9/1/11

Οθωμανικά Βαλκάνια ονειρεύονται οι Τούρκοι

(Το Βήμα)

ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ των Χριστουγέννων ο υπουργός Αμυνας της Τουρκίας Βετζντί Γκιονούλ προσέφερε έναν... μποναμά στα Σκόπια.Η συμφωνία που υπέγραψε με τον σκοπιανό ομόλογό του Ζόραν Κονιανόφσκι λέει ότι η κυβέρνηση Ερντογάν θα χορηγήσειστρατιωτική βοήθεια 1 εκατ. δολαρίων στην πΓΔΜ το 2011, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη του άξονα Αγκυρας- Σκοπίων που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε
ότι τουρκική εταιρεία αγόρασε προσφάτως το αεροδρόμιο των Σκοπίων. Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες πληροφορίες, οι Τούρκοι εμφανίζονται πρόθυμοι να μεσολαβήσουν μεταξύ Σλαβομακεδόνωνκαι Αλβανών για τη διασφάλιση της... σταθερότηταςστην πΓΔΜ. Το γεγονός αυτό δεν είναι αποσπασματικό. Με αιχμή τις θεωρίες του Αχμέτ Νταβούτογλου, η Αγκυρα απλώνει σταθερά τα τελευταία χρόνια την πολιτική και οικονομική επιρροήτης στη Βαλκανική, θέλοντας να στείλει και ένα μάθημα στην Ευρωπαϊκή Ενωση ότι αποτελεί αυτόνομο παίκτη στη διεθνή σκηνή.
Αυτή τη στιγμή η Τουρκία απειλεί ευθέως να εκτοπίσει- αν δεν το έχει ήδη κάνει, όπως εκτιμούν διπλωματικοί κύκλοι- την ελληνική παρουσία στα Βαλκάνια που με τόσο κόπο είχε οικοδομηθείμετά τους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Την ίδια στιγμή η Αθήνα, εγκλωβισμένη στην οικονομική κρίση, με μειωμένηεπιρροή και με τις ελληνικές τράπεζες να μην παίζουν πλέον τον ρόλο που είχαν πριν από λίγο διάστημα, δίνει μάχη χαρακωμάτωννα κρατήσει τις θέσεις της, παίζοντας κυρίως το χαρτί της ένταξης των βαλκανικών χωρών στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Τον περασμένο Μάρτιο το πρώτο τουρκικό υποβρύχιο κατέπλευσε στον ναύσταθμο του Δυρραχίου που, σημειωτέον, έχει κατασκευασθεί με τουρκικά κεφάλαια. Αυτό ήταν το τελευταίο επεισόδιο στο μακρύ σίριαλ της αλβανοτουρκικής στρατιωτικής συνεργασίας που ξεκίνησε το 1994.

Οι δεσμοί των δύο χωρών έχουν ενισχυθεί ραγδαία μετά το 1997, όταν ξέσπασε στην Αλβανία το «σκάνδαλο των πυραμίδων». Η συνεργασία αυτή επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της άμυνας. Οταν μετά το 1997 καταστράφηκε η ναυτική βάση υποβρυχίων Πασά Λιμάν στον κόλπο του Αυλώνα, η Αγκυρα έσπευσε να επωφεληθεί. Οι Τούρκοι έδωσαν περίπου 10 εκατ. δολάρια για να την επισκευάσουν και να αποκτήσουν έτσι ασφαλές αγκυροβόλιο στην Αδριατική.

Στρατιωτική συνεργασία με την Αλβανία
Η Αγκυρα επιδιώκει να χτίσει εξαρχής και την αλβανική Αεροπορία. Μετά την ένταξη της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ τον Απρίλιο του 2009, η συνεργασία συνεχώς ενισχύεται.

Η Τουρκία ανέλαβε μάλιστα την ανακατασκευή της αεροπορικής βάσης του Κούτσοβε, νοτίως των Τιράνων. Παράλληλα, κάθε χρόνο εκπαιδεύονται στην Τουρκία ιπτάμενοι αξιωματικοί και δόκιμοι χειριστές, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι η Αγκυρα θα έβλεπε με καλό μάτι την πώληση ή και την εκμίσθωση (leasing) στην Αλβανία μαχητικών αεροσκαφών, κυρίως F-16.

Η τουρκική επιρροή στην Αλβανία έχει αρχίσει να ενοχλεί ακόμη και την αλβανική ηγεσία, επισημαίνουν άριστα ενημερωμένες πηγές για τα τεκταινόμενα στη χώρα. Σημειώνουν μάλιστα ότι αυτή η ανησυχία έχει κοινοποιηθεί και προς την Αθήνα ώστε αυτή να προβεί στις κατάλληλες κινήσεις.

Να σημειωθεί εδώ ότι τουρκικά κονδύλια φαίνεται να κατευθύνονται και προς οργανώσεις των Τσάμηδων που, ας μην ξεχνάμε, συμμετέχουν πλέον στην ασταθή κυβέρνηση του Σαλί Μπερίσα. Αν προσθέσει κανείς σε αυτά και την ανάμειξη, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, τουρκικών κύκλων ώστε να «παγώσει» η συμφωνία Ελλάδος- Αλβανίας για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, αντιλαμβάνεται τα προβλήματα που ανακύπτουν για την Αθήνα.

«Ο Αχμέτ Νταβούτογλου οραματίζεταιτη Σερβία ως τον βασικό εταίρο της Τουρκίας στα Δυτικά Βαλκάνια» λέει στο «Βήμα» ο Ούλας Ντόγκα Εράλπ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Σαμπαντζί και συγγραφέας πολλών μελετών για τα Βαλκάνια.

Πράγματι, από το 2009 οι σερβοτουρκικές σχέσεις έχουν μπει σε νέα εποχή. Τον Οκτώβριο του 2009 ο Αμπντουλάχ Γκιουλ έγινε ο πρώτος τούρκος πρόεδρος που επισκέφθηκε το Βελιγράδι μετά το 1986.

«Μια σταθερή και ευημερούσα Σερβία είναι το κλειδί για τη σταθερότητατόσο στη Βοσνία όσο και στο Κοσσυφοπέδιο» εξηγεί ο τούρκος καθηγητής.

