παιδικότητας και μεταφυσικής δεν είναι αφέλεια, όπως νομίζουν πολλοί σήμερα, είναι εχέγγυο εναντίον του κενού και της μικροψυχίας».

Από τον πόλεμο και μετά (κυρίως μετά τη Μεταπολίτευση) η ελληνική κοινωνία έμοιαζε να βαδίζει (οικονομικά) με μια γραμμική πρόοδο, τουλάχιστον στους δείκτες: ανάπτυξη, οικοδομή, βιομηχανίες κτλ. Μήπως αυτός είναι ένας λόγος που θεωρούμε ότι το '60 είχε εκείνη τη δύναμη που μας λείπει σήμερα, σε μια περίοδο παρατεταμένης κρίσης;
«Δεν έχει πάψει να με ελκύει αυτή η δυσφημισμένη πια έννοια, η πρόοδος. Δεν τη βλέπω όμως ως οριζόντιο προχώρημα, ως απλή μετακίνηση προς τα εμπρός, αλλά ως ανέλιξη, ως δύναμη που κάνει τους ανθρώπους να εμπιστεύονται τα χέρια τους και το μυαλό τους. Αυτή η εμπιστοσύνη ήταν ο κινητήρας της οικονομίας του '60. Ηταν η πεποίθηση όλων - φτωχών και πλουσίων - ότι η προσπάθεια για κάτι δεν ήταν αγγαρεία. Ηταν μάλλον η ίδια η απόδειξη ότι ξεχείλιζαν από ενεργητικότητα».

Η ηθική, ακόμη και μπασταρδεμένη, ανάμεσα στο καλό και στο κακό ήταν μια κινητήρια ιδέα για την εποχή. Τώρα μπορεί να γίνει πάλι; Και πώς;
«Αλλοτε, αν φερόταν κάποιος ανήθικα, είχε να αντιμετωπίσει την επίκριση της γειτονιάς ή παλαιότερα του χωριού. Στις ημέρες μας όμως οι πιθανότητες να δει ο ανέντιμος ή ο απατεώνας ζωγραφισμένο στο πρόσωπο των άλλων εκείνο το οδυνηρό "ντροπή σου!" είναι πολύ λιγότερες. Από εκεί ξεκινά το πρόβλημα: από το γεγονός ότι οι κριτές των πράξεών μας είτε είναι άφαντοι είτε δεν υπολογίζονται. Προϋπόθεση της ηθικής είναι η αλληλοπαρουσία».

«Ευτυχώς υπάρχει περισσότερος θυμός παρά λύπη»
Η συλλογικότητα είναι ένα στοιχείο που αναφέρεται συχνά στην Εποχή της όρεξης. Μήπως σήμερα υπάρχουν συλλογικότητες που δεν αντιλαμβανόμαστε;
«Αναπτύσσονται διάφορες μορφές κοινής δράσης, κοινωνικής ή και καλλιτεχνικής» απαντά ο Βασίλης Καραποστόλης. «Συμβαίνει όμως συχνά το συλλογικό να μην είναι παρά το πλαίσιο όπου μέσα του το άτομο θέλει να "εκφραστεί". Ο ακτιβιστής θέλει να "εκφράζεται" μέσω της ακτιβιστικής ομάδας, ο ηθοποιός μέσω του θιάσου, ο εθελοντής μέσω της οργάνωσής του. Ετσι όμως το σύνολο εμποδίζεται να διαποτίσει το άτομο και η συλλογικότητα μένει απλώς ένα "σχήμα" - δεν είναι τυχαίο που η λέξη αυτή είναι τόσο της μόδας».
Γράφετε επίσης ότι τότε υπήρχε «όρεξη για δουλειά». Σήμερα βλέπετε να μην υπάρχει;
«Δεν πρόκειται μόνο για δουλειά. Η όρεξη είναι το φυσικό στήριγμα της ζωής. Είναι η προϋπόθεση ώστε οι άνθρωποι να δρουν χωρίς να λένε διαρκώς μέσα τους "και τι θα βγει;". Νομίζω πως αυτή η ορμή έχει εξασθενήσει πολύ, δεν έχει όμως ακόμη στη χώρα μας νεκρωθεί. Εχει ειπωθεί ότι ο σύγχρονος κόσμος είναι ένας κόσμος χαρούμενων πραγμάτων για λυπημένους ανθρώπους. Στην Ελλάδα, ευτυχώς, υπάρχει για την ώρα περισσότερος θυμός παρά λύπη. Η λύπη δυσκολεύεται να προχωρήσει βαθιά. Είμαστε ακόμη πολύ εγωιστές για να υποκλιθούμε σε ένα αίσθημα που ακυρώνει τη θέληση».


Μέριλιν Ρόμπινσον: «Η πίστη είναι το πλεόνασμα της ύπαρξής μας»

ΤΟ ΒΗΜΑ  10.06.2012
Του Γρηγόρη Μπέκου

Η Μέριλιν Ρόμπινσον φωτογράφιζε τα δέντρα και τα λουλούδια που συνάντησε στους περιπάτους της στην Αθήνα. Ανέβηκε με μεγάλη προσμονή στον ιερό βράχο της Ακρόπολης όπου «υπάρχει ό,τι πιο πολύτιμο στην ιστορία του πολιτισμού μας». Πρώτη φορά επισκεπτόταν την Ελλάδα. Η 69χρονη πολυβραβευμένη συγγραφέας, εξέχουσα μορφή των αμερικανικών γραμμάτων, έδωσε πριν από λίγες ημέρες μια διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής με τον τίτλο «Η μεγάλη κοινότητα», όπου μίλησε για τις προκλήσεις του παγκοσμιοποιημένου κόσμου, την οικουμενική αξία των ιδεών, το πλούσιο και πολυσύνθετο δοκιμιακό έργο της που μονιάζει την επιστήμη και τη θρησκεία, αλλά και τη λογοτεχνία της.
«Το Βήμα» τη συνάντησε, πάντοτε χαμογελαστή και μειλίχια, στο ξενοδοχείο της και συζήτησε μαζί της θέματα που θίγει στο τελευταίο της βιβλίο με τίτλο When Ι was a child I read books (Οταν ήμουν παιδί διάβαζα βιβλία), όπου μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται και το εξαιρετικά επίκαιρο δοκίμιό της με τίτλο «Η λιτότητα ως ιδεολογία».

Ο όρος λιτότητα είναι ίσως αυτός που ακούμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Τι τον κάνει τόσο ανθεκτικό;
«Ο όρος αυτός είναι τόσο ισχυρός επειδή οι άνθρωποι τείνουν περισσότερο στο να είναι ηθικά όντα. Τείνουν να ανταποκρίνονται σε ηθικές αξιώσεις χωρίς στην πραγματικότητα να σκέφτονται αν αυτές είναι οι ενδεδειγμένες και κυρίως προς όφελος ποιου αρθρώνονται. Ενα από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα που συνέβησαν είναι ότι στην Αμερική το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα κατέρρευσε, αλλά δεν άφησε τους παράγοντες που το διαχειρίστηκαν τόσο εγκληματικά να συντριβούν μαζί με τις επιλογές τους. Αυτό υποδηλώνει μια απίστευτη δύναμη, μια αφάνταστη ελευθερία, πραγματικά έξω από το σύστημα των νόμων. Επικρατεί ταυτοχρόνως και μια αλλόκοτη αντιστροφή που λέει ότι αυτοί που (υποτίθεται ότι) ελέγχουν τις οικονομίες μας είναι οι μόνοι ενάρετοι και όλοι οι υπόλοιποι (είναι σαν να) έχουμε διαπράξει κάποιο τρομερό λάθος. Εκείνοι λένε ότι έχουν δίκιο, αλλά όταν έρχεται η ώρα να απολογηθούν καταλαβαίνουμε πόσο ανορθολογιστές είναι. Μεταχειρίζονται έναν εξαιρετικά ευέλικτο και ηθικιστικό λόγο που επικαλείται τη λογική, την αναγκαιότητα ή τους αφηρημένους νόμους της φύσης. Πρέπει περισσότεροι να τους πούμε ότι αυτά που λένε δεν έχουν κανένα νόημα και αυτό που στ' αλήθεια συμβαίνει είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του συλλογικού μας εθνικού πλούτου μεταφέρεται σε ιδιωτικά, παγκοσμιοποιημένα χέρια. Ενώ το φαινόμενο πλέον έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις, οι τρόποι αντιμετώπισής του έχουν ακόμη τοπικό χαρακτήρα».

