6/2/11

Ποιητική απολογία υπέρ μιας στάσης ζωής

Μαρίας Tοπάλη (Καθημερινή)

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ

Επιστολές σε έναν νεαρό ποιητή

μετ. Αλέξανδρος Ισαρης

εκδ. Αρμός, 2010

Το λευκό βιβλιαράκι των εκδόσεων Ικαρος, λίγο μεγαλύτερο από παλάμη, δύσκολα θα έλειπε τις τελευταίες δεκαετίες από τη βιβλιοθήκη Ελληνα φιλαναγνώστη. Συχνά βρισκόταν διπλό σ’ ένα ζευγάρι ή σε μια οικογένεια, όποτε τύχαινε να ενωθούν δύο τέτοιες βιβλιοθήκες «εις σάρκα μίαν». Πρωτοεκδόθηκε το 1944 ως «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή». Μια ιστορία της πρόσληψής του θα είχε κάτι να προσφέρει στην κατανόηση του πώς διαβάσαμε τον Ρίλκε (1875-1926) αλλά και της αναγνωστικής και συγγραφικής «ιδεολογίας» στη μεταπολεμική Ελλάδα. Τώρα η –θρυλική πλέον– μετάφραση του Πλωρίτη (1919-2006) αποκτά άξιο διάδοχο. Οσο κι αν την αγαπήσαμε, όσο κι αν μας συντρόφευσε, είναι η γλώσσα ενός άλλου καιρού. Τα κλασικά έργα πρέπει ωστόσο να αναθεωρούνται, για να παραμένουν όσο γίνεται πιο ανοιχτά στο κοινό της κάθε εποχής.

Το ισχνό τομίδιο με τις ολιγοσέλιδες επιστολές που ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των εποχών, απηύθυνε μεταξύ 1903 και 1908 προς τον επίδοξο ποιητή, τον νεαρό Φραντς Κάπους, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1929. Είναι ένα βιβλίο πάθους για την ποίηση, κυρίως όμως είναι η συμπυκνωμένη απολογία υπέρ μιας στάσης ζωής. Εδώ, περισσότερο από αλλού, ο Ρίλκε μεταφράζει και αναπτύσσει με τον δικό του τρόπο τις διαφορετικές καταβολές του. Ο ποιητής δεν είναι πλέον κανενός είδους «νομοθέτης» αλλά ούτε και τραγικός, ρομαντικός ήρωας. Ο ώριμος ήδη Ρίλκε, ένας πολύ ευαίσθητος στο Zeitgeist δημιουργός, δεν παραμένει προσκολλημένος σε παλαιές κατασκευές. Θαυμάζει τους κλασικούς όπως θαυμάζει τους ήρωες και τις πυραμίδες της Αιγύπτου. Δεν παύει όμως να είναι ένας ανήσυχος γερμανόφωνος Σλάβος της μεσαίας τάξης, που δεν έλαβε ποτέ συστηματική ανώτατη παιδεία, ενώ βασανιζόταν σε όλη του τη ζωή από την έλλειψη χρημάτων.

Αντισυμβατικός

Προσεκτικά, λεπτά, συγκεκαλυμμένα, ο Ρίλκε υπήρξε αντισυμβατικός εισβολέας στα καθωσπρέπει γερμανικά γράμματα. Η έντονη σεξουαλικότητά του, την οποία επένδυσε ποιητικά, και ο μύθος που με αρκετή δόση ταπεινότητας και ιδιορρυθμίας έπλασε γύρω από το άτομό του έφτιαξαν, μαζί με την ταγμένη στον έναν και μοναδικό σκοπό προσωπικότητά του, έναν μοναχικό αριστοκράτη των γραμμάτων στην Ευρώπη του εικοστού αιώνα. Οι «Επιστολές σε έναν νεαρό ποιητή» είναι κάτι σαν «Ζεν και ποίηση»: μια ολιστική προσέγγιση της ποιητικής εργασίας που λογοδοτεί μονάχα στον ίδιο της τον εαυτό και στις θεμελιώδεις αρχές της ύπαρξης, στη φύση, στον έρωτα, στον θάνατο. «Γιατί και η πνευματική δημιουργία προέρχεται από τη σωματική, η φύση αυτών των δύο είναι όμοια, απλώς το πνευματικό δημιούργημα είναι μια πιο αθόρυβη, πιο εκστατική και αιώνια επανάληψη της σαρκικής ηδονής», υποστηρίζει ο Ρίλκε (σελ. 46). Και παρακάτω: «Στη σκέψη ενός δημιουργού αναβιώνουν χιλιάδες λησμονημένες ερωτικές νύχτες γεμίζοντάς την με μεγαλείο και κορυφαίες στιγμές».

Φυσικά η αναγωγή αυτή της τέχνης στις πηγές της ύπαρξης απελευθερώνει τον δημιουργό από κάθε είδους συμβάσεις και φραγμούς. Ο Ρίλκε, στην ανάγκη του να χειραφετηθεί αλλά και να υποστηρίξει, πιθανότατα, τη δική του ανορθόδοξη συγκρότηση, προτείνει, αντιδραστικά, στον νέο ποιητή: «Διαβάζετε όσο γίνεται λιγότερα κριτικά και αισθητικά δοκίμια. Συνήθως πρόκειται για απολιθωμένες απόψεις που φαντάζουν ανούσιες μέσα στην άψυχη σκληρότητά τους ή για φραστικά παιχνίδια, όπου σήμερα επικρατεί μία άποψη και αύριο η ακριβώς αντίθετή της». Η γερμανόφωνη κριτική ανταπέδωσε, θα πρέπει να πούμε, τις «φιλοφρονήσεις» με το παραπάνω, φτάνοντας μέχρι και τη μικρόψυχη νεκρολογία του (κάτι που ένας Μπένγιαμιν ήταν, βεβαίως, σε θέση να επισημάνει και να επικρίνει). Εκτοτε, μετά τον θάνατό του, δηλαδή, ο Ρίλκε ανασταίνεται διαρκώς και μεγαλοπρεπώς, επί έναν σχεδόν αιώνα.