«Ο σέρβος πρόεδρος Μπορίς Τάντιτς αναγνωρίζει τις ευκαιρίες που προσφέρει η αναβάθμιση των σχέσεων με την Τουρκία, ιδιαίτεραόσον αφορά την κατασκευή έργωνυποδομής.

Η άρση της χορήγησης βίζας θα άρει και τα αρνητικά στερεότυπα, ενώ η Αγκυρα είναι και πρόθυμη να παίξει ρόλο στις συνομιλίες Βελιγραδίου-
Πρίστινας για το Κοσσυφοπέδιουπό την αιγίδα της ΕΕ» καταλήγει ο κ. Εράλπ. Το μεγάλο παιχνίδι Αγκυρας- Βελιγραδίου
Η Αγκυρα δίνει μεγάλο βάρος τόσο στις σχέσεις της με την Πρίστινα όσο και με τους μουσουλμάνους του Σαντζάκ.

Με την πρώτη επιδιώκει δημιουργία «ειδικής σχέσης», γι΄ αυτό και αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου την επαύριον της κήρυξής της. Θέλει επίσης να αναγνωριστεί το σημαντικό τουρκικό στοιχείο ως μειονότητα, ενώ υπάρχει ισχυρή παρουσία σε κολέγια και ιδιωτικά σχολεία. Ιδρύθηκε επίσης τουρκικό πανεπιστήμιο, ενώ περίπου 100 φοιτητές λαμβάνουν κάθε χρόνο υποτροφία για τουρκικά πανεπιστήμια.

Δεν παραμελεί όμως και τις οικονομικές σχέσεις, όπως φάνηκε και από την επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Πρίστινα τον Νοέμβριο του 2009. Οι εμπορικές συναλλαγές διπλασιάστηκαν μεταξύ 2007 και 2008, με την ανοδική πορεία να συνεχίζεται. Η τουρκική εταιρεία Limak κέρδισε το συμβόλαιο διαχείρισης του αεροδρομίου της Πρίστινας για την επόμενη 20ετία και θα επενδύσει περισσότερα από 100 εκατ. δολάρια για την υποδομή του. Επίσης, η κοινοπραξία της τουρκικής Εnka και της αμερικανικής Βechtel ανέλαβε την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου που θα συνδέσει το Κοσσυφοπέδιο με την Αλβανία και τη Σερβία.

Πρόκειται για ένα έργο συνολικού κόστους άνω των 800 εκατ. ευρώ. Οσο για το Σαντζάκ; Ο μουσουλμανικός πληθυσμός του αποτελεί «μάννα εξ ουρανού» για την Αγκυρα.

4/1/11

Οι μουσουλμάνοι Πόντιοι που μιλούν «ρωμαίικα»

(Η Ελευθεροτυπία)

Την πιο... στενή... ζωντανή συγγενή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας πιστεύουν ότι ανακάλυψαν γλωσσολόγοι εντοπίζοντας απομονωμένη κοινότητα μουσουλμάνων στη Μαύρη Θάλασσα, οι οποίοι μιλούν ελληνική διάλεκτο με εντυπωσιακές ομοιότητες με τα αρχαία.

Η Ιωάννα Σιταρίδου, καθηγήτρια στο Κέμπριτζ, μιλάει για γλωσσολογικό χρυσωρυχείο Για «γλωσσολογικό χρυσωρυχείο» κάνει λόγο η καθηγήτρια Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, Ιωάννα Σιταρίδου, η οποία πριν από λίγους μήνες εντόπισε σε χωριά της περιοχής της Τραπεζούντας περίπου 5.000 κατοίκους που μιλούν «ρωμαίικα».

«Ουσιαστικά μιλούν διάλεκτο με λεξιλόγιο και συντακτικό πιο κοντά στην αρχαία παρά στη νέα ελληνική» δηλώνει η κ. Σιταρίδου, μέλος του Συλλόγου για τις Απειλούμενες Γλώσσες και Πολιτισμούς του Κέμπριτζ (CELC), στη βρετανική εφημερίδα «Ιντιπέντεντ».

Οπως σχολιάζει και το βρετανικό δημοσίευμα, πρόκειται για συναρπαστική ανακάλυψη «στην περιοχή όπου ο Ιάσων και οι Αργοναύτες αναζητούσαν το Χρυσόμαλλο Δέρας» καθώς, πέρα από τη γλωσσολογική ιδιαιτερότητα, η κοινότητα αυτή είναι και πολιτισμικά μοναδική. Πρόκειται για μουσουλμάνους που μιλούν ελληνικά, χωρίς όμως να γράφουν, και παίζουν την ποντιακή λύρα. Σημάδι της πολιτιστικής και γεωγραφικής τους απομόνωσης είναι επίσης το γεγονός ότι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων,τα μέλη της κοινότητας παντρεύονται μόνο με άντρες ή γυναίκες από τα χωριά τους.

Αξιοσημείωτο είναι, σύμφωνα με την κ. Σιταρίδου, ότι, παρά τις χιλιετίες αλλαγών στην κοινωνικοπολιτική ιστορία της ευρύτερης περιοχής, σε αυτή την απομονωμένη βόρειο-ανατολική γωνιά της Μικράς Ασίας οι άνθρωποι εξακολουθούν να μιλούν ελληνικά. Η μοναδικότητα της διαλέκτου ανοίγει ένα συναρπαστικό παράθυρο στην εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. «Φανταστείτε να μπορούσαμε να μιλήσουμε με άτομα, των οποίων η γραμματική είναι πιο κοντά στη γλώσσα του παρελθόντος. Αυτή είναι η ευκαιρία που μας δίνουν τα "ρωμαίικα"» εξηγεί η κ. Σιταρίδου.

Στο βρετανικό δημοσίευμα υπογραμμίζεται ότι περαιτέρω έρευνα απαιτείται για να αποδειχτεί εάν οι κάτοικοι είναι γνήσιοι απογόνοι των αρχαίων Ελλήνων που δεν δέχτηκαν άλλες επιρροές στο πέρασμα των αιώνων ή αν πρόκειται για απογόνους τοπικών πληθυσμών που υποχρεώθηκαν να μιλούν την ελληνική γλώσσα από τους αρχαίους Ελληνες αποίκους.