Αρκετοί υποστηρίζουν ότι η καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ τηρεί στάση τιμωρητική απέναντι στην Ελλάδα επειδή είναι προτεστάντισσα και προέρχεται από την Ανατολική Γερμανία.
«Νομίζω ότι όλες οι παλιές προκαταλήψεις, όπως ακριβώς τις άρθρωσαν οι Ευρωπαίοι στους νεότερους χρόνους (δεν μιλώ αναγκαστικά για τους Γερμανούς), επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο, πράγμα αποσταθεροποιητικό. Αυτό κυριαρχεί στον τρέχοντα πολιτικό διάλογο και θεωρώ ότι ουσιαστικά η Ελλάδα είναι το σημείο εκκίνησης αυτού του πισωγυρίσματος. Σας διαβεβαιώ ότι το ίδιο συμβαίνει και στις ΗΠΑ. Επιστρέφουμε στη μοντέρνα ιστορία μας. Βιώνουμε την ολική επιστροφή των προκαταλήψεων. Προκαταλήψεις απέναντι στους φτωχούς, προκαταλήψεις (αν είναι δυνατόν!) απέναντι στους ανέργους - κάτι που έχει μπόλικη δόση εξαπάτησης, αν σκεφτεί κανείς ποιος τους άφησε χωρίς δουλειές -, προκαταλήψεις απέναντι στις γυναίκες κ.ο.κ. Με λίγα λόγια, επιστρέφουν όλα αυτά τα στοιχεία των οποίων οι ρίζες δεν είναι στην ουσία θρησκευτικές. Στην Αμερική ξέρω πολλούς που προέρχονται από την καθολική παράδοση και συμπεριφέρονται ακριβώς όπως η Μέρκελ. Σε μένα όλες αυτές οι προκαταλήψεις φαντάζουν πολύ οπορτουνιστικές. Η βάση της θρησκευτικής σκέψης είναι η ταπεινοφροσύνη, η αυτοεξέταση και ο σεβασμός προς τον συνάνθρωπο. Η θρησκευτική προπαγάνδα είναι κάτι διαφορετικό. Μιλάμε για ανθρώπους που οικειοποιούνται την ηθική ακεραιότητα για τους εαυτούς τους και απορρίπτουν τους άλλους ως ηθικά κατώτερους ή με άλλους τρόπους αναξιοπρεπείς».
Στο καινούργιο σας βιβλίο γράφετε ότι ο σκοπός της λογοτεχνίας είναι η ομορφιά. Θυμήθηκα τον Ντοστογέφσκι, που ήταν πεπεισμένος ότι η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Μήπως ήταν υπερβολικά θρήσκος;
«Ο Καλβίνος εξελάμβανε το όμορφο ως το αποτύπωμα της παρουσίας του Θεού οπουδήποτε κι αν εμφανιζόταν. Πολλά πρώιμα έργα της αμερικανικής σκέψης, που βρίσκονται κάτω από την επιρροή του, διερευνούν την εμπειρία με τους όρους μιας ανακάλυψης της ομορφιάς εκεί όπου ενδεχομένως κανείς δεν την περιμένει. Σκεφθείτε την Εμιλι Ντίκινσον. Νομίζω ότι αν προσεγγίσουμε έτσι την ανθρώπινη εμπειρία μπορούμε να φτάσουμε σε κάτι το καθαγιασμένο - με την έννοια της αγνότητας - και πάντως δεν είναι τόσο η δημιουργία της ομορφιάς όσο η φυσική ροπή μας προς αυτή που μας κάνει άξιους να ζήσουμε καλύτερα στον κόσμο και, ιδανικά μιλώντας, να τον σώσουμε».
Οι ιδεολογίες που πάντα θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο είναι υποκατάστατα ενός θρησκευτικού οράματος;
«Η βασική διαφορά ανάμεσα στις θρησκείες και τις ιδεολογίες είναι ότι οι δεύτερες δεν δημιουργούν τέχνη. Μου φαίνεται κάπως στοιχειώδες αυτό. Το κοινό όλων των θρησκειών είναι ότι πυροδοτούν τη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Οι ιδεολογίες δεν μπορούν να το κάνουν αυτό. Ούτε καν ο μαρξισμός, που για πολύ καιρό ήταν κυρίαρχος, το κατάφερε. Οι ιδεολογίες τείνουν περισσότερο στην καταστροφή. Αυτό μας δείχνει η ιστορία. Σήμερα κυριαρχεί μια ιδεολογία χωρίς όνομα».
Λέτε ότι δεν ζούμε θρησκευτική αναζωπύρωση στον κόσμο. Τι γίνεται επομένως;
«Η θρησκεία ανέκαθεν χρησιμοποιούνταν ως μια σημαία κάτω από την οποία οι άνθρωποι έκαναν πολλά πράγματα. Αυτό που στην Αμερική αυτοαναγορεύεται σε θρησκεία δεν είναι παρά ένας αγνός κεκαλυμμένος εθνικισμός, κάτι που ισχύει σε πολλές χώρες του κόσμου - δείτε τι συμβαίνει στη Γαλλία. Η θρησκεία γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης επειδή συνδέεται με τις πλέον εσώτερες ταυτίσεις μας με τον κόσμο και διαμορφώνει την ταυτότητά μας μέσα σε αυτόν».
Γιατί, κατά τη γνώμη σας, το άτυπο κίνημα του νεοαθεϊσμού είναι τόσο επιθετικό απέναντι στη θρησκεία;
«Θεωρώ μεγάλο ατύχημα το ότι έχει δοθεί τέτοια προσοχή σε ανθρώπους όπως ο Ρίτσαρντ Ντόκινς και το "εγωιστικό γονίδιο", το οποίο φαίνεται να εξηγεί εντυπωσιακά τα πάντα στους πάντες. Ενα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του δυτικού πολιτισμού πάντως είναι ότι ποτέ δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε τι πραγματικά σκέφτονται ή πιστεύουν οι άνθρωποι. Για πολλούς αιώνες ο αθεϊσμός αναπτυσσόταν υπογείως στην κουλτούρα μας και έτσι δεν γνωρίζουμε επαρκώς αν μιλάμε για μια ακόμη αναβίωση ενός παλιού φαινομένου ή για ένα απολύτως καινούργιο φαινόμενο. Ετσι είναι οι άνθρωποι, περνούν από διάφορα στάδια στη σχέση τους με τη θρησκεία ή τον Θεό. Οι νεοαθεϊστές, έχω την αίσθηση, είναι άνθρωποι που απομαγεύτηκαν σε ό,τι αφορά τη θρησκεία σε ηλικία δώδεκα ετών, αλλά εξακολουθούν να βλέπουν τη θρησκεία ως δωδεκάχρονα».
Τι κινδύνους αντιμετωπίζει ο δυτικός κόσμος και οι αξίες του;
«Σήμερα ρέπουμε προς τον φαταλισμό. Είμαστε παθητικοί, αναφερόμαστε στη δημοκρατία λες και είναι μια περασμένη, χρυσή εποχή. Εμείς, οι άνθρωποι της Δύσης, πρέπει να συζητήσουμε και πάλι για τη δημοκρατία και συγκεκριμένα γι' αυτό που φαίνεται ότι την απειλεί σε υπερεθνικό επίπεδο. Πρέπει να συμπεριφερθούμε ο ένας στον άλλον με καλή πίστη και να μιλήσουμε για τους δημοκρατικούς θεσμούς μας. Πρέπει να δούμε τι μας είναι απαραίτητο και να το προστατεύσουμε με την ενεργή πολιτική δράση μας».
Αναφέρεστε στον Ομηρο και στον Κικέρωνα. Γιατί η αφήγηση είναι κάτι τόσο θεμελιώδες για τους ανθρώπους;
«Η αφήγηση είναι μια υπόθεση και την κάνουμε επειδή μόνον έτσι διαμορφώνουμε το μέλλον και ανακατασκευάζουμε το παρελθόν μας. Μόνον έτσι πειθόμαστε ότι αυτό που κάνουμε στο παρόν έχει ένα νόημα. Υπάρχει ένα είδος ασφάλειας που απολαμβάνουμε από αυτή την αναπόφευκτη εργασία του μυαλού μας και η αφήγηση συνιστά ακριβώς μια προέκτασή της. Η αφήγηση, κοντολογίς, ικανοποιεί την αντίληψη που έχει ο καθένας μας για την αλήθεια».
Τι είναι η πίστη;
«Το πλεόνασμα της ύπαρξής μας».

Τα μυθιστορήματα της Μέριλιν Ρόμπινσον «Γκίλιαντ: τόπος της μαρτυρίας» και «Στο σπίτι» κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εν Πλω.

Προσωπα: Αντόνιο Ταμπούκι


KAΘΗΜΕΡΙΝΗ  10.06.2012
Της Pιτσας Mασουρα
 
Οι χώρες δεν είναι τα τοπία, είναι οι άνθρωποι. Επιστρέφοντας από τα ταξίδια μου, θυμάμαι πάντα τους ανθρώπους πρώτα, κι ύστερα τη χώρα, έλεγε ο Ιταλός συγγραφέας Αντόνιο Ταμπούκι. Πολλές φορές έκανε ένα ντους και αυτόματα ξεχνούσε χώρες και ανθρώπους γιατί τους έλειπε εκείνος ο συνδυασμός ομορφιάς και ασχήμιας, ενώ άλλοτε έμενε ξάγρυπνος, ταξινομώντας χαρακτηριστικά και χαρακτήρες ανθρώπων που θύμιζαν μικρούς ζώντες οργανισμούς κολλημένους πάνω σε βράχους. Ο Ταμπούκι πέθανε φέτος στα 68 του. Τον φαντάζομαι, όμως, να περιφέρεται ανάμεσά μας, απορημένος για την έρημη χώρα του Αριστοτέλη και για τους πάλαι ποτέ ισχυρούς άνδρες των Αθηνών, που επί χρόνια κουνούσαν το δάκτυλο στους κατοίκους της Μήλου, εκβιάζοντάς τους. Τον φαντάζομαι να ακούει τις κραυγές απελπισίας των καρκινοπαθών, να καταγράφει την αθλιότητα του κέντρου της πρωτεύουσας, να πληροφορείται για τα υποσιτισμένα παιδιά της, να αγριεύει, παρακολουθώντας τον κενό λαϊκίστικο λόγο και την αντιφατική γλώσσα των πολιτικών κι ύστερα να ανατρέχει στον Καβάφη. Ποιον Καβάφη, όμως; Ισως αυτόν που οδηγεί τον Αντώνιο έξω από την Αλεξάνδρεια. (Αν υποθέσουμε, βεβαίως, ότι η Αλεξάνδρεια αντιπροσωπεύει τον συνήθη τρόπο ζωής των τελευταίων δεκαετιών).

Ο Ταμπούκι δεν υπήρξε ποτέ φειδωλός στις δηλώσεις του. Ο άνθρωπος ήταν το επίκεντρο της φιλοσοφικής και συγγραφικής του σκέψης, γι’ αυτό και φοβόταν το ασταθές οικοδόμημα που κτιζόταν σιγά σιγά στα θεμέλια της Ευρώπης. Ενα οικοδόμημα που παραμέριζε τον άνθρωπο και επέλεγε τους αριθμούς. Τους αριθμούς τους βάζεις στη σειρά, σαν μολυβένια στρατιωτάκια, τους ανθρώπους, όμως, μόνον όταν τους οδηγείς στα κάτεργα. Από τα ωραιότερα χαρακτηριστικά του ανθρώπου παραμένει η ελευθερία των κινήσεών του και η ελευθερία του πνεύματος, έλεγε ο Ταμπούκι (φωτ.), προσθέτοντας πως οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες υστερούν κατά πολύ των μεγάλων ηγετών που οραματίστηκαν την ενωμένη Ευρώπη γιατί όντας οι μοιραίοι της συνιστώσας των αγορών δεν αντελήφθησαν ότι η οικονομία είναι μια ανθρώπινη επιστήμη που δεν ανήκει στην αριθμητική, αλλά στις ανθρώπινες επιστήμες. Και σ’ αυτήν τη διαδρομή οι πολιτικοί συνεπικουρούνται από τους οικονομολόγους.