Η έκδοση

Ο Αλέξανδρος Ισαρης μεταφράζει –και εδώ– με ορθή, θερμή, παλλόμενη γλώσσα που δεν προδίδει τον Ρίλκε μολονότι, σε λίγα σημεία, μας κάνει να αναρωτιόμαστε για την αναγκαιότητα κάποιων πολύ ελεύθερων αποδόσεων. Ο εμπλουτισμός της έκδοσης με φωτογραφίες και άλλα έργα τέχνης (απεικονίσεις του ίδιου του ποιητή ή συναφή με τη ζωή και το έργο του δημιουργήματα) την καθιστούν πολύτιμη για κάθε «συλλέκτη Ρίλκε» – και υπάρχουν κάμποσοι τέτοιοι στη χώρα μας. Μια από τις επόμενες εκδόσεις που αναμφίβολα θα πραγματοποιήσει το βιβλίο θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή να διορθωθούν τυπογραφικές αβλεψίες, που σε ένα έργο τόσο μικρής έκτασης και μεγάλης σπουδαιότητας δεν δικαιολογούνται.

Εφτούνα που ζεις είναι η ζωή σου

Ν.Γ. Ξυδάκη (Καθημερινή)

Ενα, δύο, τρία. Η Tahrir του Καΐρου ως πλατεία Ελευθερίας, η Αθήνα ως Αγιος Παντελεήμονας, η Ζαννιά ως αφήγημα βίου.

Ενα. Η χρονιά άρχισε με αγώνες ελευθερίας εκεί που δεν τους περίμεναν οι πολλοί: από τις χώρες του Μαγκρέμπ και της Μέσης Ανατολής. Ο αυτοεμπρησμός ενός απεγνωσμένου φτωχού οικογενειάρχη στην Τυνησία ήταν η σπίθα που πυρπόλησε τα διψασμένα στάχυα, κλείνοντας έναν ιστορικό κύκλο: τα απομεινάρια του αραβικού εθνικισμού είχαν από καιρό ενταφιαστεί σε καθεστώτα αυταρχισμού και οικογενειοκρατίας, οι ανισότητες αυξάνονταν, η φτώχεια απλωνόταν, τα κοσμικά κράτη ενός ορισμένου αραβικού σοσιαλισμού είχαν γίνει συνώνυμα με τη διαφθορά και την τυραννία. Τυνησία, Αίγυπτος, Υεμένη, Ιορδανία· απομένουν Μαρόκο, Αλγερία, Συρία…

Οι νέοι και μορφωμένοι ξεσηκώνονται εναντίον καθεστώτων που δεν τους υπόσχονται κανένα μέλλον, πλην της μετανάστευσης, της δουλοπρέπειας, της εξαθλίωσης ή της υποταγής στη σαρία του ακραίου ισλαμισμού. Τα μεσαία στρώματα που ξεπρόβαλαν μετά τους αντιαποικιοκρατικούς αγώνες και την άνοδο των εθνικών κρατών, που έβγαλαν τα τσαντόρ και πήγαν στα πανεπιστήμια, διαψεύστηκαν, εξαθλιώθηκαν, και τώρα ζητούν πίσω τις χώρες τους, τις ζωές τους, την αξιοπρέπειά τους. Η αγωνία των Αράβων της Μεσογείου να υπάρξουν με ελευθερία και αξιοπρέπεια έχει αναλογίες με την αγωνία της μεσαίας τάξης στα PIGS της Ευρωζώνης: εκεί, η μεσαία τάξη αγωνιά να αναδυθεί, εδώ, η μεσαία τάξη αγωνιά να μην αφανιστεί.

Δύο. Ο Μανώλης γεννήθηκε πριν από 29 χρόνια στην πλατεία Παπαδιαμάντη, μεγάλωσε στα Πατήσια, τέλειωσε τα σχολεία της γειτονιάς του, τώρα ζει στον Αγιο Παντελεήμονα. Είναι μουσικός, τραγουδάει και παίζει χιπ-χοπ, drum’n’bass, reggae, μόνος τους και με μπάντες άλλων. Οι γονείς του ήρθαν στην Ελλάδα από τη Νιγηρία πριν από 35 χρόνια· ο ίδιος μιλάει ελάχιστα νιγηριανά, δεν έχει επισκεφθεί ποτέ τη Νιγηρία, αλλά έχει νιγηριανό διαβατήριο και ζει στη χώρα του, τη χώρα μας, με άδεια μακράς παραμονής: μακρότατης πράγματι, 29 χρόνια μάκρος… Ο Μανώλης ήταν τυχερός, μεγάλωσε τα χρόνια που το μεταναστευτικό δεν ήταν πρόβλημα και ο Αγιος Παντελεήμονας δεν ήταν πολύμορφο γκέτο. Χαμογελάει ο Μανώλης: «Είμαι Αφρικανός Αθηναίος… Και μου αρέσει η θλιμμένη μουσική που συγκινεί τους Ελληνες, τα ηπειρώτικα, τα θρακιώτικα, ο νταλκάς…». Σαν τον Μανώλη υπάρχουν μερικές χιλιάδες άνθρωποι, της παιδείας της ελληνικής και του ελληνικού νταλκά κοινωνοί, που δεν ζήτησαν άσυλο πολιτικό ή οικονομικό, που βλάστησαν σε αυτόν τον τόπο, φυσικά, αβίαστα, που πλουτίζουν δημογραφικά και πολιτισμικά τον λαό· κι όμως, αυτοί μένουν εκτός πολιτικού βίου, χωρίς νομιμοποίηση, ανένταχτοι, μετέωροι, «λαθραίοι».

Τρία. Ρούφηξα ένα βιβλίο, μια μαρτυρία. Η Ζαννιά Κότσικα, γεννημένη το 1912 στην ορεινή Αρκαδία, συναντιέται με την ερευνήτρια ιστορικό Μαρία Σαμπατακάκη το 1998 και αφηγείται τη ζωή της στο μαγνητόφωνο, έξι μήνες πριν πεθάνει (εκδ. Τόπος). Η Ζαννιά δεν πήγε σχολείο, αλλά το κείμενό της, λαξευμένο σε πέτρα, διδάσκει ύφος με το βάρος και την πυκνότητά του, με τη σοφία του. Συνεχίζει, με τον τρόπο του, την παράδοση των μεγάλων γυμνών κειμένων, την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα, το «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» του Θ. Βαλτινού. Και είναι ένα κείμενο παρηγορητικό και ενθαρρυντικό σε αυτή την ιστορική συγκυρία, καθώς περιγράφει τη ζωή σαν περιπέτεια, σαν διαρκή δοκιμασία και σαν διαρκή ελπίδα. Είναι η ζωή των παππούδων και των γονιών μας, που πέρασαν από προσφυγιές, πολέμους, κατοχή, εμφύλιο, λιμούς, πενία, μίσος, και στάθηκαν όρθιοι. Και φιλόσοφοι:

«Εβρήκε ο άντρας μου πέρα, στην Ιερά Οδό. Εφτιασε τα συμβόλαια κι αγόρασε ένα οικοπεδάκι. Είχε δυο δωμάτια, ένα κουζινάκι. Τα σουλουπώσαμε. Εκάτσαμε μέσα. Δίχως πόρτες, δίχως παράθυρα. Ηρθε κι η μάνα μου μαζί. Να με βοηθήσει. […] Καθότανε κι η μάνα μου παρέκει. Στο ντιβανάκι της. Είχε και το μύλο της. Γκρούγκου, γκρούγκου. Αλεθε. Εκαμε τον καφέ της. Δεν εμιλάγαμε. Τα μάτια μου ήσαν θολά. Μ’ ήβλεπε που ήμουνα πια να σκάσω. “Ολα για τους ανθρώπους είναι, θυγατέρα. Και τα ψηλά και τα χαμηλά. Θα σιάξουν τα πράματα”. “Πότε μάνα; Πότε; Θαρρείς ίσαμε τώρα έχω καλά περάσει στη ζωή μου εγώ;” “Αλλο δεν έχει, θυγατέρα. Εφτούνα που ζεις είναι η ζωή σου. Αμέ τι νόμισες;” “Εμόχθησα, εδούλεψα, εκουράστηκα. Πάλι στον γκρεμό θα κρέμομαι; Κουράστηκα”. “Τράβα να ξαπλώσεις λιγάκι, θα τις εσυγυρίσω ‘γω τις μπάμιες, έχει για όλους ο Θεός”».

Ρόμπερτ Φισκ: «Οι Αιγύπτιοι είναι πολιτικά νήπια που ξύπνησαν»

Συνέντευξη: Τάνια Μποζανίνου (Το Βήμα)

Ο κορυφαίος πολεμικός ανταποκριτής μιλάει αποκλειστικά στο «Βήμα» από το επίκεντρο των διαδηλώσεων στο Κάιρο Το να προσπαθήσει μια ελληνική εφημερίδα να μιλήσει με τον Ρόμπερτ Φισκ την ώρα που εξελίσσονται ιστορικά γεγονότα, και μάλιστα μια πολυήμερη και αιματηρή λαϊκή εξέγερση, δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Ο ανταποκριτής της βρετανικής εφημερίδας «Τhe Ιndependent» στη Μέση Ανατολή βρίσκεται στην Αίγυπτο από την αρχή των ταραχών. Οταν η δράση μεταφέρθηκε στην κεντρική πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου, ο Φισκ, ο πιο βραβευμένος πολεμικός ανταποκριτής στον κόσμο, «κατασκήνωσε» για τα καλά εκεί.

Πώς είναι η κατάσταση στο Κάιρο, είναι εκτός ελέγχου; τον ρωτάμε. «Οχι, δεν είναι εκτός ελέγχου,γιατί τουλάχιστονη μία πλευρά είναι πολύ καλά οργανωμένη»μας απαντάει. Εξηγεί ότι αναφέρεται στην πλευρά των οπαδών του προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ που πέρασαν σε μια «πολύ καλά σχεδιασμένηαντεπίθεση». Κατέβηκαν στην πλατεία Ταχρίρ αποφασισμένοι να συγκρουστούν με τους διαδηλωτές, φέρνοντας μαζί τους τις πέτρες που θα πετούσαν εναντίον τους και οι οποίες έπεσαν βροχή. «Ηταν μια τελευταία επίδειξηδύναμης από τον μηχανισμό ασφαλείας του Μουμπάρακ» λέει, τονίζοντας ότι η «μάχη» αυτή αποτέλεσε «ό,τι πιο κοντά σε εμφύλιο πόλεμο έχει γνωρίσει η Αίγυπτος». Ο Φισκ είναι κατηγορηματικός: τον πόλεμο αυτόν τον ξεκίνησαν οι «μουμπαρικοί».

Νωρίτερα, πηγαίνοντας προς το κέντρο του Καΐρου, ο βρετανός ρεπόρτερ και αναλυτής συνάντησε οπαδούς του προέδρου να κατευθύνονται κατά χιλιάδες από τα προάστια προς την πλατεία Ταχρίρ. «“Εχουμε κάθε δικαίωμα να πάμε κι εμείς εκεί”μου είπαν».

Τον ρωτάμε τι είναι εκείνο που του προξένησε τη μεγαλύτερη εντύπωση στο Κάιρο αυτές τις ημέρες. «Καλύπτω τη Μέση Ανατολή επί 36 χρόνια και επισκέπτομαιτην Αίγυπτο από την εποχή του Σαντάτ...όχι του Νάσερ» απαντάει ο Φισκ, ο οποίος ζει στη Βηρυτό από το 1976, και βέβαια μιλάει άπταιστα αραβικά. «Το καθεστώς της Αιγύπτου διατηρείτον λαό σε μια κατάσταση πολιτικάπαιδαριώδη». Εξηγεί ότι μόνο «παιδαριώδη» μπορεί να περιγράψει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας λαός χωρίς πολιτικά αλλά σχεδόν ούτε και ανθρώπινα δικαιώματα, και ότι το καθεστώς κάνει το παν «για να μην τον αφήσεινα ωριμάσει».

«Η νέα γενιά των Αιγυπτίων», συνεχίζει, «όχι όλοι, οι τελευταίες δύο γενιές,είναιμορφωμένη,έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο- αν και μετά δεν βρίσκειδουλειά. Ωστόσο αυτό που βιώνεισήμερα η Αίγυπτος είναι η στιγμή που ο λαός ξυπνά από αυτή τη νηπιακήαδράνεια και λέει “αρκετά”.Οι Αιγύπτιοιείναι πολιτικά νήπια που ξύπνησαν».

Ο Φισκ επικρίνει έντονα τη Δύση για την υποστήριξη που προσέφερε στο καθεστώς του «προέδρου»- τα εισαγωγικά είναι δικά του, και τα τόνισε στην τη λεφωνική μας επικοινωνία- Μουμπάρακ, αλλά και για το ότι καθυστέρησε να υποστηρίξει τους διαδηλωτές, οι οποίοι «ζητούν δημοκρατία,ακριβώςό,τι προτρέπει η Ουάσιγκτον για την περιοχή».

«ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ ΤΡΙΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Ο MΟΥΜΠΑΡΑΚ»
Η Αίγυπτος δεν θα ξανακυλήσει σε τόσο σκληρό καθεστώς, αλλά η Δύση δεν θα εγκαταλείψει τον έλεγχο της χώρας, εκτιμά ο Φισκ.

