23/11/10

Οικονομίες που έγιναν τσιμέντο



Μόλις σε μερικούς μήνες, η φανταχτερή άμαξα της κτηματαγοράς ξανάγινε κολοκύθα, μέσα σε έναν κήπο διάσπαρτο από τράπεζες που πτώχευσαν, πρακτορεία που έβαλαν λουκέτο, εγκαταλελειμμένα γραφεία και χιλιάδες ρημαγμένα νοικοκυριά. Επειτα από τα χρόνια της ιλιγγιώδους ανοδικής πορείας τους, οι τιμές σημείωσαν κατακόρυφη πτώση. Ετσι, μειώθηκαν κατά 16,6% στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το καλοκαίρι του 2007 ώς το καλοκαίρι του 2008.

Στη Γαλλία, η κυβέρνηση αναζητά σήμερα τρόπους για να αναχαιτίσει την πτώση τιμών και πωλήσεων που έχει φτάσει στο 44%, κατά το τρίτο τρίμηνο του 2008. Παρόμοια πτώση παρατηρείται στην Ισπανία, αλλά και σε άλλες χώρες.

Ωστόσο, όλοι οι εμπλεκόμενοι είχαν ποντάρει στην άνοδο. Οι επαγγελματίες του κλάδου τροφοδοτούσαν τη φούσκα, τα μέσα ενημέρωσης πολλαπλασίαζαν τα σχετικά ειδικά αφιερώματα, οι πολιτικοί ιθύνοντες παρότρυναν στις συγκεκριμένες επιλογές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα συνέχιζαν να δανείζουν με παράλογους όρους.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, αφιερώθηκαν τηλεοπτικές εκπομπές εξ ολοκλήρου στην κτηματαγορά, με στόχο να πείσουν τους τηλεθεατές ότι η στέγη αποτελεί περισσότερο ευκαιρία κέρδους παρά αγαθό πρώτης ανάγκης.

Στην αυγή του 21ου αιώνα, ένα άγνωστο είδος άρχισε να πολλαπλασιάζεται στη βρετανική μικρή οθόνη. Οι εκπρόσωποί του δεν διαφοροποιούνταν τόσο από τους τηλεθεατές του καναπέ -η αρχή φαλάκρας και τα παραπανίσια κιλά ήταν, συχνά, κοινά χαρακτηριστικά και των δύο πλευρών. Μονάχα ένα πράγμα διέκρινε τους πρώτους: η δύναμη να μεταμορφώνουν τα απλά τούβλα σε πολύτιμο χρυσό.

Χάρη στις συμβουλές τους, καθένας θα μπορούσε να επωφεληθεί από την εκτίναξη των τιμών της αγοράς ακινήτων. Ανέλαβαν, λοιπόν, την παρουσίαση εκπομπών τύπου «ριάλιτι», όπου πραγματικοί άνθρωποι επιδίδονται σε πραγματικές δραστηριότητες (όπως, για παράδειγμα, η αγορά, η πώληση ή η ανακαίνιση ενός σπιτιού), υπό τη στενή παρακολούθηση κάποιου τηλεοπτικού συνεργείου. Μια τηλεοπτική συνταγή ήδη φθαρμένη από την υπερβολική χρήση, αλλά με θέμα (η επένδυση στην ακίνητη περιουσία) σαγηνευτικά επίκαιρο.

Πριν προχωρήσουν, λοιπόν, στην πρώτη τους επενδυτική κίνηση, οι αρχάριοι στην αγορά ακινήτων μπορούσαν να παρακολουθήσουν την εκπομπή «Να αγοράσει κανείς ή να μην αγοράσει;».

Από τη στιγμή που θα εγκαθίσταντο στο νέο τους σπίτι, δεν είχαν παρά να ακολουθήσουν τις συμβουλές του «Διακοσμητή» για να προσδώσουν μοντέρνα και σοφιστικέ όψη στη νέα τους φωλιά.