11/1/12

Ο Ερικ Χόμπσμπαουμ ξαναδιαβάζει Μαρξ του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Ο διαβόητος επενδυτής Τζορτζ Σόρος στη στροφή του αιώνα πλησίασε σε ένα γεύµα τον ιστορικό Ερικ Χόµπσµπαουµ και τον ρώτησε τη γνώµη του για τον Μαρξ. Ο ιστορικός, θέλοντας να αποφύγει µια λογοµαχία, του απάντησε µε έναν γενικό χαρακτηρισµό, για να συµπληρώσει ο µεγαλοεπενδυτής: «Αυτός ο άνθρωπος ανακάλυψε κάτι για τον καπιταλισµό πριν από 150 χρόνια που οφείλουµε να το προσέξουµε». Το 2008 οι «Financial Times» του Λονδίνου είχαν βάλει πρωτοσέλιδο τίτλο «Ο καπιταλισµός σε αναταραχή». Ο Χόµπσµπαουµ δεν έχει αµφιβολία, ο Μαρξ γίνεται και πάλι επίκαιρος. Και αυτή την επικαιρότητά του προσπαθεί να αναδείξει στο βιβλίο του Πώς να αλλάξουµε τον κόσµο. Ο Χόµπσµπαουµ πιστεύει ότι υπάρχουν δύο σοβαροί λόγοι για να ξαναδούµε τη θεωρία του Μαρξ. Ο πρώτος είναι ότι η πτώση του «υπαρκτού» απελευθέρωσε τον Μαρξ από τους πάσης λογής ερµηνευτές του και «κυρίως από την καθολική ταύτισή του µε τη λενινιστική θεωρία και τα λενινιστικά καθεστώτα». Ο δεύτερος λόγος είναι ότι κατά τη εκτίµησή του «ο παγκοσµιοποιηµένος καπιταλιστικός κόσµος που αναδύθηκε τη δεκαετία του 1990 ήταν αλλόκοτα παρόµοιος µε αυτόν που προέβλεπε ο Μαρξ στο “Κοµµουνιστικό µανιφέστο”». Ο Ερικ Χόµπσµπαουµ θέτει το έργο του Μαρξ ατόφιο µπροστά του και προσπαθεί να το δει από την αρχή. ∆ιαπιστώνει ότι πολλά από όσα έγραψε ο Μαρξ «είναι παρωχηµένα και κάποια δεν είναι πλέον αποδεκτά». Καταλήγει ότι πρέπει να απορρίψουµε την ιδέα ότι υπάρχει σηµαντική διαφορά ανάµεσα στον «ορθό» και τον «λάθος» µαρξισµό λέγοντας ότι ο τρόπος που ο µαρξισµός εξετάζει τα πράγµατα θα µπορούσε να αποδώσει διαφορετικά συµπεράσµατα και πολιτικές απόψεις.

Ο Χόµπσµπαουµ θα σταθεί ιδιαίτερα στα σηµεία ανάλυσης του Μαρξ που παραµένουν βάσιµα και ουσιώδη. Το πρώτο αφορά την ανάλυση της παγκόσµιας δυναµικής του καπιταλισµού να αναπτύσσεται καταστρέφοντας όλα όσα προηγήθηκαν, ακόµη και εκείνα από τα οποία ο καπιταλισµός ωφελήθηκε, όπως η δοµή της οικογένειας. Το δεύτερο αφορά την ανάλυση του µηχανισµού της καπιταλιστικής ανάπτυξης που επιτυγχάνεται µε τη γέννηση εσωτερικών αντιφάσεων – ατέρµονες περιόδους εντάσεων και πρόσκαιρες λύσεις.

Πρόκειται για µια δίχως τέλος «δηµιουργική καταστροφή» όπως έλεγε ο Σουµπέτερ, που θα οδηγούσε σε µια υπερβολικά συγκεντρωτική οικονοµία. Οχι όµως όπως την αντιλαµβάνονταν οι σχεδιαστές της σοβιετικής οικονοµίας αλλά όπως τη γνωρίζουµε σήµερα όπου µερικές χιλιάδες άνθρωποι καθορίζουν σε παγκόσµιο επίπεδο την οικονοµία όλου του κόσµου. Το τρίτο σηµείο, που αποτελεί και διαπίστωση του νοµπελίστα οικονοµίας σερ Τζον Χικς, είναι ότι ο µαρξισµός είναι η αναπόφευκτη θεωρία για όλους όσοι προσπαθούν να εντάξουν σε ένα γενικό πλαίσιο τη γενική διαδροµή της Ιστορίας, καθώς είναι αναγκασµένοι να χρησιµοποιήσουν τις µαρξιστικές κατηγορίες ή κάποια τροποποιηµένη εκδοχή τους, εφόσον είναι ελάχιστες οι διαθέσιµες εναλλακτικές εκδοχές.

Το ερώτηµα που θέτει ο Χόµπσµπαουµ µε τον τίτλο του βιβλίου του ανακαλεί τη γνωστή ενδέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερµπαχ: «Οι φιλόσοφοι δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να εξηγούν τον κόσµο µε τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Το πρόβληµα είναι να τον αλλάξουµε», για να διαπιστώσει ότι οι ερµηνευτές του Μαρξ απέτυχαν να τον αλλάξουν. Αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ έπεσε έξω στην πρόβλεψή του ότι η αντικατάσταση του καπιταλισµού θα πραγµατοποιούνταν από την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», που βασιζόταν στην
a priori υπόθεση (και όχι στην ανάλυση του µηχανισµού του καπιταλισµού) ότι η εκβιοµηχάνιση θα δηµιουργούσε πληθυσµούς χειρωνακτών προλετάριων. Ωστόσο, διαπιστώνει ο Χόµπσµπαουµ, η εξαθλίωση δεν οδηγεί αναγκαστικά στην «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών». Με λίγα λόγια, στην ανάλυση του Μαρξ εντοπίστηκαν ελπίδες για το µέλλον οι οποίες όµως δεν απέρρεαν από αυτήν.

Το εργατικό κίνηµα και το µέλλον του

Μια παρερµηνεία επίσης του Μαρξ ήταν η θέση ότι τα εργατικά κινήµατα πρέπει να γίνουν ή να παραµείνουν επαναστατικά.

Η πράξη απέδειξε ότι «το προλεταριάτο ήταν ή θα γινόταν µια πραγµατικά επαναστατική τάξη ήταν προφανές πως ήταν αβάσιµη». Στις περισσότερες χώρες του αναπτυγµένου καπιταλισµού τα εργατικά κινήµατα συµβίωναν µε το ανθηρό οικονοµικό σύστηµα των αρχών του 20ού αιώνα.

Οι εργάτες, διαπιστώνει ο άγγλος ιστορικός, στη χρυσή εποχή του ρεφορµισµού (1947-2973) ήταν σε ασύγκριτα καλύτερη κατάσταση από ό,τι θα µπορούσαν να φανταστούν και οι πιο αισιόδοξοι εκπρόσωποί τους πριν από το 1914. Μετά το 1970, όµως, οι σοσιαλδηµοκράτες και τα ρεφορµιστικά συνδικάτα έχασαν τα βασικά τους θεµέλια: πρώτον, συρρικνώθηκε η χειρωνακτική εργατική τάξη µε αποτέλεσµα να χάσει τη δυνατότητά της να ενώνει. ∆εύτερον, µε την πτώση του «υπαρκτού» εξέλιπεν ο φόβος του κοµµουνισµού, ο οποίος τροφοδοτούσε τα ρεφορµιστικά συνδικάτα και τρίτον, η κοινωνική πολιτική των κυβερνήσεων άρχισε να µειώνεται και να κερδίζει οφέλη ο οικονοµικός φιλελευθερισµός.

Ο Χόµπσµπαουµ διαπιστώνει όµως ότι και σήµερα εξακολουθεί να υπάρχει χάσµα µεταξύ κοινωνικών οµάδων µε διαφορετικά συµφέροντα, έστω και αν αυτές τις οµάδες δεν τις αποκαλούµε «τάξεις». Το κράτος και οι θεσµοί του είναι αυτοί που διανέµουν το κοινωνικό προϊόν, συνεπώς η πολιτική παραµένει µια απαραίτητη διάσταση του αγώνα.

Οµως η κρίση δεν σηµαίνει και αναπόφευκτη άνοδο της ιδεολογικής Αριστεράς. Ο άγγλος ιστορικός θυµίζει πως µετά την κρίση του 1929 -1933 σηµειώθηκε µια δραµατική αποµάκρυνση από τα εργατικά κινήµατα και την Αριστερά.

Πιο προφανές φαίνεται σε αυτή την εποχή του συνδυασµού της παγκοσµιοποίησης και της µεγάλης µαζικής ανεργίας η ανάπτυξη του πολιτικού εθνικισµού που µπορεί να κολακεύει τα ξενοφοβικά και προστατευτικά αιτήµατα της λαϊκής εργατικής τάξης. ∆εν είναι τυχαίο ότι ο Χόµπσµπαουµ από όλους τους µαρξιστές επιλέγει να µνηµονεύσει αναλυτικά τη σκέψη του Γκράµσι, του µόνου θεωρητικού που ανέπτυξε µια πολιτική θεωρία ικανή να δουλέψει για τον κοινωνικό µετασχηµατισµό χωρίς ιδεοληψίες και ανέφικτα οράµατα.