- Είναι δυνατή μια πραγματική αλλαγή στην Αίγυπτο;Μπορεί η χώρα να γίνει κοινοβουλευτική δημοκρατία;

«Αυτός ο δικτάτορας τρίτης κατηγορίας, ο Μουμπάρακ, είχε την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Ευρώπης επειδή ήταν φίλος του Ισραήλ. Ο ίδιος θα επιθυμούσε για διάδοχό του τον αντιπρόεδρο Ομάρ Σουλεϊμάν, επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών και διαπραγματευτή με το Ισραήλ- τον οποίο κανένας από τους διαδηλωτές δεν θέλει. Δεν πιστεύω ότι ύστερα από αυτή την εξέγερση οι Αιγύπτιοι θα καταλήξουν πάλι με μια δικτατορία τόσο σκληρή και τόσο απροκάλυπτη όπως αυτή του Μουμπάρακ. Η Δύση θα κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρήσει υπό έλεγχο την Αίγυπτο, την πιο στενή σύμμαχο του Ισραήλ από όλες τις αραβικές χώρες».

Δεν ψήφισε ποτέ
Ο Ρόμπερτ Φισκ είναι ο δυτικός δημοσιογράφος που έχει πάρει τις περισσότερες συνεντεύξεις από τον Οσάμα μπιν Λάντεν - το 1993, το 1996 και το 1997. Εχει ψηφιστεί διεθνής δημοσιογράφος της χρονιάς επτά φορές. Γεννήθηκε πριν από 64 χρόνια στην Αγγλία, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και έλαβε διδακτορικό από το Τρίνιτι στο Δουβλίνο. Ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του καριέρα στη «Sunday Εxpress», πέρασε στους «Τimes» του Λονδίνου και από το 1989 γράφει στον «Ιndependent».

Τα τελευταία 35 χρόνια ζει στη Βηρυτό, παντρεμένος με αμερικανίδα δημοσιογράφο. Εχει καλύψει τις συγκρούσεις στη Βόρεια Ιρλανδία, την Πορτογαλική Επανάσταση, τον εμφύλιο του Λιβάνου, την Ιρανική Επανάσταση, τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, τον πόλεμο Ιράν- Ιράκ, τους πολέμους στη Βοσνία και στο Κοσσυφοπέδιο, τον Πόλεμο του Κόλπου και την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ. Εχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πόλεμοι οφείλονται «σε γραμμές που σχεδιάστηκανσε χάρτες».

Ο Φισκ δεν είναι φίλος του Ιnternet. Σε παλαιότερη συνομιλία του μαζί μας είχε εξηγήσει ότι θεωρεί πολύ πιο εποικοδομητικό να διαβάζει βιβλία Ιστορίας παρά να αναζητεί πληροφορίες στο Διαδίκτυο. Δεν έχει ψηφίσει ποτέ.

Απείθαρχος, μαρξιστής, εβραίος, πολίτης των Ηνωμένων Πολιτειών

Ι.Ν. Μπασκόζου (Το Βήμα)

Ο Χάουαρντ Ζιν ως μέλος πληρώματος βομβαρδιστικού κατά τον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο βομβάρδιζε ευρωπαϊκά χωριά πιστεύοντας ότι συμμετέχει στο πλευρό του «καλού» ενάντια στον φασισμό. Οταν λίγα χρόνια μετά είδε τη χώρα του να βομβαρδίζει με ναπάλμ την Κορέα και αργότερα το Βιετνάμ κατάλαβε ότι ο πόλεμος ποτέ δεν είναι «καλός». Εγινε καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας, ακτιβιστής, υπερασπιστής των δικαιωμάτων του αμερικανικού λαού και παγκόσμια γνωστός για το περίφημο σύγγραμμά του «Η Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών».

Ο πατέρας του Χάουαρντ Ζιν, Εντι, ήρθε μετανάστης στις ΗΠΑ πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και δούλευε σε εργοστάσιο. Αργότερα για χρόνια έκανε τον σερβιτόρο. Η μητέρα του, Τζένι, μια ρωσίδα καλλονή, είχε μεγαλώσει στο Ιρκούτσκ της Σιβηρίας. Δούλευε όλη μέρα και όλη νύχτα, ήταν αυ τή που φρόντιζε τα παιδιά, τη λάτρα και τα οικονομικά της οικογένειας. Κανείς από τους γονείς του μικρού Χάουαρντ δεν ήξερε γράμματα. Ζούσαν δύσκολα, άλλαζαν συνεχώς σπίτια, λίγο προτού τους κάνουν έξωση, αλλά τελικά, παρ΄ ότι ήταν μια οικογένεια με τέσσερα παιδιά, κατάφεραν να επιζήσουν. Ο μικρός Χάουαρντ ανακαλύπτει τον κόσμο των βιβλίων. Τα βιβλία που τον συγκλονίζουν είναι του Τσαρλς Ντίκενς, που αγόρασε με κουπόνια της «Νew Υork Ρost». «Δεν συνειδητοποιούσα ότι η ιστορία του Ολιβερ Τουίστ με συγκινούσε τόσο επειδή η ζωή του άγγιζε χορδές της δικής μου ζωής» γράφει ο Χ. Ζιν στην αυτοβιογραφία του.

Μαθητής ο Χάουαρντ Ζιν θα πάει για πρώτη φορά σε διαδήλωση στην Τάιμς Σκουέρ και θα φάει ξύλο. Από φιλελεύθερος γίνεται ριζοσπάστης. Στα δεκαοχτώ του πιάνει δουλειά σε ναυπηγείο για να συνεισφέρει στην οικογένειά του. Οργανώνει το πρώτο του συνδικάτο. Κατατάσσεται στην αεροπορία και παίρνει μέρος στον πόλεμο ως μέλος πληρώματος βομβαρδιστικού αεροπλάνου. Θα σοκαριστεί όταν θα τον διατάξουν να βομβαρδίσει τη Ρουαγέν, ένα άσημο γαλλικό χωριό, για να σκοτώσει Γερμανούς και αμάχους μαζί. «Ημασταν τρελοί;» θα αναρωτηθεί χρόνια μετά. Διαβάζει Μαρξ αλλά αμφισβητεί τη σοβιετική γραφειοκρατία και παραμένει «ανεξίθρησκος» κομμουνιστής. Σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης χάρη σε έναν ευνοϊκό νόμο της κυβέρνησης και ταυτόχρονα δουλεύει για να θρέψει τη δική του οικογένεια.