ΙΩΑΝΝΑ ΝΙΑΩΤΗ (Πηγές: www.research-horizons.cam.ac.uk, The Independent)

Οχι και τόσο... νεκρή γλώσσα

ΤΗΕ INDEPENDENT

Είναι το βασικό πείραγμα που απευθύνεται σε όσους κάνουν κλασικές σπουδές - «Ποιο είναι το νόημα;» «Πού θα μιλήσετε λατινικά ή αρχαία ελληνικά;» Το επιχείρημα ότι είναι «νεκρές γλώσσες», χάνει την ισχύ του, καθώς διαπιστώνεται ότι μια μικρή κοινότητα στη βόρεια Τουρκία μιλά ελληνική διάλεκτο, που περιέργως είναι πολύ κοντά στη γλώσσα του Περικλή, του Πλάτωνα και του Σωκράτη.

Οι κάτοικοι της κοινότητας στη Μαύρη Θάλασσα μιλούν ρωμαίικα και μάλιστα παίζουν και τη λύρα. Αν φορούσαν χιτώνες και σπούδαζαν τους κλασικούς, θα μπορούσαν να ανοίξουν ένα θεματικό πάρκο αρχαίας Ελλάδος και να κάνουν ευτυχισμένους τους καθηγητές κλασικών σπουδών σε όλο τον κόσμο. Η κοινότητα βρίσκεται στην περιοχή, όπου υποτίθεται ότι ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες αναζητούσαν το Χρυσόμαλλο Δέρας. Και, όπως ο Ιάσων, οι γλωσσολόγοι έχουν να διεκπεραιώσουν σημαντικό έργο. Πρέπει να μελετήσουν τη διάλεκτο, την οποία μιλούν περίπου 5.000 άνθρωποι, προτού εξαφανιστεί. Τους ευχόμαστε καλή τύχη. Θέλουμε όμως να τους προτείνουμε κάτι: όσο βρίσκονται στην κοινότητα, μελετώντας τα ρωμαίικα, να ελέγξουν μήπως οι κάτοικοι έχουν στην κατοχή τους τίποτε πολυτελείς χρυσές προβιές...

Ποιος μας έκλεψε τον χρόνο;

(Επτά Ελευθεροτυπία)

ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Το ακόλουθο κείμενο είναι απόσπασμα συνέντευξης του ιταλού μελετητή Ντιέγκο Φουζάρο, ο οποίος μίλησε για το βιβλίο του «Esserre senza tempo» («Bompiani», 2010) στον διαδικτυακό τόπο Lanterne Rosse.

- Τον χρόνο τον ζούμε είτε το θέλουμε είτε όχι. Ωστόσο, εσείς λέτε ότι ο χρόνος κατά κάποιον τρόπο μας έχει κλαπεί, μας έχει αφαιρεθεί. Από ποιον, από τι;

- Μεταξύ των πολλών ορισμών που μπορούμε να δώσουμε στην παρούσα ιστορική φάση, υπάρχει ένας ο οποίος ίσως καλύτερα από τους άλλους συλλαμβάνει το πνεύμα της: το παρόν μας είναι η εποχή της βιασύνης, ένας «χρόνος χωρίς χρόνο», στον οποίο όλα τρέχουν άτακτα και χωρίς να σταματούν ποτέ, εμποδίζοντάς μας όχι μόνον να ζούμε πλήρως τις παρούσες στιγμές, που διαδέχονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα η μία την άλλη, αλλά και να σκεφτούμε νηφάλια αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Πάρα πολλά γεγονότα συσσωρεύονται σε όλο και πιο σύντομες χρονικές περιόδους, προκαλώντας σε μας που ζούμε αυτήν την επιτάχυνση κάθε τομέα της εμπειρίας (από την καθημερινή ζωή ως τον εργασιακό βίο, από τις διαδικασίες μάθησης ως το σύμπαν των πληροφοριών) μιαν αίσθηση αποξένωσης και ταυτόχρονα έναν εκνευρισμό: ποτέ δεν έχουμε αρκετό χρόνο για όλα όσα έπρεπε ή θα θέλαμε να κάνουμε. Η νεωτερικότητα, με το πάθος της για το μέλλον, είχε συνειδητά επιλέξει τον δρόμο της επιτάχυνσης των ρυθμών στο όνομα του μέλλοντος. Το παρόν γινόταν αντιληπτό ως σημείο μετάβασης προς ένα διαφορετικό και καλύτερο μέλλον. Οι επαναστατικές εμπειρίες είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του πάθους για το μέλλον. Ας σκεφτούμε τη γαλλική και την μπολσεβίκικη επανάσταση και το πάθος τους για το μέλλον. Από το 1989, αντίθετα, με την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου, το μέλλον ως προγραμματικός ορίζοντας έχει χαθεί. Δεν ζούμε πλέον στο όνομα του μέλλοντος αλλά στο όνομα του ίδιου του παρόντος, που τείνει να γίνει ολικό, πανταχού παρόν, αιώνιο. Η ίδια η ιστορία, με την αδιάκοπη ροή της, φαίνεται σαν να έχει ξαφνικά παγώσει. Αυτή η διαιώνιση του παρόντος συνοδεύεται από μιαν ερημοποίηση του μέλλοντος. Και ωστόσο συνεχίζουμε να βιαζόμαστε. Αυτός είναι ο παραλογισμός του καιρού μας, το πιο μεγάλο του παράδοξο. Δεν υπάρχει πλέον ένας μελλοντικός σκοπός και ωστόσο συνεχίζουμε να τρέχουμε.

Προς τα πού; Σε τι χρησιμεύει αυτή η βιασύνη, η παραφορτωμένη με παρόν; Το μυστικό της μηδενιστικής και μεταμοντέρνας επιτάχυνσής μας έγκειται κατά τη γνώμη μου σε ένα σύστημα παραγωγής -το καπιταλιστικό- το οποίο πρέπει να εγγυάται αποτελεσματικότητα, παραγωγικότητα, όλο και πιο γρήγορα κέρδη, και ταυτόχρονα δεν έχει πλέον ανάγκη το μέλλον και μάλιστα πρέπει να το εξορκίζει, επειδή εμπεριέχει τη δυνατότητα του διαφορετικού. Απώθηση του μέλλοντος και υπαρξιακή και παραγωγική βιασύνη μπορούν έτσι να συμβιώνουν αινιγματικά στο πλαίσιο μιας εποχής που έπαψε να πιστεύει στον Θεό αλλά εξακολουθεί να πιστεύει στην Αγορά.