Ο Χόµπσµπαουµ θα κλείσει το βιβλίο του µε µια αισιόδοξη νότα. Θα πει ότι ανακαλύψαµε και πάλι ότι ο καπιταλισµός δεν είναι η απάντηση αλλά το ερώτηµα και αυτό είναι φανερό από την κατάρρευση των θεωριών του «τέλους της Ιστορίας», την απαξίωση της δήθεν απτόητης νίκης του οικονοµικού και πολιτικού φιλελευθερισµού. Ως ιστορικός θα εκτιµήσει ότι οι απόπειρες του 20ού αιώνα να χειριστεί την ιστορία ως οικονοµικό παιχνίδι µηδενικού αθροίσµατος µεταξύ ιδιωτικού και ∆ηµόσιου απέτυχαν. Οπως απέτυχαν και οι υποσχόµενοι την εναλλακτική λύση του σοσιαλισµού µέσω της επανάστασης της χειρωνακτικής εργατικής τάξης. Και καταλήγει ότι «ένα σύστηµα εναλλακτικό µπορεί να µην είναι στον ορίζοντα, αλλά το ενδεχόµενο της διάλυσης, ακόµη και της κατάρρευσης του υπάρχοντος συστήµατος δεν πρέπει πλέον να αποκλείεται. Καµία πλευρά δεν ξέρει τι θα συνέβαινε ή τι θα µπορούσε να συµβεί στην περίπτωση αυτή». Την πεποίθησή του ότι κάτι µπορεί να αλλάξει τροφοδοτεί η εκτίµηση που δέχονται αριστεροί και δεξιοί ότι η απεριόριστη ανάπτυξη για την επιδίωξη ενός συνεχώς µεγαλύτερου κέρδους αποβαίνει σε βάρος των ανθρώπινων και φυσικών πόρων του πλανήτη.


ΒΗΜΑ της Κυριακής

08/01/2012

7/9/11

Η Καθημερινή 04.09.2011

Ένα αγόρι απο τη Κρήτη

Της Μαριάννας Τζιαντζή

«Δούλευα και σπούδαζα και διάβαζα με μανία, σαν να ’θελα να τα μάθω όλα μαζί», γράφει στην αυτοβιογραφία του ο Λυκούργος Καλλέργης («Στο διάβα του πολυτάραχου 20ού αιώνα», εκδ. Α. Α. Λιβάνη), στο κεφάλαιο που αναφέρεται στα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε το 1933, σε ηλικία 19 ετών. Τρεις νέοι από τον Μυλοπόταμο της Κρήτης, όλοι τους με αρχαία ονόματα (Σωκράτης, Πλάτωνας, Λυκούργος) ζούσαν σε μια νοικιασμένη κάμαρα στη Ζωοδόχου Πηγής. Χρόνια κρίσης, μόχθου και ταλαιπωρίας, γράφει, όταν οι περισσότερες γειτονιές της Αθήνας θύμιζαν μεγάλο χωριό. Σκόνη, λάσπη, νερό και ηλεκτρικό με διακοπές και όχι για όλους, φτωχοντυμένοι πρόσφυγες, ενώ οι ουρές στη δημόσια βρύση ήταν το σήμα κατατεθέν της εποχής, καθώς πολλοί περίμεναν, με τον τενεκέ στο χέρι, να πάρουν νερό για τις ανάγκες του σπιτιού.

Ομως, ο νεαρός Λυκούργος πετά. Ηδη έχει αγαπήσει την κρητική λογοτεχνία («Ερωτόκριτος», «Ερωφίλη», «Θυσία του Αβραάμ») και τώρα γνωρίζει τη ρωσική. «Οταν διάβασα το “Eγκλημα και τιμωρία”, έκανα μια βδομάδα να συνέλθω από την αναστάτωση που μου προκάλεσε», παραδέχεται. Ταυτόχρονα, διαβάζει με πάθος Σολωμό, Παπαδιαμάντη, Παλαμά, Καβάφη, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, βυζαντινή ιστορία, αρχαίους φιλοσόφους, τoυς τραγικούς και τον Αριστοφάνη. Ασφαλώς, αυτό που καθόρισε την πορεία του Λυκούργου Καλλέργη, που άλλαξε τη ζωή του, ήταν το θέατρο, αφού στα 20 χρόνια του, εφτά μήνες σπουδαστής στη Δραματική Σχολή, έπαιξε στην «Ερωφίλη» σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη.

Ο Καλλέργης στάθηκε ένας πολύ τυχερός καλλιτέχνης, ένας πολύ τυχερός άνθρωπος, μόνο που την τύχη του τη διάλεξε, την έχτισε και την κέρδισε μόνος του, δεν του τη δώρισαν. Οταν ένα παλικαράκι δεν διαβάζει απλώς τον Ντοστογιέφσκι, αλλά συνομιλεί μαζί του και «αναστατώνεται» είναι σίγουρο ότι θα ζήσει μια πλούσια, γεμάτη ζωή –κάτι που δεν το εγγυάται η ανάγνωση των περιπετειών του Χάρι Πότερ.Ως προς το επίπεδο των ανέσεων, τα νοικιασμένα δωμάτια των φτωχών φοιτητών αλλά και των ταπεινών και καταφρονεμένων στις λαϊκές πολυκατοικίες της Αγίας Πετρούπολης, όπως τα περιγράφει ο Ρώσος κλασικός στο «Εγκλημα και τιμωρία», δεν πρέπει να ήταν πολύ διαφορετικά από εκείνο όπου ζούσαν τότε τα τρία αδέλφια από την Κρήτη. Το δωμάτιο του Ρασκόλνικοβ ήταν τόσο μικρό, που ο πρώην φοιτητής μπορούσε να κλείσει την πόρτα ενώ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ενώ μια πολυμελής οικογένεια, που έμενε σε ένα μεγαλύτερο, επίσης νοικιασμένο δωμάτιο, ήταν τόσο φτωχή που «το κρεβάτι δεν είχε κουρτίνες». (Προφανώς, οι κουρτίνες προστάτευαν από το κρύο, αλλά πρόσφεραν και την αναγκαία «ιδιωτικότητα», όπως λέμε σήμερα.)

Δεν ξέρουμε πώς ήταν εκείνο το νοικιασμένο δωμάτιο στη Ζωοδόχου Πηγής, αν οι ένοικοι ζεσταίνονταν με ξυλόσομπα ή μαγκάλι, ξέρουμε όμως ότι ο Καλλέργης δεν ζούσε, δεν έζησε σε έναν γυάλινο ή χάρτινο κόσμο. Χάρη στην αυτοβιογραφία του, ξέρουμε ότι στην Αθήνα του ’30, στην Ελλάδα της κρίσης και των στεναγμών, ένα όμορφο αγόρι από την Κρήτη ζει μες στη φτώχεια, αλλά δεν παγιδεύεται από αυτήν. Βρίσκει τον δρόμο της θεατρικής πράξης και του λόγου, συναντιέται με την πνευματική πρωτοπορία εκείνων των χρόνων, παλεύει, ματώνει, προχωρεί. Ο Καλλέργης δεν έγινε σπουδαίος ηθοποιός επειδή διάβαζε πολύ. Διάβαζε γιατί η προσωπικότητά του τον έσπρωχνε «να τα μάθει όλα», τα παλιά και τα νέα.Οσα χρήματα και αν έχουμε, δεν είναι εύκολο να γίνουμε δεκτοί στα μεγάλα πανεπιστήμια όπου σπούδασε αυτός ο άνθρωπος. Γι’ αυτά απαιτούνται άλλου είδους εξετάσεις, άλλου είδους βλέμμα.

Το Βήμα 04.09.2011

Στέλιος Ράμφος : "Με τα μυαλά που φτάσαμε στην κρίση δεν μπορούμε να βγούμε απο αυτήν"

Συνέντευξη στον Ι.Ν.Μπασκοζο

«Με τα παλιά µυαλά και τις παλιές σκέψεις» δεν µπορούµε να βγούµε από την κρίση, υποστηρίζει ο φιλόσοφος Στέλιος Ράµφος. Τον βρίσκουµε σκεπτικό αλλά αισιόδοξο. Πιστεύει ότι πρέπει να ξαναβρούµε τις έννοιες που θα δώσουν νόηµα στην πραγµατικότητά µας για να βγούµε από την κρίση. Κατά τον Στ. Ράµφο, φτάσαµε σε µια ζωή που στηρίζεται στην «άρνηση του νοήµατος», η οποία δηµιούργησε «µια αίσθηση ζωής και ένα είδος ηθικής ουδετερότητας, που έκανε τους διαχειριστές του πλούτου αδιάφορους για τις κοινωνικές προεκτάσεις του προβλήµατος».

Βάση της κρίσης, όπως υποστηρίζει ο Στέλιος Ράµφος, είναι η «κρίση της µετανεωτερικότητας», η διάσταση της σηµασίας από την πραγµατικότητα. Οπως λέει: «Μετά το ‘70, οπότε αποσυνδέθηκε το χρήµα από τη ρήτρα χρυσού, άρχισε το χρηµατοπιστωτικό σύστηµα να αναπτύσσεται χωρίς να έχει εξάρτηση από την πραγµατικότητα. Μετά το ‘89, µε την πτώση του “υπαρκτού” σοσιαλισµού και τη ραγδαία ανάπτυξη των επικοινωνιών, δόθηκε η δυνατότητα µιας κυριαρχικής επιβολής του στοιχείου της ταχύτητας, οι επενδύσεις γίνονται γρήγορα, οπουδήποτε στον κόσµο, δηµιουργώντας ένα χρηµατοπιστωτικό σύστηµα που αναγνωρίζει ως µοναδική πραγµατικότητα τον χρόνο».

Ετσι, συµπληρώνει, είχαµε ως συνέπεια «ανάλογα µε τις ταχύτητες να δηµιουργούνται και οι αξίες. ∆ηλαδή η ταχύτητα µπορεί να προλάβει την πραγµατικότητα, να δηµιουργήσει µια νέα δική της πραγµατικότητα, µε πλαστή αξία, δηλαδή ενδεχοµένως µια φούσκα. Αυτές οι ταχύτητες κινούµενες τυφλά δηµιούργησαν στον σύγχρονο κόσµο συγκέντρωση υπερβολικού πλούτου από τη µία µεριά και µεγάλη φτώχεια από την άλλη».

Ευκαιρία η κρίση!

Ορισµένοι υποστηρίζουν ότι όπως µετά το βαθύ σκοτάδι έρχεται το ξηµέρωµα έτσι και κάθε κρίση µπορεί να κρύβει κάτι θετικό. Ο Στ. Ράµφος υποστηρίζει ότι «κάθε κρίση είναι µια ευκαιρία, αλλά εξαρτάται από εσένα, το άτοµο. Στο βάθος κάθε κρίση σού ζητάει να σκεφτείς περισσότερο από ό,τι σκεφτόσουν. Τα ίδια µυαλά, µε τις ίδιες σκέψεις που δηµιούργησαν την κρίση, δεν µπορούν να σε βγάλουν από αυτήν».