Στο μαύρο κολέγιο

Το 1956 πιάνει δουλειά στο «μαύρο» κολέγιο Σπέλμαν στην Ατλάντα της Τζόρτζια, στην καρδιά του ρατσιστικού Νότου. Οι παραδόσεις του αλλά κυρίως η στάση του θα γράψουν ιστορία. Θα μάθει στους φοιτητές του να διεκδικούν τα δικαιώματά τους αλλά και θα σταθεί δίπλα τους σε κάθε δίωξη. Οι φοιτήτριες του Σπέλμαν θα οργανώσουν καθιστικές διαμαρτυρίες, θα μπαίνουν σε καφέ των λευκών και θα απαιτούν να σερβιριστούν, θα πηγαίνουν στο θέατρο και θα κάθονται στην πλατεία δίπλα στους λευκούς και όχι στο μικρό θεωρείο των εγχρώμων. Ο Ζιν τους δίδασκε ότι «αυτό που έμοιαζε σταθερό μπορούσε να αλλάξει, αυτό που έμοιαζε αμετακίνητο μπορούσε να μετακινηθεί». Η στάση του Χ. Ζιν θα ενοχλήσει τη λευκή άρχουσα τάξη του Νότου. Θα απολυθεί από το Σπέλμαν. Εμπλέκεται ενεργά με την SΝCC (Φοιτητική Συντονιστική Επιτροπή Μη Βίας). Περιοδεύει στις νότιες Πολιτείες συμμετέχοντας στην καμπάνια εγγραφής των μαύρων στους εκλογικούς καταλόγους όπου γνωρίζει την παράλογη βία. Δεν πτοείται, αρθρογραφεί, οργανώνει, συμμετέχει σε διαμαρτυρίες. Η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ τον βρίσκει αντίθετο. Η πρώτη αντιπολεμική ομιλία του, μαζί με τον διάσημο γερμανό φιλόσοφο Χέρμπερτ Μαρκούζε, θα γίνει μπροστά σε ένα απελπιστικά μικρό ακροατήριο. Λίγο αργότερα τα συλλαλητήρια θα γίνουν μαζικά και ο Ζιν θα μιλήσει μπροστά σε χιλιάδες κόσμο. Θα αισθανθεί μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων. «Το να ακούς Μπομπ Ντίλαν, Τζόαν Μπαέζ, Κάντρι Τζο, Μπιτλς και Ερθα Κιτ σε έκανε να αισθάνεσαι ότι οι καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο πάλευαν για τους ίδιους σκοπούς με σένα» θα γράψει περήφανος για τη γενιά του.

Ο φίλος του ποιητής Νταν Μπέριγκαν συγκλονισμένος από την αυτοπυρπόληση ενός νέου που διαμαρτυρόταν εναντίον του πολέμου θα μπει με άλλους σε ένα στρατολογικό γραφείο και θα κάψει τα στρατολογικά χαρτιά λέγοντας: «Συγγνώμη, καλοί μου φίλοι, για τη διατάραξη της τάξεως, συγγνώμη που κάψαμε χαρτιά αντί να κάψουμε παιδιά». Ο Ζιν θα ηγηθεί του κινήματος υπέρ του φίλου του Μπέριγκαν μέσα από το βιβλίο του «Ανυπακοή και δημοκρατία» υπερασπιζόμενος την πολιτική ανυπακοή ως συνέχιση της διαμαρτυρίας. Ο Ζιν θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί αρκετές φορές υπερασπιζόμενος τον αντιπολεμικό αγώνα. Θα συνδεθεί με φιλία με τον Νόαμ Τσόμσκι και θα δουλέψουν μαζί στον αντιμιλιταριστικό αγώνα. Δεν θα μετανιώσει ποτέ για τον δρόμο που τράβηξε. Θα γράψει στο τέλος της αυτοβιογραφίας του: «Η ιστορία του ανθρώπου δεν είναι μόνον μια ιστορία σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, θυσίας, θάρρους και ευγένειας».

3/2/11

Ο τελευταίος φαραώ βασίλεψε τριάντα χρόνια

Επιμέλεια: Περικλής ∆ημητρολόπουλος (Τα Νέα)