- Ο καιρός περνάει με τρόπο διαφορετικό για όποιον είναι πλούσιος και για όποιον είναι φτωχός...

- Ο χρόνος είναι ένας για όλους, αλλά δεν τον κατοικούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Η κοινωνία που περιγράφει θαυμάσια ο Μαρξ είναι μια κοινωνία στην οποία, πλάι στη γνωστή «πάλη των τάξεων», διεξάγεται και μια εξίσου λυσσαλέα «πάλι για τον χρόνο. Στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ δείχνει με εντυπωσιακό τρόπο πως το κεφάλαιο προσπαθεί με κάθε τρόπο να νικήσει στο πεδίο του χρόνου, αρχικά επιμηκύνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο το ωράριο εργασίας πέρα από κάθε ανθρώπινη αντοχή. Στη συνέχεια, καθώς προσκρούει στα ανυπέρβλητα φυσικά όρια, απορρίπτει την απεριόριστη επιμήκυνση του ωράριου εργασίας, αλλά δεν απαρνιέται το μοχθηρό όνειρό του για ολική κυριαρχία πάνω στον χρόνο και επιβάλλει την παραγωγή σε μικρότερο χρόνο αυτού που προηγουμένως παραγόταν σε περισσότερο χρόνο. Είναι η γνωστή μετάβαση από την «απόλυτη» στη «σχετική υπεραξία». Η παραγωγή επιταχύνεται και μαζί με αυτήν αναστατώνονται και οι ρυθμοί της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία υποχρεώνεται να προσαρμοστεί στους ταχύτατους ρυθμούς των μηχανών.

- Πώς περιγράφετε στο έργο σας την ίδια την έννοια του «χρόνου»;

- Ο Αυγουστίνος, στις «Εξομολογήσεις», έλεγε ότι γνώριζε καλά τι είναι ο χρόνος όσο δεν χρειαζόταν να το εξηγήσει σε κάποιον. Ο ίδιος ο Καντ, τον 18ο αιώνα, σημείωνε το παράδοξο σύμφωνα με το οποίο δεν μπορούμε να μιλάμε για τον χρόνο παρά μόνον «χωροθετώντας» τον, δηλαδή ανάγοντάς τον σε χωρικές μεταφορές. Στο βιβλίο μου προσπαθώ να ανιχνεύσω μιαν ιστορικο-κοινωνική γένεση του χρόνου, βοηθούμενος σε αυτό και από τις αναλύσεις ιστορικών όπως ο Μπροντέλ ή ο Κοσέλεκ. Η ίδια η ιδέα μιας ιστορίας στον ενικό, γραμμικής, κατευθυνόμενης «μονοσήμαντα» από το παρελθόν προς το μέλλον, γεννιέται μόνον με τον Διαφωτισμό, ακολουθώντας το ρεύμα της επιτάχυνσης της ιστορίας που γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, χάρη σε διαδικασίες όπως η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία ή η Γαλλλική Επανάσταση. Ολο και περισσότερα γεγονότα συσσωρεύονταν σε όλο και μικρότερα χρονικά διαστήματα και αυτό γινόταν τόσο στο κοινωνικό-πολιτικό πεδίο (η επαναστατική Γαλλία) όσο και στο τεχνικό-βιομηχανικό-επιστημονικό (η Αγγλία). Αρχισαν τότε να ζουν με την πεποίθηση ότι ήταν η ίδια η ολότητα των ανθρώπινων εμπειριών και επομένως η ιστορία αυτή που επιτάχυνε τον βηματισμό της (...). *

Οι άνθρωποι κάτω από το χαλί

Nικου Γ. Ξυδακη (Η Καθημερινή)

«Πρέπει να καταλάβεις ότι η διαφορά ανάμεσα σε εσένα και εμένα είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”. Πριν από λίγα χρόνια είχα σπίτι και όλα τα σχετικά. Ετσι ήρθαν τα πράγματα, ούτε που το κατάλαβα, μάγκα μου». Το ρεπορτάζ της πρωτοχρονιάτικης «Κ» για τους νεοαστέγους έρχεται από μιαν άλλη χώρα. Τη χώρα του Ντίκενς; Τη χώρα των Αθλίων των Αθηνών; Την κοινωνία του ενός τρίτου; Τη χώρα όπου γινόμαστε, τη χώρα όπου ήδη είμαστε;

Εως πριν από μερικά χρόνια, οι άστεγοι ήταν μια μειονότητα σαλών, ανθρώπων που δραπέτευαν από την κοινωνία και τα δεσμά της, που έσπαγαν τους δεσμούς με την κανονικότητα, που τους είχε βρει μια τεράστια ατυχία. Ηταν μια ελάχιστη εξαίρεση. Ηταν σαν τα αδέσποτα στο αστικό δίκτυο: δεν πείραζαν κανέναν, δεν τους πείραζε κανένας και κανείς δεν τους έβλεπε: ήταν λίγοι, τόσο λίγοι που δεν απειλούσαν τη βιτρίνα της κανονικότητας, της αιωνίας προόδου, της διαρκώς αυξανόμενης ευημερίας. Ηταν λίγοι και ήταν σαλοί.

Σήμερα, οι άστεγοι είναι πολλοί και δεν είναι σαλοί. Είναι θύματα ατυχίας και πάλι: αλλά όχι μιας ατυχίας τεράστιας, δεν αφίστανται πολύ από την κανονικότητα των τυχερών. Οχι. Η ατυχία που μετατρέπει σήμερα έναν κανονικό, έναν στεγασμένο, σε άστεγο, σε κλοσάρ και ρακοσυλλέκτη, σε αδέσποτο του δρόμου, αυτή η ατυχία είναι πια πολλή μικρή, ελάχιστη: «η διαφορά είναι ένα τίποτα, μια “στραβή”».