Βέβαια η δική µας κρίση έχει οµοιότητες αλλά και διαφέρει από τις άλλες. «Εξωτερικά είναι δηµοσιονοµική κρίση, αλλά κατά βάθος πρόκειται για κρίση σχέσεων κοινωνίας - κράτους, ενώ διεθνώς είναι χρηµατοπιστωτικές οι κρίσεις. Από το 1821 η ελληνική κοινωνία δεν έχει οµαλές σχέσεις µε το κράτος. ∆εν αποδεχθήκαµε ποτέ την έννοια του κράτους, είµαστε σταθερά προσηλωµένοι στην οικογένεια, στην εντοπιότητα, στη συντεχνία. Χρησιµοποιήσαµε το κράτος, που είναι ο πολιτικός εγγυητής της κοινωνικής συνοχής και όχι ο µπαµπούλας, µε έναν τρόπο αθέµιτο και παραπλανητικό. Το θέλαµε σαν βιτρίνα για να µας δίνουν δάνεια οι ξένοι, ενώ ταυτόχρονα οι Μαυροµιχαλαίοι έφτιαχναν τελωνεία για να εισπράττουν αυτοί τους φόρους. Οι δεσµοί αίµατος και τόπου είναι για τον Ελληνα πάνω από τους θεσµούς και το κράτος. Αυτή είναι η µόνιµη βάση της κρίσεως στην ελληνική κοινωνία. Εξ ου και ύψιστη έκφραση της αντιθέσεως κράτους - κοινωνίας είναι η φοροδιαφυγή. Είναι βαθύτερες νοοτροπίες που εµποδίζουν την αποδοχή του άγνωστου “άλλου”. Εδώ θα βοηθούσε πολύ µια σωστή παιδεία».

Ο Στ. Ράµφος έχει πολλές φορές υποστηρίξει ότι υπάρχει ένας διχασµός που διατρέχει την ελληνική κοινωνία. «Πρέπει να καταλάβουµε ότι τα παθήµατά µας είναι το τίµηµα των διαιρέσεών µας» λέει. «Οταν περί το 1200 στην Ευρώπη άρχισε να ωριµάζει η ατοµικότητα, ο άνθρωπος, δηλαδή, να µπορεί να επιβιώσει εσωτερικά, ανεξάρτητα από το τι λένε οι άλλοι, η ανατολική χριστιανοσύνη δεν το δέχτηκε και έτσι η ατοµικότητά µας έµεινε ανώριµη. Η αναγνώριση έρχεται από τους άλλους, οπότε πρέπει να µην υστερούµε για να την έχουµε. Ετσι οι άλλοι γίνονται απειλή, αν δεν είναι κατώτεροι. Η ανασφάλεια µας κάνει να είµαστε αιωνίως διχασµένοι, να µην εµπιστευόµαστε κανέναν, να µη λέµε καλό λόγο για τον φίλο µας όταν δεν είναι παρών. Σε αυτή την ανωριµότητα πατάει ένα ολόκληρο σύστηµα».

Μοντέλο αλλαγής

Ποιο είναι το µοντέλο που θα µας κάνει να αλλάξουµε; To έχουµε στα χέρια µας, θα πει ο Στ. Ράµφος, είναι «το πώς προκόβουµε όταν πηγαίνουµε στο εξωτερικό. Μπορεί να µεταφέρουµε στα ξένα µαζί µε τα προτερήµατα και τα ελαττώµατά µας, αλλά εκεί υπάρχουν θεσµοί, υπάρχει κράτος που είµαστε υποχρεωµένοι να σεβόµαστε και να υπακούσουµε στους νόµους του αναπτύσσοντας στα πλαίσιά τους τις δεξιότητές µας. Αντίθετα, στην Ελλάδα, δηµιουργώντας ένα κράτος-φάντασµα, τα ιδιωτικά συµφέροντα το έκοψαν στα µέτρα τους και το χρησιµοποίησαν για ίδιον όφελος. Εξ ου και οι νόµοι µε τα παραθυράκια. ∆εν µπορεί να υπάρξει κράτος νόµου µε τον νόµο περί ευθύνης υπουργών που ισχύει, µε την ατιµωρησία του ποινικού µας συστήµατος, µε µια δικαστική εξουσία η οποία εξαρτάται από το υπουργείο. Το κράτος υπηρετεί το γενικό συµφέρον· η κοινωνία τα επί µέρους συµφέροντα. Με τις πελατειακές σχέσεις του πολιτικού συστήµατος δηµιουργήθηκε ένα διεστραµµένο κράτος που εξυπηρετεί τα επί µέρους συµφέροντα. Εκεί βρίσκεται η καρδιά του προβλήµατος».

Τον πολιτικό Ράµφο τον απασχολεί και η δυνατότητα συναίνεσης, την οποία θεωρεί «ακρογωνιαίο λίθο για κάθε πρόοδο». Υποστηρίζει ότι πρέπει να ξεπεράσουµε το παρελθόν και επισηµαίνει τη θεµελιώδη παθογένειά µας: «µπερδεύουµε τα αισθήµατά µας µε την πραγµατικότητα» . Και επεξηγεί: «Οταν ο λαός µπερδεύει τα συναισθήµατα µε την πραγµατικότητα, οδηγείται σε παρανοϊκές καταστάσεις. Είµαστε λαός µε ισχυρές εµµονές, όπως η συνωµοσιολογική µανία, από την οποία δεν εννοούµε να βγούµε. Επίσης αγνοούµε τον χρόνο και είµαστε δεµένοι περισσότερο µε τον χώρο, που σηµαίνει µε τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία. ∆εν έχουµε τον εσωτερικό δυναµισµό που θα µας οδηγήσει στην παραγωγικότητα. Η κρίση µπορεί να βοηθήσει, αρκεί να υπάρξει συναίνεση».

29/8/11

Τα Νέα 27.08.2011

"Η σημερινή πολιτική κουλτούρα είναι ντεκαφεϊνέ"