Αν, μάλιστα, είχαν στερέψει από ιδέες, μπορούσαν εύκολα, διαμέσου της τηλεόρασης, να επισκεφτούν «Το σπίτι του γείτονα». Και όταν πια θα ερχόταν ο καιρός να βάλουν πωλητήριο για να τσεπώσουν την υπεραξία, η εκπομπή «Ανεβαίνοντας κλίμακα» τους εξηγούσε πώς να βελτιστοποιήσουν τις αγοραστικές τους επιλογές.

Επειτα από μερικά χρόνια, κάποια άλλη εκπομπή προσφέρθηκε ακόμη και να τους βοηθήσει να κάνουν «Επένδυση στο εξωτερικό», εγχείρημα πολύπλοκο και εξαιρετικά ριψοκίνδυνο, το οποίο, πλέον, βρισκόταν ανάμεσα στις δυνατότητες όλων. Μόνον ένα ζήτημα απουσίαζε από τις παραπάνω εκπομπές: τι κάνει κανείς όταν δεν μπορεί να αποπληρώσει τη μηνιαία δόση.

Συνένοχοι στο κόλπο

Τα εν λόγω προγράμματα συνέβαλαν στη σημαντικότερη υπερτίμηση της κτηματαγοράς που γνώρισε ποτέ η Βρετανία, κατά τη διάρκεια της οποίας οι τιμές αυξάνονταν περίπου κατά 20% ετησίως.

Οι εφημερίδες αφιέρωναν επίσης τακτικά τα πρωτοσέλιδά τους την πορεία της αγοράς. Ακόμη και τα περιοδικά διακόσμησης εγκατέλειπαν την αρθρογραφία τύπου «Βρείτε την ιδανική λάμπα για το κομοδίνο σας», στρέφοντας το ενδιαφέρον τους στις κατασκευές.

Το πρώτο θύμα του ιού, όμως, υπήρξε η Τ.V. η οποία, στο ζενίθ της φούσκας, πρότεινε πάνω από είκοσι προγράμματα ανά σεζόν για τη συγκεκριμένη θεματογραφία.

Κάθε βράδυ, λοιπόν, οι Βρετανοί επέστρεφαν σπίτι μεθυσμένοι από το άρωμα της ακίνητης περιουσίας. Αλλωστε, δεν είχαν λόγο να επανέλθουν στα συγκαλά τους, εφόσον όλοι τους έλεγαν ότι η αξία της κατοικίας τους είχε αυξηθεί τόσο ώστε να αποτιμάται υψηλότερα απ' ό,τι οι κόποι της εργασίας τους.

Από τον καναπέ τους μπορούσαν να συνεχίσουν ακάθεκτοι να καταβροχθίζουν τις συμβουλές πλούσιων ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας. Επιπροσθέτως, η καλωδιακή τηλεόραση πρόσφερε αρκετές αναμεταδόσεις για να τους συντροφεύσουν μέχρι αργά τη νύχτα.

Οι παρουσιαστές των σχετικών προγραμμάτων δεν ήταν ούτε σταρ της μικρής οθόνης, ούτε ρεπόρτερ. Ολως περιέργως, ήταν συνήθως κτηματομεσιτικοί πράκτορες, μάνατζερ ή διακοσμητές εσωτερικών χώρων. Το γεγονός ότι αυτοί οι «ειδικοί» επωφελούνταν από τη διόγκωση της φούσκας δεν φαινόταν να προβληματίζει κανέναν.

Στην πλειονότητά τους, εξάλλου, συνέχισαν να επιδίδονται στην κύρια επαγγελματική τους δραστηριότητα, ενώ ορισμένοι δεν δίστασαν να εκμεταλλευτούν με το αζημίωτο την προσφάτως αποκτηθείσα φήμη τους. Κατά τη διάρκεια των εκπομπών, δεν επαναλάμβαναν συμβουλές αλλά μάλλον διέδιδαν τις θεμελιώδεις αρχές του δόγματός τους: «Αγοράστε, ανακαινίστε, πουλήστε, τσεπώστε τα κέρδη... Και φτου κι απ' την αρχή».