Βρισκόμαστε ενώπιον ιστορικού ρήγματος. Φτώχεια υπήρχε πάντα. Μαζική πτώχευση και ταχεία καταστροφή μικρομεσαίων στρωμάτων, δεν υπήρχε. Κι είναι γενετικά άλλο να γεννιέσαι φτωχός, να μεγαλώνεις με μειωμένες προσδοκίες, αλλά να μπορείς να ελπίζεις ότι θα βελτιώσεις τη θέση σου, να μπορείς να λογαριάζεις ότι σε μια ατυχία θα υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας, για να μην καταστραφείς, το δίχτυ της διευρυμένης οικογένειας ή της κοινότητας, το δίχτυ του κράτους–πρόνοιας, το δίχτυ της κοινωνικής αλληλεγγύης. Και είναι άλλο να ζεις σε μια σχετική ευημερία, να μην ξέρεις τι ακριβώς σημαίνει απόλυτη ένδεια, και αίφνης, με μια “στραβή”, να τα χάνεις όλα, να χάνεις και τα ολίγα που σε κρατάνε εντός της κανονικότητας, υπό μία στέγη, και να βρίσκεσαι στην ουρά του συσσίτιου, στις λίστες απορίας, στον δρόμο, ντροπιασμένος κάτω από το χαλί...

«Οταν φανεί το πρόβλημα, στην πραγματική του διάσταση, η κοινωνία θα σοκαριστεί. Κάθε εβδομάδα καταφεύγουν στις δομές μας τουλάχιστον δύο περιπτώσεις ατόμων που έχασαν τα σπίτια τους λόγω της κρίσης... Αν βαθύνει η κρίση και συνεχίσουν να χάνονται τόσες θέσεις εργασίας, το ζήτημα θα αποκτήσει εκρηκτικές διαστάσεις», περιγράφει μια νοσηλεύτρια που υποδέχεται καθημερινά νεοαστέγους, τώρα και αποφοίτους πανεπιστημίων και πρώην εμπόρους.

Πίσω από τους αριθμούς των ανέργων ή των πτωχευμένων νοικοκυριών που δίνει η Στατιστική Αρχή, βρίσκονται ανθρώπινα πρόσωπα, δράματα, καταστροφές. Στα πρόσωπα των ηττημένων νεοαστέγων βρίσκεται χαραγμένο το μέλλον, σαν σκοτεινό ενδεχόμενο ημών των κανονικών. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι το μέγιστο: δίκτυα αλληλεγγύης. Είναι ένα κάποιο ανάχωμα μπρος στην κοινωνική αποσάθρωση, στην κοινωνία της «στραβής».

2/1/11

Οδυσσέας Ελύτης: Ο ποιητής του φωτός

(Το Βήμα)

Ο Οδυσσέας Ελύτης ζούσε σε ένα διαμέρισμα 50 τετραγωνικών αλλά δεν τον ένοιαζε· απολάμβανε τη μέγιστη χαρά να κατέχει και να γράφει στο γραφείο του Διονυσίου Σολωμού

Ο Οδυσσέας Ελύτης ζούσε σε ένα διαμέρισμα 50 τετραγωνικών αλλά δεν τον ένοιαζε· απολάμβανε τη μέγιστη χαρά να κατέχει και να γράφει στο γραφείο του Διονυσίου Σολωμού

Το 1939 ο φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Οδυσσέας Αλεπουδέλης αποφάσισε οριστικά να εγκαταλείψει τις σπουδές του, προς μεγάλη απογοήτευση της οικογένειάς του. Ηταν 28 ετών και η προσπάθειά του να πάρει πτυχίο Νομικής ήταν «σαν των Τρώων», όπως θα έλεγε ο Καβάφης.

Η χρονιά εκείνη υπήρξε σημαδιακή και από μία ακόμη πλευρά: ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα καθιερωνόταν στα Γράμματα με το ψευδώνυμό του: Οδυσσέας Ελύτης. Τότε εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Προσανατολισμοί που θα τον κατέτασσε αμέσως στους ποιητές πρώτης γραμμής, μετά τις δημοσιεύσεις ποιημάτων και μεταφράσεών του που προηγήθηκαν στο περιοδικό «Νέα Γράμματα», όταν τέσσερα χρόνια νωρίτερα οι φίλοι του, προεξάρχοντος του Κατσίμπαλη, εκβιαστικά σχεδόν, πρωτοδημοσίευσαν ποιήματά του φέρνοντάς τον προ τετελεσμένου γεγονότος.

Ανακαλύπτοντας τον υπερρεαλισμό
Ο Βενιαμίν της γενιάς του ΄30 δεν χρειαζόταν μόνο υποστήριξη αλλά και σχετική πίεση προκειμένου να ξεπεράσει τις αναστολές του. Η γενιά εκείνη θα άλλαζε το τοπίο της ελληνικής λογοτεχνίας, θα γνώριζε τη διεθνή προβολή και τις μεγαλύτερες τιμές, αφού δύο επιφανή της μέλη τιμήθηκαν με τη μεγαλύτερη παγκοσμίως λογοτεχνική διάκριση, το βραβείο Νομπέλ: ο Σεφέρης το 1963 και ο Ελύτης δεκαπέντε χρόνια αργότερα.

Ηταν μια γενιά με λίγο-πολύ κοινές απόψεις: η Ελλάδα θα έπρεπε να πάψει να είναι τμήμα των Βαλκανίων, να καταστεί τμήμα της Ευρώπης και ο πολιτισμός της να αξιοποιήσει την αρχαία και βυζαντινή παράδοση μαζί με τις νεότερες ευρωπαϊκές κατακτήσεις. Η ποίηση που θα γραφόταν εφεξής όφειλε να απομακρυνθεί από το πνεύμα του καρυωτακισμού και της κατήφειας αναζητώντας νέους δρόμους. Ο Ελύτης τούς έψαξε στο ελληνικό τοπίο. Και ανακαλύπτοντας τον υπερρεαλισμό βρήκε το μέσον να αναπτύξει μια άγνωστη ως τότε εικονοποιία, έναν κόσμο πολυπρισματικό, όπως έλεγε, και λαμπερό, από όπου προέκυπτε και το γενετικό βάθος του πολιτισμού και της ευαισθησίας του. Τον αντίκρισε μέσα στη διαφάνεια και το φως ονομάζοντας τις αισθήσεις που αποκόμιζε «ηλιακή μεταφυσική» η οποία παρέπεμπε στον Εμπεδοκλή. Σε μεγάλο βαθμό αντιλαμβανόταν το φως όπως και ένας άλλος κορυφαίος συγγραφέας της Μεσογείου, ο Αλμπέρ Καμύ.