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γράφει ο Κωστής Κορνέτης

Ο Νόαμ Τσόμσκι είπε κάποτε πως ο μεγάλος γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν δεν ήταν παρά ένας «διασκεδαστικός και απόλυτα συνειδητός τσαρλατάνος». Παρόμοιες εκφράσεις χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, που επανέφερε τη λακανική θεωρία δυναμικά στο προσκήνιο. Ο Ζίζεκ δεν γνωρίζει ταμπού ούτε τον απασχολούν οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε θεωρίες, σχολές και τροπικότητες. Ισως γι' αυτό να έχει κατηγορηθεί ως επιφανειακός. Παρ' όλα αυτά και παρά τις ενίοτε θεωρητικές ακροβασίες στις οποίες καταφεύγει, οι στέρεες γνώσεις του, το βάθος της σκέψης του και η οξυδέρκειά του δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.
Από το αριστουργηματικό «Υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας» (1989) μέχρι τους πρόσφατους «Λοξούς στοχασμούς», οι θεωρητικές αναζητήσεις του Ζίζεκ ανέκαθεν χαρακτηρίζονταν από έναν αιρετικό μαρξισμό.
Σήμα κατατεθέν της γραφής του, τα ανέκδοτα (κακής ποιότητας όπως παραδέχεται ο ίδιος) και οι καθημερινές ιστορίες που χρησιμοποιεί ως παραδείγματα. Ο Ζίζεκ επίσης αντλεί έμπνευση από τον χώρο της μαζικής κουλτούρας - το «πεδίο μάχης των ιδεών σήμερα» - αλλά και της τρέχουσας πολιτικής σκηνής. Στα γραπτά του βρίσκει κανείς αναφορές από τον Καντ μέχρι τον Λεονάρντο ντι Κάπριο και από τον Λένιν μέχρι τον Τζορτζ Μπους και το «Αβαταρ». Ετσι καταφέρνει να γεφυρώσει όσο κανείς άλλος το χάσμα ανάμεσα στην ελίτ θεωρία και την ποπ αισθητική, την «high» και τη «low» κουλτούρα. Σύμφωνα με την κορυφαία θεωρητικό Τζούντιθ Μπάτλερ, το γεγονός πως ο Ζίζεκ μπορεί να μιλάει ταυτόχρονα και με την ίδια άνεση για τον Αλτουσέρ και τον «Μονομάχο» είναι ανακουφιστικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι τρία πρόσφατα βιβλία που φέρουν την υπογραφή του είναι σήμερα εξαιρετικά επίκαιρα. Το «Βία. Εξι λοξοί στοχασμοί», το συλλογικό «Η ιδέα του κομμουνισμού» που κυκλοφόρησε στη Βρετανία και το «Λακάν» που επικεντρώνονται σε τέσσερα πανανθρώπινα και διαχρονικά στοιχεία: την ιδεολογία, την πίστη, την επανάσταση και τον έρωτα.
Ο Ζίζεκ νοσταλγεί την εποχή των πολιτικών οραμάτων, τότε που υπήρχε η αίσθηση της καθημερινής συμμετοχής των πολιτών στη διαμόρφωση της μοίρας τους και η συζήτηση σχετικά με το ποιο πολιτικό σύστημα θα υπερίσχυε ήταν καθημερινή. Αντίθετα σήμερα η πολιτική δράση κατήντησε όπως ο καφές χωρίς καφεΐνη, ο πόλεμος χωρίς απώλειες ή ο έρωτας χωρίς επαφή, όπως συμπεραίνει στο βιβλίο του για τον Λακάν. Αυτή ακριβώς η ντεκαφεϊνέ πολιτική κουλτούρα τού σήμερα αποτελεί τον ουσιαστικό θρίαμβο του Φράνσις Φουκουγιάμα, που είχε προβλέψει το «Τέλος της Ιστορίας».
Οπως διαπιστώνει σαρκαστικά ο Ζίζεκ: «Οι πιο πολλοί άνθρωποι σήμερα είναι Φουκουγιαμικοί: ο φιλελεύθερος καπιταλισμός έχει γίνει αποδεκτός ως η πολυπόθητη φόρμουλα της πλέον τέλειας κοινωνίας». Η αποδοχή της ηγεμονίας του φιλελευθερισμού και η εσωτερίκευση της πεποίθησης πως δεν υπάρχει εναλλακτική λύση χαρακτηρίζουν σήμερα το σύνολο της Αριστεράς, και αυτό ακριβώς αποτρέπει την ανάδυση νέων ουτοπιών, καταλήγει.
Και εδώ ο σλοβένος θεωρητικός θέτει το ερώτημα: μήπως είναι καιρός να θυμηθούμε τις θετικές πλευρές της υποτιθέμενης «χαμένης υπόθεσης» του κομμουνισμού; Στον συλλογικό τόμο «Η ιδέα του κομμουνισμού» που συνεπιμελήθηκε με τον Κώστα Δουζίνα, προτείνει (παρέα με μια πλειάδα ιερών τεράτων της θεωρίας) μια αποδαιμονοποιημένη και ανανεωμένη κομμουνιστική θεώρηση, απελευθερωμένη από σταλινικά κατάλοιπα και προσαρμοσμένη στα μεγάλα ζητήματα του σήμερα: τους κοινωνικούς αποκλεισμούς, την οικονομική ύφεση, την περιβαλλοντική υποβάθμιση.
«Σε αντίθεση με την κλασική εικόνα των προλετάριων που "δεν έχουν τίποτα να χάσουν από τις αλυσίδες τους", εμείς διανύουμε τον κίνδυνο να χάσουμε τα πάντα», προειδοποιεί ο Ζίζεκ, δεδομένης της γενικευμένης κρίσης του συστήματος. Αναγκαία προϋπόθεση για την κοινωνική χειραφέτηση είναι η επαναπολιτικοποίηση της πολιτικής, η «επάνοδος» της Ιστορίας. Και σε περίπτωση που τα πράγματα και πάλι αποβούν αρνητικά για το αριστερό διακύβευμα, παραπέμπει στη φράση του Μπέκετ: «Προσπάθησε ξανά, απότυχε ξανά, απότυχε καλύτερα».
Θα μπορούσε λοιπόν ο άνθρωπος από τη Λιουμπλιάνα να θεωρηθεί εκ των γκουρού της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς; Σαφώς όχι. Σε αντίθεση με τις προγραμματικά αριστερές θέσεις του, ο ίδιος δεν εντάσσεται σε συλλογικότητες ούτε τις προωθεί - αρνείται πεισματικά μέχρι και το να έχει φοιτητές. Ετσι, παρότι λειτουργεί ως ο θεωρητικός εκφραστής μιας ολόκληρης γενιάς (μαζί με τους Αλέν Μπαντιού, Μάικλ Χαρντ και άλλους), δεν μετακενώνει τις ιδέες του σε πράξεις. Αν και αυτό δεν είναι υποχρεωτικά κακό, είναι σίγουρα αξιοσημείωτο. Τα κοινωνικά κινήματα «από τα κάτω», τα αντιμετωπίζει με καχυποψία: δηλώνει την αντίθεση του στη «γραφικοποίηση» των Ζαπατίστας και στηλιτεύει την αδυναμία του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης να προσφέρει εναλλακτικές προτάσεις για ριζική κοινωνική αλλαγή. Ο ίδιος αντιπροτείνει τη θεωρητική κατάρτιση ως τη μόνη πραγματικά επαναστατική επιλογή.
Αντίθετα από τον Τσόμσκι, ο Ζίζεκ δεν αρκείται στην εμπειρική θέαση του κόσμου και των γεγονότων, αλλά επιμένει στην αλλαγή του ιδεολογικού υπόβαθρου των πολιτών. Και γι' αυτό τον σκοπό καταλήγει πως «η θεωρία είναι ιερή και τη χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ», απορρίπτοντας τον άκριτο κινηματικό βολονταρισμό και θυμίζοντας την προτροπή του Λένιν για «μελέτη, μελέτη, μελέτη».
Είναι γεγονός πως ο Σλάβοϊ Ζίζεκ συχνά αυτοαναιρείται, πως αρέσκεται στην παραδοξολογία και τον θεωρητικό ναρκισσισμό και πως ο καταιγιστικός τρόπος που σκέφτεται και γράφει πιθανότατα να χρήζει και αυτός ψυχανάλυσης. Επιπλέον, ο Ζίζεκ όντως «ξεφεύγει» από την παραδοσιακή μορφή στοχαστή που εκθέτει τις ιδέες του με δομημένο τρόπο, έχοντας εγκαταλείψει τις λογικές αλληλουχίες για χάρη των χαλαρών συρραφών και του bricolage. Tο έργο του δεν αποτελεί corpus με συνεκτική δομή που να επιδέχεται συνολική κριτική. Αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε κάποιος να του καταλογίσει, αυτό είναι πως ενίοτε - και δεδομένου του βιτριολικού του χιούμορ - είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς κατά πόσο λέει κάτι απλώς για να προβοκάρει ή αν όντως το εννοεί. Ωστόσο, με δεδομένη τη χαρακτηριστική ευκολία με την οποία μπορεί και μπολιάζει τη σκέψη μας με θεωρητικά σχήματα, ο Ζίζεκ είναι πιθανώς ο απόλυτος maitre a penser, ο διεισδυτικός δημόσιος διανοούμενος που έχουμε ανάγκη αυτή τη στιγμή.
Ισως η προσωνυμία «Ελβις Πρίσλεϊ της κοινωνικής θεωρίας» που του έχουν αποδώσει να είναι τελικά τίτλος τιμής.

10/8/11

Τα Νέα/Le Monde 09.08.2011

Το χρέος, η κυριαρχία και ο Αλεξανδρινός

Αυτό που αισθάνονται σήμερα πολλοί Ελληνες έχει περιγραφεί με προφητική ακρίβεια από τον μεγαλύτερο σύγχρονο έλληνα ποιητή, τον Κωνσταντίνο Καβάφη (1863-1933), σε ένα ποίημα με τίτλο «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.», γραμμένο το 1928:

«(...) ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός / να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή. / Ομως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία / είναι που κάμνουνε μια ιστορία / μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί / αυτοί. (...) Για κάθε τι / για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν, κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν, / με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής. / Εχουνε και μια κλίσι στες θυσίες».

Καθώς η Ελλάδα βρέθηκε στο χείλος της χρεοκοπίας, όλοι έσφιξαν τη ζώνη. Το κράτος μείωσε πολύ το έλλειμμά του πέρυσι, από 15,4% σε 10,5% του ΑΕΠ. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να εφαρμόσει ένα δεύτερο σχέδιο λιτότητας. «Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε, / βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε• / πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς», έγραφε ακόμη ο Καβάφης, ο ποιητής της Αλεξάνδρειας.Από την αρχή της σύγχρονης Ελλάδας, το 1830, οι «μεγάλες δυνάμεις» επιβλέπουν τα συμφέροντα του νεαρού έθνους, το οποίο γεννιέται χρεωμένο. Το νέο κράτος πρέπει να τους ξεπληρώσει τη βοήθεια που προσέφεραν κατά την ελληνική Επανάσταση. Συνεννοούνται για να επιβάλουν ως βασιλιά των Ελλήνων τον γιο του βασιλιά της Βαυαρίας, τον Οθωνα, ο οποίος φέρνει πολλούς συμπατριώτες του για να διοικήσουν τη χώρα. «Τα εισοδήματα του Κράτους είναι σχεδόν ανύπαρκτα», γράφει ο ιστορικός Νικόλας Μπλουδάνης στο βιβλίο του «Ελληνικές χρεοκοπίες: ένα ιστορικό πεπρωμένο;» (στα γαλλικά από τις Εκδόσεις Xerolas). «Η Ελλάδα δεν μπορεί συνεπώς να επιβιώσει χωρίς μια διαρκή χρηματική βοήθεια από τις προστάτιδες δυνάμεις, με τη μορφή δανείων που καταλήγουν να διογκώνουν υπέρμετρα το εξωτερικό χρέος της χώρας».

«Το ελληνικό κράτος εξακολουθεί άραγε να είναι ανεξάρτητο, όταν οι εμπειρογνώμονες της "τρόικας" έρχονται κάθε μήνα να ελέγξουν την εφαρμογή των προσταγών τους;», αναρωτιέται η Ζοέλ Νταλέγκρ, καθηγήτρια στο Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμών (INALCO) στο βιβλίο της «Η άγνωστη Ελλάδα του σήμερα» (Εκδόσεις L'Harmattan). Ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ το παραδέχθηκε εξηγώντας, στις αρχές Ιουλίου, ότι «η κυριαρχία θα περιοριστεί πολύ».

Αυτή η διεθνής κηδεμονία θα διαρκέσει όσο χρόνο χρειαστεί για την αποπληρωμή του δανείου, που μπορεί να φτάσει τα τριάντα χρόνια. Η τρόικα και η ελληνική κυβέρνηση διαβεβαιώνουν πως η οικονομική κατάσταση θα βελτιωθεί. Ομως εξέχοντες οικονομολόγοι αμφιβάλλουν. Ο ελληνικός πληθυσμός φοβάται ότι κάνει θυσίες για το τίποτε.Ο Κωνσταντίνος Καβάφης διερμηνεύει και αυτές τις ανησυχίες: «Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία, / κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς, / απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία, / να δούμε τι απομένει πια, μετά / τόση δεινότητα χειρουργική».


5/7/11

Η Καθημερινή 03.07.2011

Η σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο που τον περιβάλλει

Της Μαγδαληνής Τσεβρένη

«Η δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα· με εξαίρεση όλα τ’ άλλα»

Σα συλλογή διηγημάτων, με σύντομες, αυτοτελείς αφηγήσεις και διάφορες μορφές γραφής, αυτός ο τόμος συνταιριάζει διαλέξεις, εισηγήσεις, συνεντεύξεις και δημοσιεύσεις του Κ. Πόπερ από τη δεκαετία του 1960 ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο τίτλος του βιβλίου, «Η ζωή είναι επίλυση προβλημάτων» προέρχεται από το ομώνυμο κείμενο, στο οποίο ο φιλόσοφος υποστηρίζει, με τον απλό τρόπο γραφής που εκ θέσεως έχει επιλέξει, ότι η ζωή μας καθορίζεται από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και τις προσπάθειες -επιτυχείς ή όχι- να τα λύσουμε. Τα προβλήματα αυτά μπορεί να αφορούν το δημοκρατικό πολίτευμα, τη διδασκαλία της Ιστορίας, τις καθημερινές αποφάσεις, το περιεχόμενο της φιλοσοφίας, τον ρόλο των διανοουμένων, τη φυσική επιστήμη ή και την εξελικτική βιολογία. Με δυο λόγια, χαρακτηρίζουν τον κόσμο μας.

Ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίζεται ως διαφωτιστής και ορθολογιστής, ως οπτιμιστής για το παρόν και ακτιβιστής για το μέλλον, πολέμιος του ρομαντισμού και του ιστορικισμού, αλλά και όλης της δυτικής διανόησης που επιμένει να κινδυνολογεί, να τρομοκρατεί και να γκρινιάζει για τον τρόπο που ο κόσμος μας έχει διαμορφωθεί και λειτουργεί. «Είμαι κάθε άλλο παρά εχθρός της θρησκείας. Θρησκεία μου είναι η διδασκαλία των μεγαλείων του κόσμου· της ελευθερίας και της δημιουργικής δύναμης θαυμάσιων ανθρώπων· της φρίκης, του πόνου των απελπισμένων που μπορούμε να ανακουφίσουμε. Καθώς και του ευφρόσυνου μηνύματος, ότι μπορούμε να παρατείνουμε -βελτιώνοντας- τη ζωή των ανθρώπων».

Η Δύση

Ο κόσμος μας -τουλάχιστον στη Δύση- είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος, υποστηρίζει συχνά ο Πόπερ και συνεχίζει υπογραμμίζοντας πως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επιδέχεται τεράστιες βελτιώσεις ή ότι δεν παρουσιάζει σοβαρά, άλυτα ή δυσεπίλυτα προβλήματα. Ο τρόπος που έχουμε μάθει ορισμένα πράγματα, τα οποία μπορεί να τα θεωρούμε δεδομένα, συνεπιφέρει μια ολόκληρη νοοτροπία που αν δεν την εξετάζουμε κριτικά κάθε στιγμή μπορεί να οδηγήσει σε μια λανθασμένη ηθική και πρακτική, σε ένα βίο που καθορίζεται από την πλάνη.

Ενα από τα κύρια θέματα του βιβλίου είναι το νόημα και το περιεχόμενη της σύγχρονης δημοκρατίας, του αναλογικού συστήματος και του τρόπου που λειτουργεί ο κοινοβουλευτισμός.

Ο στοχαστής απαριθμεί τα καλά του σύγχρονου πολιτεύματος που συμβατικά αποκαλούμε δημοκρατικό και μας υποδεικνύει ότι πρόκειται για την καλύτερη μορφή πολιτικής οργάνωσης που έχει υπάρξει ανά τους αιώνες. Επιμένει στην ικανότητα του συστήματος να μεταλλάσσεται και να μεταρρυθμίζεται, υποστηρίζει ότι ο δικομματισμός, χωρίς τις κλασικές αποχρώσεις αριστεράς-δεξιάς, είναι πιο υγιής από τη συναίνεση πολλών κομμάτων, ότι το κριτήριο για μια ουσιαστική δημοκρατία είναι η αναίμακτη εναλλαγή των κυβερνήσεων.

Μετά την ανάγνωση του πρώτου μέρους δεν θα ρωτάμε πια «ποιος πρέπει να κυβερνά», αλλά, πολύ ορθότερα, «πώς πρέπει να κυβερνά», δεν θα μας απασχολεί τι θα γίνει ή τι μας επιφυλάσσει το μέλλον αλλά, ορθότερα, τι είναι αυτό που εμείς μπορούμε να κάνουμε για να προσφέρουμε στο παρόν και, ενδεχομένως, στο μέλλον.

Τρία στάδια

Σε άλλο σημείο, ο Πόπερ αναλύει τα τρία στάδια του κόσμου, εξετάζοντας τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο που τον περιβάλλει. Ο συγγραφέας υποδεικνύει ότι ακόμα και οι φυσικές επιστήμες -στα συμπεράσματα των οποίων τόσο πολύ στηριζόμαστε- αποτελούν μια μορφή γνώσης που στο βάθος της αποκαλύπτει πόσο ποθούμε τη σιγουριά, την ασφάλεια και τις υποδείξεις. Πάνω απ’ όλα όμως, και στα δύο μέρη του βιβλίου, ο συγγραφέας επιμένει στην καλλιέργεια και τη χρήση της κριτικής μας ικανότητας.

Οποιος διαβεί με υπομονή αυτά τα μικρά, ξεχωριστά κείμενα, θα γνωρίσει ένα διαφορετικό, αισιόδοξο τρόπο σκέψης ενώ με την κριτική του μπορεί να αφομοιώσει ό,τι θεωρεί πως τον εκφράζει και να αποβάλλει άλλες, πιο ιδιαίτερες θέσεις. Οπως και να ’χει, όμως, όποιος θέλει να κατανοήσει με διαύγεια τον κόσμο, όποιος αναζητεί έναν εναργή τρόπο έκφρασης ή, ακόμα, και την πολιτική του ταυτότητα, σ’ αυτό το βιβλίο μπορεί να βρει χρήσιμες κατευθύνσεις.

Η Καθημερινή 26.06.2011

Νύχτες θερμές δυσοίωνου Ιούνη

Του Νίκου Γ. Ξυδάκη

Βαρύ καλοκαίρι, υγρό, με απρόσμενα γυρίσματα του καιρού. Κι η νύχτα διαρκεί περισσότερο, ξαφνικά αρχίζουν να ψάλλουν το εωθινό τα πουλιά του λόφου, και νιώθεις ότι μέρα πυκνή ξημέρωσε πάλι. Νύχτες μακριές, πηχτές, σε πλατείες και υπαίθρια μπαρ, με θερμές συζητήσεις, αντεγκλήσεις φίλων, ερεθισμένα νεύρα. Στους δρόμους αραιή κυκλοφορία, διστακτικά Ι.Χ., ανά διαστήματα πολυπρόσωπα περίπολα μοτοσικλετιστών αστυνομίας. Κι όταν συνεδριάζει κρίσιμα η Βουλή, χιλιάδες άνδρες ασφαλίζουν γύρω τριγύρω τους οίκους της δημοκρατίας, προστατεύουν τους αιρετούς από αγανακτισμένους πολίτες. Δυσοίωνη εικόνα, θλιβερή, στην πολιτική αργκό αποκαλείται «έλλειμμα πολιτικής νομιμοποίησης».

Θα το λέγαμε και δυσαρμονία μεταξύ λαού και κυβερνώσας τάξης. Aσύμπτωτοι βίοι, παράλληλες πραγματικότητες, άνω και κάτω κόσμος. Οπως και να το ονομάσεις, το πραγματικό παραμένει έτσι: η Ελλάδα χωρίζεται σε όσους θα σωθούν, με απώλειες έστω, και σε όσους θα βουλιάζουν. Τη διαίρεση, υλική και ψυχική, τη νιώθεις πια, την αισθάνεσαι, δεν χρειάζεται να τη συλλογιστείς. Είναι απότοκο της δυσχέρειας κι είναι απότοκο της ανισότητας και της αδικίας: οι πληττόμενοι ελευθεροεπαγγελματίες στραβοκοιτάνε τους συνταξιούχους των ΔΕΚΟ, ακόμη και τους ψαλιδισμένους δημοσίους υπαλλήλους, ενδόμυχα φθονούν τους γιατρούς της παρέας ή τους δικαστές, τους μεν γιατί τους υποψιάζονται για μαύρα και φακελάκια, τους δε γιατί δεν θα τους κουνήσει κανένας. Η αυξανόμενη δυσχέρεια του βίου φέρνει μεμψιμοιρία, ματαίωση, φθόνο, μοχθηρία. Η ευημερία, πραγματική ή επίπλαστη, όσο μοιραζόταν παντού κι άφηνε τα ψίχουλά της εδώ κι εκεί, σκέπαζε τις αντινομίες, κοίμιζε τη σκέψη και τα αισθήματα. Τώρα που αποσύρεται ατάκτως, αφήνει ακάλυπτο το ερεθισμένο νεύρο της μνησικακίας, πικρό το στόμα.

Ακούς διηγήσεις δυσχέρειας, στο όριο της αδυναμίας, από επαγγελματίες και εμπόρους· ακούς διπλανούς που χάσαν τη δουλειά τους, που έχουν παιδιά 25 και 30 χρόνων χωρίς καμιά προοπτική εργασίας· γνωστούς που βάζουν πωλητήριο ανάγκης σ’ ένα κληρονομημένο σπίτι και αγοραστή δεν βρίσκουν. Σφίγγεσαι. Κι ύστερα μαζεύεσαι προς τα έσω, βάζεις ασπίδα το χοντρό πετσί, να μη σ’ αγγίξει το κακό του άλλου. Ετσι διαρκώς, μια παλινδρόμηση μέσα-έξω, αυτή η παλινδρόμηση παράγει θλίψη, ψιλή ψιλή, διαπεραστική.

Αγωνιάς για τα παιδιά, τους νέους, κι ύστερα ζηλεύεις τα νιάτα, την αντοχή τους στον χρόνο. Τριγυρνάς σε άλλες γειτονιές, σε άλλους κόσμους, με ανθρώπους ανέγγιχτους, περνούν διαμέσου της δυσχέρειας, «και όσοι έχουν, δεν είναι φτωχοί, καταλαβαίνετε, πιέζονται, είναι άσχημα για όλους», λέει μια συμπαθέστατη κυρία με ξενική προφορά, ανησυχούμε από κοινού για τα παιδιά που ξενιτεύονται στο Amherst College, με ροζέ σαμπάνια στο χέρι, η αττική νυχτιά είναι θερμή και υγρή, στα πόδια μας απλώνεται η πόλη σαγηνευτική, δυσοίωνη. Παράλληλες πόλεις, ασύμπτωτες, αντιθετικές.