Η Σάρα Μπίνι, παρουσιάστρια των εκπομπών «Πώς να γίνετε ιδιοκτήτης» και «Πώς να αποπληρώσετε το στεγαστικό σας δάνειο μέσα σε έναν χρόνο» ήταν ιδανική ενσάρκωση της τάσης. Η συνταγή του «Πώς να γίνετε ιδιοκτήτης», το οποίο προσέλκυε, κάθε βδομάδα περίπου τέσσερα εκατομμύρια τηλεθεατές, ήταν πάρα πολύ απλή.

Η Μπίνι έθετε υπό την προστασία της ένα ζευγάρι -επρόκειτο πάντα για ζευγάρια- το οποίο είχε μόλις αγοράσει κάποιο σπίτι για να το ανακαινίσει και να το πουλήσει εν συνεχεία με πελώριο κέρδος.

Τα ποσά τα οποία οι ευτυχείς εκλεκτοί δαπανούσαν και ήλπιζαν να κερδίσουν, φιγουράριζαν με μεγάλα χρωματιστά ψηφία στην οθόνη.

Αμεση μετάλλαξη

Πριν από την άφιξη της Μπίνι και των αμέτρητων «συναδέλφων» της, η τηλεόραση ενδιαφερόταν για την αγορά ακινήτων μόνον υπό το πρίσμα της διακόσμησης και της επισκευής. Αδιαμφισβήτητος μάστορας του είδους ήταν ο Μπάρι Μπάκνελ, ο οποίος είχε ειδικότητα στο να καρφώνει κακόγουστες δρύινες σανίδες πάνω σε καλαίσθητες πόρτες βικτοριανής τεχνοτροπίας.

Πρέπει πάντως να επισημάνουμε, πάντως, ότι τα κανάλια δεν αντιλήφθηκαν αμέσως το διογκούμενο πάθος των Βρετανών για τον θαυμαστό κόσμο των ακινήτων.

Οταν η Μάργκαρετ Θάτσερ εγκαινίασε τις πωλήσεις επιδοτούμενων κατοικιών κατά τη δεκαετία του 1980, λιγότερο από το 60% του πληθυσμού είχε στην ιδιοκτησία του κάποιο ακίνητο -το 2000, το ποσοστό ξεπερνούσε το 70%.

Υστερα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η στέγη παρέμεινε για καιρό αγαθό πρώτης ανάγκης, η διανομή και η διαχείριση του οποίου επιφόρτιζε κυρίως το κράτος.

Πλέον, πρόκειται για ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα, ένα έμβλημα πλουτισμού για την απόκτηση του οποίου τα άτομα οφείλουν να θυσιάζουν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο των εισοδημάτων τους.

Σε ό,τι αφορά το Εργατικό κόμμα, δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει το τρένο. Λίγο πριν αναλάβει τον πρωθυπουργικό θώκο, ο Γκόρντον Μπράουν, πιστός οπαδός του δόγματος μιας «κοινωνίας ιδιοκτητών» του Τζορτζ Μπους, υποσχόταν ότι η χώρα του θα γινόταν «μία δημοκρατία όπου καθένας θα μπορεί να είναι ιδιοκτήτης του σπιτιού του, να πραγματοποιεί επενδύσεις και να απολαμβάνει, με τόκο, τους καρπούς της αποταμίευσης»(1).

Σπίτι ίσον εμπόρευμα

Ομως, για την πλειονότητα των ψηφοφόρων, οι τρεις προαναφερθείσες διαστάσεις συγχέονταν, καθότι η αγορά ενός σπιτιού θεωρούνταν πλέον όχι ως εξασφάλιση στέγης, αλλά ως επένδυση η οποία θα επέφερε παχυλά μερίσματα. Τρέφοντας ολοένα και περισσότερες έγνοιες για τη συνταξιοδότησή τους, και αφού είχε προηγηθεί το ξέσπασμα των σκανδάλων Enron (το 2000) και WorldCom (στα 2001 και 2002), οι Βρετανοί εναπόθεσαν όλες τις ελπίδες τους στα τούβλα και το τσιμέντο. Στο συλλογικό φαντασιακό, η ακίνητη περιουσία έχανε σιγά σιγά την πρωταρχική της λειτουργία, την παροχή στέγης.