Εγραφε στο γραφείο του Σολωμού

Οι αντίπαλοί του τον κατηγόρησαν ότι υπήρξε ποιητής «της χαράς» που αδιαφορούσε για τον ανθρώπινο πόνο. Την απάντησή του την έδωσε στας δυσμάς του βίου του, στα συγκλονιστικά Ελεγείατης Οξώπετρας, όπου «συναντά» τρεις μεγάλους γερμανόφωνους ποιητές: τον Χέλντερλιν, τον Νοβάλις και τον Ρίλκε, κάτω όμως από τον ιερό ίσκιο του κορυφαίου έλληνα ρομαντικού: του Διονύσιου Σολωμού. Ας θυμηθούμε πως ο Ελύτης, που δεν τον ένοιαζε να ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα πενήντα τετραγωνικών μέτρων, απολάμβανε τη μέγιστη χαρά να κατέχει και να γράφει στο γραφείο του Σολωμού.

Στον πόλεμο της Αλβανίας η Ελλάδα κινδύνευσε να χάσει έναν από τους κορυφαίους της ποιητές του 20ού αιώνα. Ο Ελύτης στάλθηκε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός τον Δεκέμβριο του 1940 στην πρώτη γραμμή και τον Φεβρουάριο της επόμενης χρονιάς μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων με σοβαρότατο κρούσμα κοιλιακού τύφου. Στη διάρκεια της Κατοχής και μετά την απελευθέρωση συνέχισε να γράφει ποιήματα και δοκίμια. Αλλά μετά το δεύτερο βιβλίο του, τον Ηλιο τον πρώτο (1943) δεν εξέδωσε βιβλίο ως το 1959. Ο,τι είχε ως τότε κατατεθεί πήρε συνθετική μορφή στο έργο που θα τον κατέτασσε σχεδόν αμέσως στη χορεία των μεγάλων ποιητών. Κυκλοφόρησε το Αξιον εστί, έργο περίπλοκης αρχιτεκτονικής, τριαδικό στη δομή του, όπου συνυπάρχουν και συνομιλούν τρεις περίοδοι του ελληνισμού: ο αρχαίος κόσμος, το Βυζάντιο και η σύγχρονη Ελλάδα.

Η μεγαλειώδης σύνθεση με έναν λόγο υπερυψωμένο προέβαλλε οραματικά μια Ελλάδα η οποία έβγαινε από το σκοτάδι της Ιστορίας στο φως του παρόντος όπου, κατά τον ίδιο, η κορυφογραμμή των ελληνικών βουνών έμοιαζε με το σχήμα του Παρθενώνα και τα βουνά, οι εκκλησίες και οι αρχαίοι ναοί ήταν «σχήματα του ουρανού».

Το Αξιον εστί ενέπνευσε στον Μίκη Θεοδωράκη το πιο σπουδαίο μουσικό του έργο. Θα έλεγε κανείς πως ο συνθέτης στην πιο ευτυχισμένη του στιγμή κατάφερε να απελευθερώσει τη μουσική που περιείχε το έργο του Ελύτη και ταυτοχρόνως να δημιουργήσει το δικό του.

Απείχε της «δημόσιας ζωής»
Στα χρόνια που ακολούθησαν ο ποιητής συνέχισε να γράφει αλλά και να απέχει από αυτό που αποκαλούμε δημόσια ζωή. Πέραν των πολύ στενών του φίλων έβλεπε ελάχιστους. Το 1969, δύο χρόνια μετά την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, έφυγε για το Παρίσι γιατί, όπως είπε αργότερα, στην Ελλάδα δεν μπορούσε πια να γράψει. Εκεί ξαναβρήκε το νήμα που είχε κοπεί.

Επιστρέφοντας το 1971 άρχισε να εκδίδει ένα βιβλίο σχεδόν κάθε δύο χρόνια. Η φήμη του είχε περάσει από καιρό τα ελληνικά σύνορα και η απονομή του Νομπέλ το 1978 απλώς το επιβεβαίωνε. Αλλά ενώ άλλοι ποιητές μετά το Νομπέλ δεν έγραψαν σημαντικά έργα, δύο από τα πιο σπουδαία βιβλία του Ελύτη ανήκουν σε αυτή την όψιμη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας: το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου(1984) και τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991).

Ποιητής που στα ογδόντα του χρόνια να έχει γράψει μείζονα έργα δεν υπάρχει στα παγκόσμια Γράμματα- με εξαίρεση τον Γκαίτε. Ο «ευτυχισμένος» Ελύτης, όπως τον είχαν κατηγορήσει οι αντίπαλοί του, τους έδειχνε τώρα τη Σελήνη, που την παρουσίαζε ως την αθέατη πλευρά του ήλιου. Αν ζούσε σήμερα θα γινόταν εκατό ετών αλλά θα παρέμενε νέος αποδεικνύοντας ότι η ποίηση είναι τέχνη της νεότητας ακόμη και στο βαθύτερο γήρας.

Πόσοι φίλοι χωρούν στη ζωή μας;

(Η Καθημερινή)

Από τότε που άρχισαν να λειτουργούν τα ταχυδρομεία, τίποτα δεν έχει επηρεάσει τόσο ανατρεπτικά τον τρόπο που σχετιζόμαστε μεταξύ μας όσο το Facebook. Η επανάσταση αυτή όμως δεν έχει ακριβώς τον χαρακτήρα που ισχυρίζονται ορισμένοι.

Τα σάιτ αυτά μπορεί να μας έχουν επιτρέψει να συσσωρεύσουμε εκατοντάδες «φίλους», αλλά δεν έχουν ακόμα επινοήσει έναν τρόπο να ξεπεράσουν τα εμπόδια που θέτει η ίδια η φύση των σχέσεων. Ο κύκλος των πραγματικών φίλων μας παραμένει πεισματικά μικρός, περιορισμένος όχι μόνο από την τεχνολογία αλλά από την ανθρώπινη φύση. Εκείνο που καταφέρνει το Facebook, ωστόσο, είναι να μας προσφέρει έναν τρόπο να διατηρήσουμε αυτόν τον κύκλο μέσα σ’ έναν κατακερματισμένο, δυναμικό κόσμο.