Ο πιλότος-ήρωας στον Πόλεµο του Γιοµ Κιπούρ µε τους ελιγµούς του κατάφερε να είναι αρεστός στους Αραβες, το Ισραήλ και τη ∆ύση
«∆εν χρειάζεστε εργατικά χέρια στη χώρα σας; Θα µπορούσα να σας στείλω δέκα εκατοµµύρια Αιγυπτίους». Η ελαφρότητα µε την οποία ο Χόσνι Μουµπάρακ είχε απαντήσει πριν από τρία χρόνια σε ερώτηση της ανταποκρίτριας της ισπανικής εφηµερίδας «Ελ Παΐς» για την ανεργία στην Αίγυπτο δεν ήτανδείγµα του κακού χιούµορ του αιγύπτιου προέδρου αλλάκαι του γεγονότος ότι είχεχάσει κάθε επαφή µε τη δύσκολη πραγµατικότητα που βίωνε η χώρα του. Σήµερα, καθώς συµπληρώνει τα 82 του χρόνια και τρεις δεκαετίες στην εξουσία, το πρώτο πράγµα που τραβάει το βλέµµα επάνω του είναι το κατάµαυρο χρώµα των βαµµένων µαλ λιών του. Θα ήταν άδικο ωστόσο να περιγραφεί η πολιτεία του µόνο µε µελανά χρώµατα. Ο Χόσνι Μουµπάρακ έχει γλιτώσει απότουλάχιστον έξιαπόπειρες δολοφονίας, πρωταγωνιστές τωνοποίων σε κάποιες από αυτές ήταν ακραίοι ισλαµιστές που δεν συγχωρούσαν στον «προδότη» τη διατήρηση της συµφωνίας ειρήνης που είχε υπογράψει ο Σαντάτ µε το Ισραήλ. Ο Μουµπάρακ επέµενε, παρά το γεγονός ότι η κοινή γνώµη στη χώρα του δεν χώνεψε ποτέ την ειρήνη µε το Τελ Αβίβ, καιο Αραβικός Σύνδεσµος του έκοψε την καληµέρα. Ξανακέρδισε τουςΑραβες παρά µόνοόταν υποδέχθηκε στο Κάιρο τον Γιάσερ Αραφάτµετά την αναγκαστική φυγή του παλαιστίνιου ηγέτη απότον Λίβανο και ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν προς την Τυνησία. Σαν ένας πιλότος που χειρίζεται µε άνεση το πηδάλιο σε ένα σόου αεροπορικώνεπιδείξεων, ο Χόσνι Μουµπάρακ κατάφερε να κατευνάσει τους Αραβες και παράλληλα να εµφανίζεται στα µάτια της ∆ύσης σαν ένας από τους λίγους αξιόπιστουςσυνοµιλητές από τη Μέση Ανατολή. Ενίσχυσε το διεθνές προφίλ του ως µέλος της Σοσιαλιστικής ∆ιεθνούς αλλά και του Κινήµατος του Αδεσµεύτων όπου τον Ιούνιο του 2009 διαδέχθηκε στην προεδρία τον Ραούλ Κάστρο.
Η ΑΝΟ∆ΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ
«Το πρόβληµαείναι ότιοι Αιγύπτιοι είναι συνηθισµένοι από πολύ παλιά στους φαραώ», σηµείωνε ένας αναλυτής θέλοντας να περιγράψει την ψυχολογία του αιγυπτιακού λαού.Το πρόβληµαγια τον ΧόσνιΜουµπάρακ είναι ότι θα γίνει ο πρώτος φαραώ που καθαιρείται µεεξέγερση. Γεννηµένος στο ∆έλτα του Νείλου το 1928 από µικροµεσαία αγροτική οικογένεια, ο Χόσνι Μουµπάρακ έφτασε στην πολιτική όπως όλοι οι προκάτοχοί του: µέσω τουΣτρατού. Πιλότος στην Πολεµική Αεροπορία, εκπαιδεύτηκε στην πρώην Σοβιετική Ενωση για να δίνει τιςµάχες του στους αιθέρες. Η αυταπάρνησή του στον Πόλεµο του Γιοµ Κιπούρ, το 1973, του έδωσε στην Αίγυπτο το στάτους του ήρωα και του χάρισε τη θέση του Γενικού Επιτελείου της Αεροπορίας έως το 1975. Τη χρονιά εκείνη έγινε αντιπρόεδρος του Σαντάτ. Η δολοφονία του προέδρου έξι χρόνια αργότερα από ακραίους ισλαµιστές τού άνοιξε τον δρόµο για την εξουσία.Οι πρώτες του κινήσεις ήταννα κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, να συγκεντρώσει υπερεξουσίες στα χέρια του και να κάνει άφθονη χρήση των δυνάµεων καταστολής ασφαλώς εις βάρος των ανθρωπίνων δικαιωµάτων. Τσάκισε τους Αδελφούς Μουσουλµάνους επιστρατεύοντας ακόµη και το Σύνταγµα και βρήκε έναν πολύτιµο σύµµαχο στις Ηνωµένες Πολιτείες ρίχνοντας πού και πού καµία αντιαµερικανική κορόνα για να ικανοποιεί τον αντιαµερικανισµό της κοινής γνώµης. Ο Μουµπάρακ επιζητούσε τη λαϊκή νοµιµοποίηση µε δηµοψηφίσµατα. Τα κέρδισε όλα – το 1987, το 1993, το 1999 και το 2005. Αλλά δενέπαψε ποτέ να κυβερνά σαν ένας στρατιωτικός δικτάτορας. Οι εκλογές δεν ήταν πα ρά µια διαδικασία επικύρωσης του κυβερνώντος Εθνικού ∆ηµοκρατικού Κόµµατος. Με πρόσχηµατην απειλή τηςτροµοκρατίας,η κατάσταση έκτακτης ανάγκηςέγινε µόνιµη, γεγονός πουτου επέτρεψε να τελούν υπόκαθεστώς αναστολής βασικά δικαιώµατα, µεταξύ των οποίων η ελευθερία του Τύπου και το δικαίωµα του συνέρχεσθαι. Οι δυνάµεις ασφαλείας έγιναν το βασικό εργαλείο άσκησης της εξουσίας του.

Η ΠΑΜΠΛΟΥΤΗ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ
Λέγεται ότι στα τριάντα χρόνια που βρίσκεται ο Χόσνι στο τιµόνιτης Αιγύπτου, η οικογένειαΜουµπάρακ δηµιούργησε µια περιουσία που ξεπερνάει τα 25δισεκατοµµύρια ευρώ και περιλαµβάνει σπίτια και βίλες στη Νέα Υόρκη, την Ουάσιγκτον καιτο Λος Αντζελες και µυστικούς λογαριασµούς σε τράπεζες τωνΗΠΑ, Ελβετίαςκαι Βρετανίας. Η συµπάθεια που δείχνει για τη ∆ύση θα µπορούσε να εξηγηθεί καιαπό το γεγονός ότι η σύζυγος του προέδρου είναι µισή Βρετανίδα, καρπόςτου έρωτα της ουαλήςνοσοκόµας Λίλι Μέι Πάλµερ που εργαζόταν σε νοσοκοµείο του Βόρειου Λονδίνου και του αιγύπτιουπαιδιάτρου Σαλέχ Θάµπετ. «Εχω ακόµη ξαδέλφια στη Βρετανία. Αισθάνοµαι άνετα και µε τις δύοκουλτούρες καιµε τις δύο γλώσσες και µε τους δύο κόσµους. Και αυτό θα ήθελα για τον αραβικό κόσµο. Τα παιδιά θα έπρεπε να έρχονται σε επαφή µε άλλες κουλτούρες απόπολύ µικρή ηλικία», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της πριναπό δύο χρόνια. Ανως Αιγύπτια η κ. Μουµπάρακέκλεινε τα µάτια στιςωµές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωµάτων στη χώραπου κυβερνούσε ο σύζυγός της, ως ∆υτική άφηνε τις ευαισθησίες της να εκδηλωθούν µε τη δηµιουργία της ∆ιεθνούς Κίνησης Γυναικών για την Ειρήνη, στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων της οποίας βρίσκονται τα παιδιά θύµατα του πολέµου. Η οργάνωση φέρει το όνοµά της και το 2007 της απονεµήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Τάγµατος του Φοίνικος. Η «προσφορά της σε παγκόσµιο επίπεδο» αναγνωρίστηκε καιαπό το υπουργείοΠολιτισµούπου την τίµησε µε το σχετικό βραβείο. Το παλµαρέ της δενέχει µόνο ελληνικές διακρίσεις αλλά και πολλές διεθνείς: περιλαµβάνει καµιά εικοσαριά βραβεία, µεταξύ των οποίων της UNICEF και της Παγκόσµια Οργάνωσης Υγείας.