Το δημοφιλές προφίλ της Μπίνι αντικατόπτριζε επακριβώς τη συγκεκριμένη εξέλιξη. «Κατά βάθος, όλοι θα θέλαμε να είμαστε ιδιοκτήτες», συνήθιζε να επαναλαμβάνει, παίρνοντας για πρότυπο την προσωπική της επιτυχία στον κτηματομεσιτικό κλάδο. Κάθε εβδομάδα πρόσφερε απλόχερα τη σοφία της σε προσκεκλημένους οι οποίοι αισθάνονταν σκλαβωμένοι από τις εύστοχες παρατηρήσεις της.

Οταν, μάλιστα, πολύ συχνά οι μελλοντικοί εκατομμυριούχοι υπέπιπταν στο παρωχημένο σφάλμα του συναισθηματισμού και επιχειρούσαν να διαμορφώσουν το σπίτι τους κατά το γούστο τους, αντί να αναλογιστούν πώς να βελτιστοποιήσουν την απόδοση της επικείμενης πώλησης. Ομως, για να παραφράσουμε τον Λε Κορμπιζιέ, τα σπίτια τους είχαν μετατραπεί σε μηχανές... κοπής χαρτονομισμάτων.

Ετσι, οι μαθητές της Μπίνι κατέληγαν πάντοτε να συναινούν στα επιχειρήματά της. Σε τελική ανάλυση, βρίσκονταν εκεί για να γίνουν πλούσιοι. Οπως υπενθύμιζε συχνά η παρουσιάστρια, «όταν επισκέπτεται κανείς τέτοια σπίτια, παρατηρεί ότι τα ράφια βρίθουν βιβλίων τα οποία εξηγούν πώς μπορεί ο οποιοσδήποτε να γίνει εκατομμυριούχος μέσα σε έναν χρόνο».

Η όψη των σπιτιών άρχισε να αλλάζει σιγά σιγά. Ο Ντέιβιντ Πόλοκ που ήταν κτηματομεσίτης πάνω από 25 χρόνια σε μια λονδρέζικη συνοικία στην οποία «γύριζαν» συχνά τέτοιες εκπομπές σχολιάζει:

Οσο περισσότερο μεγάλωνε η φούσκα τόσο πιο ομοιογενείς γίνονταν οι δρόμοι, «τα σπίτια ξαναβάφονταν σε χρώμα ροζ μανόλιας, γκρι μαστίχας ή κροκί. Επαψε πλέον να υφίσταται το παραδοσιακό έντονο μπλε ή, αντίστοιχα, το κόκκινο τούβλο. Τα κτήρια γίνονταν όλο και πιο άψυχα, συμβατικά, χωρίς χαρακτήρα. Οι άνθρωποι δεν επιχειρούσαν να βάλουν την προσωπική τους πινελιά. Διαμόρφωναν την κατοικία τους όχι για να μείνουν αλλά με αποκλειστικό σκοπό να την ξαναπουλήσουν».

Είχε προηγηθεί βεβαίως η επέλαση των ειδικών της μικρής οθόνης.

Τα εν λόγω προγράμματα ονομάστηκαν «κτηματομεσιτικό πορνό», όρος ο οποίος επινοήθηκε από τη Ρόζι Μίλαρντ, πρώην δημοσιογράφο του BBC, με ειδίκευση στις καλές τέχνες, η οποία αποφάσισε να στραφεί προς την πολυδιαφημιζόμενη αγορά ακινήτων -επιλογή καριέρας η οποία δίνει μία ιδέα για τις πρόσφατες εξελίξεις στη βρετανική κοινωνία.