Η κοινωνική δικτύωση και άλλα ψηφιακά μέσα έχουν υποσχεθεί να μας ανοίξουν υπέροχες νέες προοπτικές, όλες με πρόσβαση από την άνεση του σπιτιού μας. Θα ξεπερνούσαν τους περιορισμούς της «πρόσωπο με πρόσωπο» επικοινωνίας που μας κλείνουν στους μικρούς ατομικούς μας κόσμους – τους λίγους ανθρώπους που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή.

Η κρίσιμη συνιστώσα στην κοινωνική δικτύωση είναι η αφαίρεση του χρόνου ως εμποδίου. Στον πραγματικό κόσμο, σύμφωνα με έρευνα που έγινε από εμένα και άλλους, αφιερώνουμε κατά μέσο όρο 40% του κοινωνικού μας χρόνου κάθε εβδομάδα στους πέντε πιο σημαντικούς ανθρώπους που γνωρίζουμε, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μόλις το 3% του κοινωνικού μας κύκλου. Εφόσον ο χρόνος που επενδύεται σε μια σχέση προσδιορίζει την ποιότητά της, το να έχουμε πάνω από πέντε στενούς φίλους είναι δύσκολο, όταν επικοινωνούμε πρόσωπο με πρόσωπο.

Τα στιγμιαία μηνύματα και η κοινωνική δικτύωση υποτίθεται ότι λύνουν αυτό το πρόβλημα, επιτρέποντάς μας να μιλάμε με όσους ανθρώπους θέλουμε, και μάλιστα ταυτόχρονα. Σαν το φως του φάρου που αναβοσβήνει, τα μηνύματά μας εξακτινώνονται μέσα στη νύχτα προς κάθε πλοίο που τυχαίνει να περνάει μέσα στην εμβέλεια της διαδικτυακής σύνδεσης. Μπορούμε να εκπέμπουμε, κυριολεκτικά, προς όλο τον κόσμο.

Εκείνοι που ανέπτυξαν το Facebook παραμέλησαν ένα κρίσιμο συστατικό του περίπλοκου ζητήματος της δημιουργίας σχέσεων: το μυαλό μας. Ο νους μας δεν είναι σχεδιασμένος να μας επιτρέπει να έχουμε πάνω από έναν πολύ περιορισμένο αριθμό ανθρώπων στον κοινωνικό μας κύκλο. Η συναισθηματική και διανοητική επένδυση που απαιτούν οι στενές σχέσεις είναι σημαντική και το διαθέσιμο κεφάλαιό μας γι’ αυτήν είναι περιορισμένο.

Μέσα από την έρευνα διαπίστωσα πως οι περισσότεροι από μας μπορούμε να διατηρήσουμε μόνο περί τις 150 ουσιαστικές σχέσεις –διαδικτυακές ή όχι- αριθμός που βαφτίστηκε με το όνομά μου: Dunbar number. Ναι, μπορείς να «κάνεις φίλους» 500, 1.000 ή και 5.000 ανθρώπους μέσα από το Facebook, όλοι, όμως, πέρα από τους «βασικούς» 150, είναι απλώς θεατές της καθημερινής σου ζωής

Επιπλέον, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στους ηλεκτρονικούς κοινωνικούς κύκλους είναι, για τους περισσότερους από μας, οι ίδιοι που περιλαμβάνονται στους εκτός Διαδικτύου φίλους και γνωστούς μας. Στην πραγματικότητα, ο μέσος αριθμός φίλων στο Facebook είναι 120-130, λίγο λιγότεροι δηλαδή από τον «αριθμό Ντάνμπαρ», έτσι ώστε να αφήνουν χώρο για όσους, για λόγους ηλικίας ή άλλους, δεν έχουν αποκτήσει την ψηφιακή συνήθεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης δεν προσφέρουν σημαντικό έργο – τη βοήθεια να διατηρούμε επαφή με τους υπάρχοντες φίλους.

Μέχρι σχετικά πρόσφατα, οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο ζούσαν σε μικρές αγροτικές κοινότητες όπου οι «150 φίλοι» για τους οποίους μιλάμε τώρα, γνώριζαν όλοι ο ένας τον άλλο. Η κοινωνική και οικονομική κινητικότητα που αναπτύχθηκε τον τελευταίο αιώνα έφθειρε αυτή την αλληλοσύνδεση. Καθώς κινούμαστε στη χώρα μας και έξω από αυτήν, συλλέγουμε μικρούς πυρήνες φίλων που δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους.

Οι πρόγονοί μας ήξεραν τους ίδιους ανθρώπους σ’ όλη τους τη ζωή, ενώ εμείς μπορούμε να χάσουμε την επαφή και με τους πιο στενούς μας φίλους. Η συναισθηματική εγγύτητα φθίνει με γοργό ρυθμό όταν λείπει η προσωπική επικοινωνία. Το Facebook και άλλες ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης μας επιτρέπουν να διατηρήσουμε φιλίες που αλλιώς θα έσβηναν. Και κάνουν επίσης κάτι άλλο εξίσου σημαντικό: μας επιτρέπουν να ξαναπλέξουμε το δίκτυό μας έτσι ώστε, αντί να έχουμε μικρά σύνολα ασύνδετων φίλων, να κτίσουμε, έστω και ψηφιακά, τις παλιές κοινότητες όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους.

* Ο κ. Ρόμπιν Ντάνμπαρ είναι καθηγητής εξελικτικής ανθρωπολογίας και συγγραφέας του βιβλίου «Πόσους φίλους χρειάζεται ένας άνθρωπος;».

Πόσοι φίλοι χωρούν στη ζωή μας;

(Η Καθημερινή)

Από τότε που άρχισαν να λειτουργούν τα ταχυδρομεία, τίποτα δεν έχει επηρεάσει τόσο ανατρεπτικά τον τρόπο που σχετιζόμαστε μεταξύ μας όσο το Facebook. Η επανάσταση αυτή όμως δεν έχει ακριβώς τον χαρακτήρα που ισχυρίζονται ορισμένοι.