Ο ∆ΙΑ∆ΟΧΟΣ ΠΟΥ ΘΑΥΜΑΖΕΙ ΤΣΟΡΤΣΙΛ ΚΑΙ ΘΑΤΣΕΡ
Ο Χόσνι και η Σούζαν Μουµπάρακ έχουν δύο παιδιά, τον Αλάα και τον Γκαµάλ. Κανείς τους δεν αναζήτησε την τύχη του στον Στρατό, όπως είχε κάνει ο πατέρας τους. Και οι δύο ασχολήθηκαν µε τα οικονοµικά. Κι ενώ ο πρωτότοκος κρατάει χαµηλό προφίλ και δείχνει να µην ενδιαφέρεται για την πολιτική, ο 47χρονος Γκαµάλ θεωρούνταν – τουλάχιστον µέχρι τον περασµένο µήνα – ο φυσικός διάδοχος του πατέρα του στην προεδρία. Οι πληροφορίες θέλουν τον Γκαµάλ – όπως και τη µητέρα του – να έχουν καταφύγει στο Λονδίνο. Στα βήµατα των γονιών του, ο διάδοχος είχε ιδιαίτερους δεσµούς µε τη ∆ύση. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Αµερικανικό Πανεπιστήµιο του Καΐρου άρχισε να ασχολείται µε τραπεζιτικάεπενδυτικά προϊόντα ως στέλεχος της Bank of America πρώταστο Κάιρο και έπειτα στοΛονδίνο. Μαζί µε την κατά είκοσι χρόνια νεώτερή του Χαντίγκα ζει σε ένα πενταώροφο οίκηµα γεωργιανής τεχνοτροπίας στη σικ περιοχή του Νάιτµπριτζ. ∆εν του ήταν καθόλου δύσκολο να αρχίσει την πολιτική του καριέρα. Το 2000, οπατέρας του τον τοποθέτησε στη Γενική Γραµµατεία του Εθνικού ∆ηµοκρατικού Κόµµατος. Η βρετανική του καταγωγή – και ασφαλώς η ζωή στο Λονδίνο – έχουν εφοδιάσει τον Γκαµάλ µε έναν γνήσιο θαυµασµό για τη Βρετανία. Οι πολιτικές προσωπικότητες που θαυµάζει δεν είναι ο πατέρας της σύγχρονης Αιγύπτου Νάσερ ούτε ο πολιτικός µέντορας του πατέρα του Σαντάτ αλλά ο πατέρας της νίκης στον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο Ουίνστον Τσόρτσιλ και η Σιδηρά Κυρία Μάργκαρετ Θάτσερ. «Ζούσα στο Λονδίνο τα χρόνια της Θάτσερ και ήµουν σε θέση να διαπιστώσω την απίστευτη µεταµόρφωση αυτής της χώρας», έχει δηλώσει. ∆ηµοσίως ο Γκαµάλ δεν οµολόγησε ποτέ τη φιλοδοξία του να διαδεχθεί τον πατέρα του. Το όνειρο πάντως µοιάζει να αποµακρύνεται. Το δαχτυλίδι της διαδοχής ίσως να µη φτάσει ποτέ στα χέρια του. Μπορεί να θυµάται πάντως ότι ο πατέρας του ήταν ο µακροβιότερος ηγέτης της Αιγύπτου από την εποχήτου Μοχάµετ Αλι, του αλβανικής καταγωγής Οθωµανού από την Καβάλα που κυβέρνησε την Αίγυπτο από τις αρχές έως τα µέσα του 19ου αιώνα.

Διαστάσεις

Μιχάλη Μητσού (Τα Νέα)

Και ξαφνικά, όλοςο κόσµος άρχισε να ασχολείται µε τη Μέση Ανατολή. Στους καφενέδες της επικράτειας ακούς αναλύσεις για τον νεαρό που αυτοπυρπολήθηκε στην Τυνησία, για τον Μουµπάρακκαι τους Αδελφούς Μουσουλµάνους, για το αν η επόµενη εστία θα είναι η Υεµένη, η Ιορδανία ή η Συρία. Με άλλα λόγια, δεν είναι µόνο οι Αραβεςπου αλλάζουν, που λένε «αρκετά!»στους δικτάτορες οι οποίοι δεκαετίεςτώρα τους εξευτελίζουν, που διεκδικούν και για τον εαυτό τους αυτό το αγαθό πουλέγεται δηµοκρατία. Αλλάζουµεκι εµείς, παρατηρώντας τους. Ερχόµαστε πιο κοντά τους. Κι είναι µια ευκαιρία να απαλλαγούµε από τα κλισέπου µας έχουν δηµιουργήσει η άγνοια, η προκατάληψη και η υπεροψία.

Το πρώτο από αυτά τα κλισέ – γράφει η Μπάρµπαρα Σπινέλλι στη«Ρεπούµπλικα» – είναι η διάκριση µεταξύ «µετριοπαθών φίλων» και «εξτρεµιστών εχθρών».Τα κριτήρια γιατη διάκριση αυτή ήταν η σχέση µε την Αµερική (και το Ισραήλ) και ο πόλεµος κατά της τροµοκρατίας. Οµως οι φίλοι σήµερα δεν είναι κατ’ ανάγκηοι φιλοδυτικοί. Ο Οµάρ Σουλεϊµάν, ο αρχηγός των µυστικών υπηρεσιών που ο «φίλος» Μουµπάρακ όρισε αντιπρόεδρο και διάδοχό του,είναι γνωστός στην Αίγυπτο ως συνένοχος της πολιτικής που έγινε γνωστή ως extraordinary rendition, δηλαδή απέλαση υπόπτων για τροµοκρατία σεχώρες όπουτα βασανιστήρια αποτελούν καθηµερινή πρακτική. Το δεύτερο κλισέ αφορά το Ισλάµ, που θεωρείται ασυµβίβαστο µε τη δηµοκρατία. Οπως έλεγε τις προάλλες στο ραδιόφωνο ένα ηγετικό στέλεχος της ελληνικής κοινότητας του Καΐρου, «µετριοπαθής ισλαµιστής δεν υπάρχει. Μόλις ένας ισλαµιστής παίρνει την εξουσία, γίνεται εξτρεµιστής». Μααυτός ακριβώς ο αντι-ισλαµισµόςήταν ο συνδετικός κρίκος της ∆ύσης µε καθεστώτα που απεχθάνονταν οι λαοί τους. Οµως οι Αιγύπτιοι που ξεχύνονται αυτές τις ηµέρες στους δρόµους του Καΐρου και των άλλων πόλεων δεν το κάνουν στο όνοµα του Αλλάχ. Ούτε οι διαδηλωτές που ανάγκασαν τον βασιλιά της Ιορδανίας να αποπέµψει την κυβέρνησή του ήταν φανατικοί ισλαµιστές. Πρώτο µέληµά τους είναι η ανάγκη για το καθηµερινό ψωµί. Και το ψωµί, που από την εποχή της γαλλικής επανάστασης περιέχει την ιδέα της ειρήνης, σήµερα περιλαµβάνει ένα ισχυρό αίτηµα για δηµοκρατία, για νοµιµότητα, για κοινωνική δικαιοσύνη.

Το πιο κρίσιµο στερεότυπο, όµως, αφορά το Ισραήλ. Τα αραβικά κινήµατα θα έπρεπε να αντιµετωπίζονται µε συµπάθεια από τη χώρα που αποκαλείται «η µοναδική δηµοκρατία της Μέσης Ανατολής». Οµως ο Νετανιάχου – όπως και οποιοσδήποτε άλλοςπρωθυπουργός στη θέσητου – γνωρίζει καλά ότισε έναν αραβικό κόσµο όπου θαπνέει άνεµος ελευθερίαςθα φανούν καθαρά τα προβλήµαταµιας δηµοκρατίας η οποία µπορεί ασφαλώς ναείναι πιο ανεπτυγµένηαπό τιςαραβικές,αλλά κατέχει εδώ και 44 χρόνιατην Παλαιστίνη. Και ελέγχει µε µη δηµοκρατικό τρόπο (για να το πούµε κοµψά) τις κινήσεις εκατοµµυρίων ανθρώπων.

Δρόμοι

Ρούσσος Βρανάς (Τα Νέα)

Αν µας τα έλεγαν,...
... τότε, ίσως τα πράγµατα να ήταν αλλιώς. ίσως να µην κυριαρχούσαν οι πλούσιοι στην κοινωνία, ίσως οι πολίτες να µην ήταν όµηροι των τραπεζιτών και ίσως οι πολιτικοί των κοµµάτων εξουσίας να έτρεχαν να κρυφτούν. Γιατί υπάρχουν τουλάχιστον «23 πράγµατα που δεν µας λένε για τον καπιταλισµό», όπως αποκαλύπτει στο οµώνυµο βιβλίο του ο κορεάτης οικονοµολόγος Χα-Γιουν Τσανγκ, καθηγητής στο αγγλικό Πανεπιστήµιο του Κέµπριτζ.

Ενα σύστηµα...
... εκτεταµένης προπαγάνδας διασπείρει ανακριβείς και ολέθριους µύθους, µε κυριότερο τον µύθο των ελεύθερων αγορών. Τι µας λένε; Πως οι αγορές πρέπει να είναι ελεύθερες. Και πως οι κυβερνητικές παρεµβάσεις τις εµποδίζουν να είναι αποτελεσµατικές. οι άνθρωποι πρέπει να είναι «ελεύθεροι να επιλέγουν», όπως έλεγε ο Μίλτον Φρίντµαν.

Τι δεν µας λένε; Πως οι ελεύθερες αγορές δεν υπάρχουν πραγµατικά.

Κάθε αγορά διέπεται από κανονισµούς και περιορισµούς. Το πόσο «ελεύθερη» θα είναι µία αγορά, λέει ο κορεάτης καθηγητής, είναι µια πολιτική απόφαση. αλλες χώρες απαγορεύουν την πώληση των πανεπιστηµίων τους και άλλες επιτρέπουν να αγοράζονται νοµίµως (µε ιδιωτικές χορηγίες προς αυτά). αλλού απαγορεύεται το εµπόριο όπλων ή οινοπνευµατωδών και αλλού επιτρέπεται. οταν το 1819 η βρετανική κυβέρνηση επιχείρησε να περιορίσει την παιδική εργασία θέτοντας το ηλικιακό όριο των εννέα ετών, συνάντησε την αντίδραση της βουλής των Λόρδων, που υποστήριξε πως «η αγορά εργασίας πρέπει να είναι ελεύθερη». ούτε η αγορά εργασίας είναι όµως ελεύθερη.

Η αγορά...
... εργασίας και οι µισθοί στις πλούσιες χώρες, συνεχίζει ο Χα-Γιουν Τσανγκ, καθορίζονται κυρίως από τη µετανάστευση. Πώς ορίζεται το ανώτατο όριο µεταναστών που µπορεί να δεχτεί µια χώρα; οχι βέβαια από την «ελεύθερη» αγορά εργασίας που, αν αφηνόταν πράγµατι ελεύθερη, θα αντικαθιστούσε το 90% των εγχώριων εργαζοµένων µε φθηνότερους µετανάστες. Η µετανάστευση καθορίζεται από πολιτικές αποφάσεις. οπως και πολλές άλλες παράµετροι της αγοράς. Μετά την κρίση, το κόστος των δανείων έγινε πολύ φθηνότερο σε πολλές χώρες χάρη στη συνεχή µείωση των επιτοκίων. εγινε άραγε αυτό επειδή ξαφνικά οι άνθρωποι δεν ήθελαν πια δάνεια και οι τράπεζες κατέβαζαν το κόστος τους για να τους προσελκύσουν; οχι, ήταν αποτέλεσµα πολιτικών αποφάσεων που στόχο είχαν να ενισχύσουν τη ζήτηση µε µειώσεις των επιτοκίων. αν όµως οι µισθοί και τα επιτόκια καθορίζονται σε µεγάλο βαθµό από πολιτικές αποφάσεις, αυτό σηµαίνει πως και όλες οι άλλες παράµετροι της αγοράς που επηρεάζονται από τους µισθούς και τα επιτόκια καθορίζονται από αυτές τις πολιτικές αποφάσεις.

Η οικονοµική...
... καταστροφή την οποία ζούµε δεν υπήρξε τυχαία, καταλήγει ο κορεάτης οικονοµολόγος. Ηταν αποτέλεσµα συγκεκριµένων πολιτικών επιλογών για την αναδιανοµή του πλούτου προς όφελος των ανώτατων κοινωνικών τάξεων.

Και η ιδεολογία των «ελεύθερων» αγορών δεν ήταν παρά ένα προπέτασµα που πίσω του κρύφτηκαν και εξακολουθούν να κρύβονται οι πολιτικές ηγεσίες οι οποίες συνέργησαν και εξακολουθούν να συνεργούν στη γενικευµένη κλοπή του εισοδήµατος των υπόλοιπων κοινωνικών τάξεων.