Το 2002 είχε δηλώσει: «Το κτηματομεσιτικό πορνό προκαλεί εθισμό. Κατ' αρχάς, υπολογίζετε πόσο αξίζει το σπίτι σας στο Λονδίνο. Στη συνέχεια, αρχίζετε να ξεκοκαλίζετε τις μικρές αγγελίες. Σας κυριεύουν οι απορίες: Κρίνεται προτιμότερη μία παλαιά φάρμα με τρεις πτέρυγες; Ή, μήπως, μία έπαυλη με μια ντουζίνα υπνοδωμάτια; Ή, ακόμη, μια νεοκλασική οικία με οπωρώνα και λιμνούλα;(2)».

Η μόδα του μισθωτή

Αν, όμως, όλοι οι Λονδρέζοι έκαναν το ίδιο πράγμα, σύντομα θα είχαν εξομοιωθεί οι τιμές της πρωτεύουσας με εκείνες της επαρχίας. Ομως, όμοια με τους αναγνώστες της, η Μίλαρντ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τους βασικούς κανόνες της οικονομίας.

Κατά την άποψή της, «κάθε βδομάδα, οι εφημερίδες βρίθουν γραφημάτων τα οποία αποδεικνύουν περίτρανα ότι οι τιμές στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας έχουν εισέλθει σε απρόσκοπτη ανοδική πορεία. Αίφνης, το να μετακομίσει κανείς σε κάποια μικρή έπαυλη δεν φαίνεται τόσο καλή ιδέα. Αναλογιστήκατε, άλλωστε, την περίπτωση η αξία του σπιτιού σας να συνεχίσει να ανεβαίνει ενώ εσείς το έχετε ήδη πουλήσει; Μόλις ανακαλύψατε πως για να γίνετε ιδιοκτήτες, συμφέρει να γίνετε πρώτα εκμισθωτής».

Πλήθος τα ενοικιαστήρια, λοιπόν! Το ζενίθ της κτηματομεσιτικής υστερίας είχε φτάσει. Από τη στιγμή που ο πληθυσμός δρούσε πλέον με την εμμονή της αγοραπωλησίας, φάνταζε απολύτως φυσικό να αγοράσει κάποιος ένα ακίνητο για να το νοικιάσει σε εξωφρενική τιμή, που θα του επέτρεπε να χρηματοδοτήσει άλλες αγορές.

Το στοίχημα βασιζόταν πάντοτε στην ίδια προϋπόθεση, την αέναη άνοδο των τιμών, αλλά ποντάροντας, πλέον, τα διπλάσια.

Το 1998, 29.000 δάνεια συνδέονταν με ανάλογα εγχειρήματα. Ετσι το 2006, είχαν φτάσει τις 850.000. Το ένα τρίτο του συνόλου των εκμισθώσεων χρηματοδοτούσε, πλέον, την αγορά ακινήτων.

Οι νέοι που έψαχναν κάποιο δυάρι για να μείνουν, βρέθηκαν να ανταγωνίζονται αγοραστές με τα διπλά τους χρόνια, οι οποίοι είχαν βαλθεί να αποκτήσουν πάση θυσία την κότα με τα χρυσά αυγά. Τα νεόδμητα κτήρια ήταν ο προσφιλέστερος στόχος των ερασιτεχνών εκμισθωτών, οι οποίοι, το 2006, κατέλαβαν το 60% των εν λόγω κατοικιών στο Λονδίνο.

Προφανώς, εγχειρήματα τέτοιου είδους, τα οποία περιορίζονταν μέχρι πρότινος σε έναν μικρό κύκλο επαγγελματιών και ευκατάστατων οικογενειών, εγκυμονούσαν τεράστιους κινδύνους. Ετσι, μία από τις τράπεζες η οποία κατέρρευσε φέτος ήταν η Bradford & Bingley, η οποία ειδικευόταν στην παροχή του συγκεκριμένου τύπου δανείων.

Ομως, στο τηλεοπτικό σύμπαν, όλος ο κόσμος θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο ήταν απολύτως φυσιολογικό και οι παρουσιαστές παρότρυναν τους ιδιοκτήτες να νοικιάσουν τη λονδρέζικη κατοικία τους για να χρηματοδοτήσουν την αγορά κάποιας εξοχικής έπαυλης, όπως ονειρευόταν η ίδια η Μίλαρντ. Ακόμη καλύτερα, οι «ειδικοί» συμβούλευαν τους τηλεθεατές να επενδύσουν στις αγορές του μέλλοντος, όπως η Τοσκάνη ή η Κρακοβία.