Τα σάιτ αυτά μπορεί να μας έχουν επιτρέψει να συσσωρεύσουμε εκατοντάδες «φίλους», αλλά δεν έχουν ακόμα επινοήσει έναν τρόπο να ξεπεράσουν τα εμπόδια που θέτει η ίδια η φύση των σχέσεων. Ο κύκλος των πραγματικών φίλων μας παραμένει πεισματικά μικρός, περιορισμένος όχι μόνο από την τεχνολογία αλλά από την ανθρώπινη φύση. Εκείνο που καταφέρνει το Facebook, ωστόσο, είναι να μας προσφέρει έναν τρόπο να διατηρήσουμε αυτόν τον κύκλο μέσα σ’ έναν κατακερματισμένο, δυναμικό κόσμο.

Η κοινωνική δικτύωση και άλλα ψηφιακά μέσα έχουν υποσχεθεί να μας ανοίξουν υπέροχες νέες προοπτικές, όλες με πρόσβαση από την άνεση του σπιτιού μας. Θα ξεπερνούσαν τους περιορισμούς της «πρόσωπο με πρόσωπο» επικοινωνίας που μας κλείνουν στους μικρούς ατομικούς μας κόσμους – τους λίγους ανθρώπους που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή.

Η κρίσιμη συνιστώσα στην κοινωνική δικτύωση είναι η αφαίρεση του χρόνου ως εμποδίου. Στον πραγματικό κόσμο, σύμφωνα με έρευνα που έγινε από εμένα και άλλους, αφιερώνουμε κατά μέσο όρο 40% του κοινωνικού μας χρόνου κάθε εβδομάδα στους πέντε πιο σημαντικούς ανθρώπους που γνωρίζουμε, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μόλις το 3% του κοινωνικού μας κύκλου. Εφόσον ο χρόνος που επενδύεται σε μια σχέση προσδιορίζει την ποιότητά της, το να έχουμε πάνω από πέντε στενούς φίλους είναι δύσκολο, όταν επικοινωνούμε πρόσωπο με πρόσωπο.

Τα στιγμιαία μηνύματα και η κοινωνική δικτύωση υποτίθεται ότι λύνουν αυτό το πρόβλημα, επιτρέποντάς μας να μιλάμε με όσους ανθρώπους θέλουμε, και μάλιστα ταυτόχρονα. Σαν το φως του φάρου που αναβοσβήνει, τα μηνύματά μας εξακτινώνονται μέσα στη νύχτα προς κάθε πλοίο που τυχαίνει να περνάει μέσα στην εμβέλεια της διαδικτυακής σύνδεσης. Μπορούμε να εκπέμπουμε, κυριολεκτικά, προς όλο τον κόσμο.

Εκείνοι που ανέπτυξαν το Facebook παραμέλησαν ένα κρίσιμο συστατικό του περίπλοκου ζητήματος της δημιουργίας σχέσεων: το μυαλό μας. Ο νους μας δεν είναι σχεδιασμένος να μας επιτρέπει να έχουμε πάνω από έναν πολύ περιορισμένο αριθμό ανθρώπων στον κοινωνικό μας κύκλο. Η συναισθηματική και διανοητική επένδυση που απαιτούν οι στενές σχέσεις είναι σημαντική και το διαθέσιμο κεφάλαιό μας γι’ αυτήν είναι περιορισμένο.

Μέσα από την έρευνα διαπίστωσα πως οι περισσότεροι από μας μπορούμε να διατηρήσουμε μόνο περί τις 150 ουσιαστικές σχέσεις –διαδικτυακές ή όχι- αριθμός που βαφτίστηκε με το όνομά μου: Dunbar number. Ναι, μπορείς να «κάνεις φίλους» 500, 1.000 ή και 5.000 ανθρώπους μέσα από το Facebook, όλοι, όμως, πέρα από τους «βασικούς» 150, είναι απλώς θεατές της καθημερινής σου ζωής

Επιπλέον, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στους ηλεκτρονικούς κοινωνικούς κύκλους είναι, για τους περισσότερους από μας, οι ίδιοι που περιλαμβάνονται στους εκτός Διαδικτύου φίλους και γνωστούς μας. Στην πραγματικότητα, ο μέσος αριθμός φίλων στο Facebook είναι 120-130, λίγο λιγότεροι δηλαδή από τον «αριθμό Ντάνμπαρ», έτσι ώστε να αφήνουν χώρο για όσους, για λόγους ηλικίας ή άλλους, δεν έχουν αποκτήσει την ψηφιακή συνήθεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης δεν προσφέρουν σημαντικό έργο – τη βοήθεια να διατηρούμε επαφή με τους υπάρχοντες φίλους.

Μέχρι σχετικά πρόσφατα, οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο ζούσαν σε μικρές αγροτικές κοινότητες όπου οι «150 φίλοι» για τους οποίους μιλάμε τώρα, γνώριζαν όλοι ο ένας τον άλλο. Η κοινωνική και οικονομική κινητικότητα που αναπτύχθηκε τον τελευταίο αιώνα έφθειρε αυτή την αλληλοσύνδεση. Καθώς κινούμαστε στη χώρα μας και έξω από αυτήν, συλλέγουμε μικρούς πυρήνες φίλων που δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους.

Οι πρόγονοί μας ήξεραν τους ίδιους ανθρώπους σ’ όλη τους τη ζωή, ενώ εμείς μπορούμε να χάσουμε την επαφή και με τους πιο στενούς μας φίλους. Η συναισθηματική εγγύτητα φθίνει με γοργό ρυθμό όταν λείπει η προσωπική επικοινωνία. Το Facebook και άλλες ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης μας επιτρέπουν να διατηρήσουμε φιλίες που αλλιώς θα έσβηναν. Και κάνουν επίσης κάτι άλλο εξίσου σημαντικό: μας επιτρέπουν να ξαναπλέξουμε το δίκτυό μας έτσι ώστε, αντί να έχουμε μικρά σύνολα ασύνδετων φίλων, να κτίσουμε, έστω και ψηφιακά, τις παλιές κοινότητες όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους.

* Ο κ. Ρόμπιν Ντάνμπαρ είναι καθηγητής εξελικτικής ανθρωπολογίας και συγγραφέας του βιβλίου «Πόσους φίλους χρειάζεται ένας άνθρωπος;».