Σε κήπους αθηναϊκούς, πυρωμένες πλατείες, τραπεζάκια καφεστιατορίων, σπιτικές αυλές, φιλόξενα λίβινγκ ρουμ, Ελληνόπουλα σαστισμένα, ανήσυχα, προσπαθούν να μετρήσουν τη δυσκολία και να οχυρωθούν απέναντί της. Οι παρέες ανασυντίθενται περιοδικά, με πείσμα, σε ζουρ φιξ που πυκνώνουν, για να κουβεντιάσουν από κοινού και να ψαύσουν το ολισθηρό παρόν. Αθροίζουν συμφωνίες, πληροφορίες, κουτσομπολιά, φήμες, σκορπάνε καταδίκες, ρισκάρουν βραχύβιες προβλέψεις, επικοινωνούν ενδιαμέσως με μέιλ, φέισμπουκ και τουίτερ. Διαρκώς επικοινωνούν και διαρκώς πηγαινοέρχονται γύρω από τις ίδιες δοξασίες, φωτοτακτισμός γύρω από το φωτεινό μετέωρο της πτώχευσης, αυτό ορίζει τον βηματισμό, τη διάθεση, τον βίο.

Σκεφτόμαστε το πλήθος τέσσερις εβδομάδες στους δρόμους, με σκαμπανεβάσματα, με μούντζες, καρναβάλι που κουράζεται, ελπίδες που λιγοστεύουν, ματαίωση που φουντώνει. Εριξαν μια κυβέρνηση για λίγες ώρες, αμέσως σχηματίστηκε άλλη να εφαρμόσει τα ίδια. Ούτε ένα ψίχουλο δεν κέρδισε το πλήθος. Θα αφήσουν τις πλατείες ηττημένοι; Πού θα παροχετευθεί όλος τούτος ο θυμός, αν αποδειχθεί ατελέσφορη και τούτη η τελετουργία; Θα στραφεί προς τα μέσα, παλίνδρομα, θα φαρμακώνει το μέσα, θα γίνει τοξική ματαίωση, απόγνωση, μίσος τυφλό. Κουφό κράτος, τυφλή διοίκηση, ανυπεράσπιστη κοινωνία, με φωνή που δεν εισακούεται.

Eίτε να φέρεσαι καλά στους ανθρώπους είτε να τους συντρίβεις, αν τους αφήσεις με ελαφρές πληγές θα σηκωθούν σε εκδίκηση – αναλαμπή από τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι. Το κράτος θα συντρίψει τον λαό του; Διαβάζει Μακιαβέλι τη νύχτα ο δικός μας; Αν ναι, θα διάβασε κι αυτό: Ο ηγεμών θα πρέπει να εμπνέει φόβο, έτσι ώστε αν δεν κερδίσει την αγάπη, να αποφύγει το μίσος.

Στις παρυφές της πλατείας τα μπαρ ξενυχτούν και τζιράρουν, οκτώ ευρώ το ποτό.

Το Βήμα 26.06.2011

Συμπτώσεις

Του Δημήτρη Ν.Μαρωνίτη

Κάποτε µας εκδικούνται οι λέξεις, παίρνοντας πίσω το αίµα τους από τα πράγµατα. Δυο παραδείγµατα: «συναίνεση» και «ανασχηµατισµός», λέξεις που παίζουν (και µας εµπαίζουν) µε την αµφίβολή τους σηµασία, η οποία ευνοεί, (ενµέρει ή ενόλω) τη διπλωµατική υποκρισία. Μοιάζοντας περισσότερο µε µάσκες που φοριούνται και ανταλλάσσονται, για να αποκρύψουν πραγµατικές θέσεις και προθέσεις. Στη συγκεκριµένη πάντως περίπτωση η «συναίνεση» πήγε φούντο, προτού να δύσει καν ο ήλιος της κρίσιµης ηµέρας (15 τρέχοντος µηνός). Οσο για τον ανασχηµατισµό, αναζητείται πάντα ο πολιτικός και οικονοµικός µετασχηµατιστής του, πέρα από τα εναλλασσόµενα πρόσωπα και προσωπεία. Αλλως το νέο σχήµα µπορεί να αποδειχτεί κλοιός, που κάποιοι υπόσχονται να τον τετραγωνίσουν. Στο µεταξύ έµεινε στα ρέστα και η λαϊκή αγανάκτηση (άλλη µια λέξη αµφίβολης σηµασίας), που η τύχη της εξαρτάται από το πώς τη µοιράζουν και τη µοιράζονται οι κάθε λογής αγανακτισµένοι, για τους οποίους πάντως δεν υπάρχει συναινετική εκτίµηση.

Απόδειξη το πικρόχολο άρθρο του Γιώργου Σιακαντάρη (διδάκτορα Κοινωνιολογίας), στα «Νέα» (16 τρέχοντος), που το απόσταγµά του δύσκολα καταπίνεται. Τίτλος του: «Ταχρίρ Vs Συντάγµατος». Υπότιτλος: «Από το αραβικό κίνηµα εκδηµοκρατισµού στην ελληνική άρνηση της δηµοκρατίας». Συµπέρασµα: «Αν µέχρι σήµερα στις αραβικές χώρες η κίνηση είναι από το αίτηµα εκδηµοκρατισµού προς τη δηµοκρατία, στην Ελλάδα των «αγανακτισµένων» η κίνηση είναι από την οργή προς την κατάργηση της κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας. Η χθεσινή πολιορκία της Βουλής και οι απόπειρες εισβολής στο Κοινοβούλιο, δυστυχώς, το επιβεβαιώνουν».

Οσοι πάντως προτιµούν (σαδοµαζοχιστικά έστω) την πικρή απαισιοδοξία από τη γλυκύβραστη αισιοδοξία (µε τους πρώτους συντάσσεται χρόνια τώρα και ο επιγραφόµενος) µπορούν να βρουν αναδροµικό σύµµαχο τον Σεφέρη. Εννοείται ειδικότερα το εξάστροφο ποίηµα «Θεατρίνοι, Μ.Α», εντοπισµένο και χρονολογηµένο («Μέση Ανατολή, Αύγουστος ‘43»), όπου οµολογεί ο ποιητής τη δική του στυφή αγανάκτηση για όσα οπερετικά συνέβαιναν την εποχή εκείνη στους κόλπους των αυτοεξόριστων ελλήνων πολιτικών, εν ονόµατι µάλιστα µιας υποκριτικής συναίνεσης. Το αντιγράφω ολόκληρο:

Στήνουµε θέατρα και τα χαλνούµε/ όπου σταθούµε κι όπου βρεθούµε/ στήνουµε θέατρα και σκηνικά, / όµως η µοίρα µας πάντα νικά. / Και τα σαρώνει και µας σαρώνει/ και τους θεατρίνους και το θεατρώνη/ υποβολέα και µουσικούς/ στους πέντε ανέµους τους βιαστικούς. / Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια, / ρίµες, αισθήµατα, πέπλα στολίδια, / µάσκες, λιογέρµατα, γόοι και κραυγές/ κι επιφωνήµατα φωνήµατα και χαραυγές / ριγµένα ανάκατα µαζί µ’ εµάς/ (πες µου πού πάµε; πες µου πού πας;)/ πάνω απ’ το δέρµα µας γυµνά τα νεύρα/ σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα/ γυµνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα/ (πότε µας γέννησαν; πότε µας θάψαν;)/ και τεντωµένα σαν τις χορδές/ µιας λύρας που ολοένα βουίζει. ∆ες/ και την καρδιά µας· ένα σφουγγάρι, / στο δρόµο σέρνεται και στο παζάρι/ πίνοντας το αίµα και τη χολή/ και του τετράρχη και του ληστή.

Για να ελαφρώσω κάπως την ατµόσφαιρα, περνώ στις απρόβλεπτες συµπτώσεις, που υπόσχεται ο τίτλος του µονοτονικού. Κοινός παρονοµαστής το Κάιρο. Το Ταχρίρ είναι η σηµερινή πλατεία Ελευθερίας, όπου φτούρησε ο γενναίος αγώνας του εκδηµοκρατισµού των Αιγυπτίων. Στο Κάιρο βρίσκεται ο Σεφέρης, όταν φαντάζεται τους «Θεατρίνους» του. Στο Κάιρο βρέθηκα κι εγώ για ένα πενθήµερο, από την Παρασκευή 10 του µηνός έως την κρίσιµη Τετάρτη της µάταιης συναίνεσης, 15 του µηνός. Γιατί και πώς προέκυψε αυτή η πενθήµερη επίσκεψη «Κάιρο - Αλεξάνδρεια, Αλεξάνδρεια - Κάιρο» είναι µια άλλη ιστορία, που ελπίζω σύντοµα να τη διηγηθώ. Εδώ ας πω µονάχα πως οφείλεται έµµεσα στον Αλεξανδρινό Καβάφη και άµεσα στον Νίκο Ξυδάκη, που γεννήθηκε στο Κάιρο, έζησε εκεί έως τα έντεκά του χρόνια και έχει γράψει ένα µικρό κείµενο διαµάντι για τη µαγική αυτή πόλη.

Που τη διασχίζει ο Νείλος, το πιο µακρύ ποτάµι του κόσµου· που τις ανεύρετες πηγές του αναζητούσε ο Ηρόδοτος· που ενέπνευσε στον Σεφέρη τον «Γέροντα στην Ακροποταµιά» – ένα από τα πιο στοχαστικά του ποιήµατα (στο Κάιρο κι αυτό γραµµένο, στις 20 Ιουνίου του ‘42), από όπου οι επόµενοι στίχοι: Κι όµως πρέπει να λογαριάσουµε κατά που προχωρούµε, / όχι καθώς ο πόνος µας το θέλει και τα πεινασµένα παιδιά µας/ και το χάσµα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό· (…)/ αλλά µε κάποιον άλλον τρόπο, µπορεί να θέλω να πω καθώς/ το µακρύ ποτάµι που βγαίνει από τις µεγάλες λίµνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική/ κι ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόµος και δωρητής και δικαστής και δέλτα·/ που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμµατισµένοι, / κι ωστόσο µένει πάντα το ίδιο σώµα, το ίδιο στρώµα, το ίδιο Σηµείο, / ο ίδιος προσανατολισµός.