Το «άλλο πορνό»

Αραγε, σε ποιον βαθμό ευθύνεται το «κτηματομεσιτικό πορνό» για τη διόγκωση της φούσκας;

Πριν γίνει πρόεδρος της Shelter, ενός φιλανθρωπικού οργανισμού εξειδικευμένου στην κατοικία, ο Ανταμ Σάμσον διεξήγαγε έρευνα για την πορνογραφία. Θεωρεί ότι τα είδη έχουν κοινά στοιχεία:

«Η πορνογραφία μετατρέπει συναισθήματα και συμπεριφορές θεωρούμενα ως απαράδεκτα, σε φυσιολογικές πρακτικές. Το κτηματομεσιτικό πορνό δεν εφηύρε την ιδέα ότι μπορεί κάποιος να πλουτίσει κερδοσκοπώντας στον κτηματομεσιτικό τομέα. Ομως, νομιμοποίησε τέτοιου είδους συμπεριφορές».

Η γιορτή τελείωσε. Πέρυσι, στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι τιμές μειώθηκαν περίπου κατά 15%, ενώ αναμένεται παρόμοια πτώση για φέτος. Καθώς η χώρα εισέρχεται πλέον σε περίοδο ύφεσης, οι τηλεοπτικοί παραγωγοί διστάζουν να λανσάρουν εκπομπές οι οποίες θα στηρίζονται αποκλειστικά στην υπόσχεση του εύκολου πλουτισμού. Εξάλλου, θα δυσκολεύονταν εξαιρετικά να βρουν σήμερα ικανοποιητικά παραδείγματα.

Δεδομένου ότι οι τράπεζες δεν δανείζουν πλέον και σπανίζουν εκείνοι οι οποίοι μπορούν να διαθέσουν τα διόλου ευκαταφρόνητα ποσά για την αγορά κάποιας πολυτελούς βικτοριανής κατοικίας, αλλά και για να την αναδιαμορφώσουν, ώστε να προσελκύσουν τα περιοδικά διακόσμησης.

Επιπλέον, κανείς δεν θέλει να διακινδυνεύσει να πουλήσει με ζημιά, τη στιγμή που η αγορά παραλύει. Το περασμένο καλοκαίρι, το BBC μετέδωσε σειρά εκπομπών στις οποίες ο παρουσιαστής όφειλε να βοηθήσει τους ιδιοκτήτες να προετοιμαστούν ενόψει της επίσκεψης των υποψήφιων αγοραστών. Κάθε φορά, εμφανίζονταν μονάχα ένα ή δύο ζευγάρια, τα οποία επιθεωρούσαν διακριτικά το σπίτι για να φύγουν επίσης διακριτικά χωρίς καν να ρωτήσουν την τιμή.

«Η αγορά ακινήτων δεν θα πάψει να προκαλεί το ενδιαφέρον της τηλεόρασης, αλλά θα πρέπει να αλλάξει την προσέγγισή της», δήλωνε πρόσφατα κάποιος παραγωγός σε συνέντευξη της βρετανικής εφημερίδας «The Guardian». Συμπληρώνοντας: «Οι συμβουλές για επενδύσεις στην κτηματαγορά δεν έχουν πια μέλλον(3)». Οπως συμβαίνει με όλα, λοιπόν, ακόμη και η οικονομική ύφεση έχει την καλή της πλευρά.

(1) «The Guardian», Λονδίνο, 14 Μαΐου 2007.

(2) «The Sunday Times», Λονδίνο, 12 Μαΐου 2002.

(3) «The Guardian», Λονδίνο, 20 Οκτωβρίου 2008.

* Δημοσιογράφος, Λονδίνο.


Βαρβάρα Τερζάκη
Άρθρο ADITYA CHAKRABORTTY*-εφ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 08-03-2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: